Αυτοκατανάλωση πολλών ταχυτήτων για οικιακούς καταναλωτές - Οι δυνατότητες ανά κατηγορία
Στο άκουσμα της λέξης αυτοκατανάλωση το μυαλό πάει στο net-billing. Κι όμως, τελικά το net-billing αφορά μόνο ένα μικρό μέρος των οικιακών καταναλωτών και πρωτίστως αυτών που έχουν σχετικά μεγάλη κατανάλωση και την οικονομική άνεση να εγκαταστήσουν ένα σχετικά μεγάλο φωτοβολταϊκό το οποίο είναι σίγουρο ότι θα τους ανταμείψει για αυτή τους την επιλογή.
Τι γίνεται όμως με την πλειονότητα των νοικοκυριών που είτε ανήκουν σε ευάλωτες οικονομικά ομάδες, είτε είναι ενοικιαστές και όχι ιδιοκτήτες, είτε η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν δικαιολογεί ένα μικρό φωτοβολταϊκό το οποίο (λόγω οικονομίας κλίμακας) αποπληρώνεται σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ένα μεγαλύτερο;
Η μία λύση για όλους δεν φαίνεται να είναι η πιο ορθολογική επιλογή. Ας δούμε λοιπόν την αυτοκατανάλωση ενέργειας από την πλευρά του οικιακού καταναλωτή. Ο οποίος θέλει να εξοικονομήσει τελικά ενέργεια (και άρα χρήματα) και όχι σώνει και καλά να καλύψει το σύνολο της κατανάλωσής του. Διακρίνουμε τρεις κατηγορίες αυτοκαταναλωτών.
- Ευάλωτα νοικοκυριά και ενοικιαστές
Σύντομα, η κατηγορία των πιο ευάλωτων νοικοκυριών (ΚΟΤ Α) θα καλύπτεται από το πρόγραμμα ΑΠΟΛΛΩΝ που εξασφαλίζει γι΄αυτά χαμηλά τιμολόγια. Το ΑΠΟΛΛΩΝ όμως δεν μπορεί να καλύψει όλους τους ευάλωτους (δεν αφορά π.χ. τους ΚΟΤ Β). Για αυτούς η ιδανική λύση είναι τα λεγόμενα “φωτοβολταϊκά μπαλκονιού” ή όπως είναι η τεχνική ονομασία τους “μικροηλιακά συστήματα με ρευματολήπτη (plug-in)”.
Η ονομαστική ισχύς των φωτοβολταϊκών αυτών συστημάτων μπορεί να υπερβαίνει τα 800 W (συνήθως δύο ηλιακά πάνελ), η ισχύς του μετατροπέα όμως θα πρέπει να είναι έως 800 Volt-amperes. Για την εγκατάσταση των συστημάτων αυτών δεν συνάπτεται σύμβαση σύνδεσης με τον Διαχειριστή του Δικτύου. Τα συστήματα αυτά συνδέονται σε μια απλή πρίζα του σπιτιού.
Είναι ιδανικά στη περίπτωση ενοικιαστών, αφού με την αλλαγή κατοικίας μπορεί κανείς να μεταφέρει το σύστημά του οπουδήποτε.
- Καταναλωτές με μέση ή χαμηλή κατανάλωση
Τα περισσότερα νοικοκυριά ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Έχουν συνήθως κατανάλωση μεταξύ 3.500 και 4.500 κιλοβατώρες ετησίως και το net-billing δεν έχει σχεδιαστεί στα μέτρα τους. H εφαρμογή του net-billing απαιτεί την ύπαρξη δύο έξυπνων μετρητών (ένα κατανάλωσης και ένα παραγωγής) και τη σύνδεση του φωτοβολταϊκού στο σημείο του μετρητή κατανάλωσης (που συνήθως είναι σε κάποιο υπόγειο, ενώ το φωτοβολταϊκό είναι στην ταράτσα και απαιτείται να τραβηχτούν καλώδια, που πέραν του επιπλέον κόστους συνεπάγονται και πρόσθετες δυσκολίες ως προς την όδευση). Η λύση εδώ είναι η σύνδεση του φωτοβολταϊκού απ’ ευθείας στον πίνακα του καταναλωτή.
Ένα μέγεθος που καλύπτει μεγάλο μέρος των καταναλώσεων (ειδικά όταν συνοδεύεται από μπαταρία) είναι τα 2 κιλοβάτ (ισχύς μετατροπέα έως 2000 Volt-amperes). Τα συστήματα αυτά δεν είναι απαραίτητο να έχουν μετρητή παραγωγής, μπορούν όμως να έχουν ένα κατάλληλο “αισθητήρα κατεύθυνσης” για να μην εγχέουν ενέργεια στο δίκτυο. Έτσι διασφαλίζεται ο ΔΕΔΔΗΕ και μειώνεται σημαντικά το κόστος της εγκατάστασης.
Τα συστήματα αυτά είναι ιδανικά για νέες κατοικίες που είτε επιθυμούν να αποκτήσουν υψηλή ενεργειακή κλάση είτε γιατί (σύντομα) θα είναι υποχρεωτικό να καλύπτουν μέρος των αναγκών τους με φωτοβολταϊκά.
- Καταναλωτές με σχετικά μεγάλη κατανάλωση
Στην περίπτωση αυτών των καταναλωτών (που μπορεί να έχουν και αντλία θερμότητας ή/και φορτιστή ηλεκτρικού αυτοκινήτου) εφαρμόζεται το net-billing, αφού η μεγάλη κατανάλωση και το μεγαλύτερο σχετικά μέγεθος φωτοβολταϊκού (έως 10,8 κιλοβάτ) επιτρέπουν την αποπληρωμή του συστήματος σε ένα εύλογο διάστημα.
Από τις κατηγορίες αυτές, μόνο το net-billing έχει θεσπιστεί νομοθετικά. Για τις άλλες δύο κατηγορίες απαιτείται μια υπουργική απόφαση (ή ακόμα καλύτερα μια πρόσθετη ρύθμιση στην υπουργική απόφαση για το net-billing).
Κατ’ αυτό τον τρόπο καλύπτονται όλοι σχεδόν οι οικιακοί καταναλωτές (ιδίως οι πιο ευάλωτοι οικονομικά) και η ενεργειακή δημοκρατία γίνεται πράξη.