Επενδύσεις φωτοβολταϊκών: Το μικρό είναι όμορφο, μα το μεγάλο είναι απαραίτητο
Το 1973, ο E. F. Schumacher κυκλοφόρησε το περίφημο βιβλίο του “Το μικρό είναι όμορφο” (ελληνική έκδοση 1980, εκδ. Γλάρος). Επρόκειτο για ένα κείμενo-μανιφέστo του οικολογικού κινήματος, που εξυμνούσε τα οφέλη του μικρού έναντι του γιγάντιου, το αποκεντρωμένο έναντι του συγκεντρωτικού. Κάποια χρόνια μετά, σε μια συνέντευξή του ο Schumacher εξομολογήθηκε πως έδωσε αυτό τον τίτλο διότι, εκείνη την εποχή, όλα έτειναν να γίνουν μεγαλύτερα και έπρεπε να υπάρξει μια ισορροπία. Τόνισε δε πως, αν η κατάσταση ήταν ανεστραμμένη, πιθανότατα θα έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο “Το μεγάλο είναι όμορφο”.
Το δίλημμα αυτό επανέρχεται και πάλι με αφορμή τα φωτοβολταϊκά. Οι μικροί και μικρομεσαίοι επενδυτές διαμαρτύρονται διότι ο πολύτιμος ηλεκτρικός χώρος μοιράζεται, όπως λένε, πρωτίστως σε λίγα μεγάλα έργα που προωθούνται από ισχυρούς επενδυτές. Εδώ είναι ανάγκη να κάνουμε ένα reality check για να δούμε αν ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός.
Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε τα μερίδια που έχουν οι διάφορες κατηγορίες (επί της συνολικά εγκατεστημένης ισχύος) ως το τέλος του 2024.
Βλέπουμε ότι τα συστήματα που έχουν ισχύ μικρότερη από 1 MW (μικρά και μικρομεσαία έργα) αποτελούν το 67,4% των συνολικών φωτοβολταϊκών που έχουν εγκατασταθεί μέχρι σήμερα.
Ας δούμε τα μερίδια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με εκτιμήσεις της SolarPower Europe έως και το 2029. Βλέπουμε μια τάση να αναπτύσσονται μεγαλύτερα έργα και να μικραίνει το μερίδιο των οικιακών.
Μιας και μιλάμε για ηλεκτρικό χώρο, ας δούμε τι προβέπει η νομοθεσία. Δεδομένης της σπάνης ηλεκτρικού χώρου, η νομοθεσία προβλέπει ότι ο Διαχειριστής του Δικτύου διαθέτει περιθώριο απορρόφησης ισχύος δέκα μεγαβάτ (10 MW) ανά υποσταθμό, πλέον του υφιστάμενου περιθωρίου, αποκλειστικά για την εγκατάσταση σταθμών Α.Π.Ε. από αυτοκαταναλωτές. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 2 GW διασφαλισμένου ηλεκτρικού χώρου για μικρά έργα. Επιπλέον, από τις αναβαθμίσεις υποσταθμών σε όλη τη χώρα αναμένεται να προκύψει τα επόμενα 2-3 χρόνια νέος ηλεκτρικός χώρος πάνω από 1 GW για μικρά έργα. Αντιθέτως ο ΑΔΜΗΕ έχει εξαντλήσει σχεδόν τα περιθώρια για να δώσει όρους σύνδεσης σε μεγάλα έργα ως το 2030.
Ας δούμε τώρα τα πλεονεκτήματα της κάθε κατηγορίας γιατί με βάση αυτά καθορίζονται (ή θα έπρεπε να καθορίζονται) οι πολιτικές προτεραιότητες.
Τα μικρά φωτοβολταϊκά (κυρίως τα οικιακά) διευρύνουν την ενεργειακή δημοκρατία αφού κάνουν περισσότερους πολίτες κοινωνούς και συμμέτοχους στην ενεργειακή μετάβαση. Επειδή βρίσκονται κοντά στην κατανάλωση δεν έχουμε τόσο μεγάλες απώλειες στα δίκτυα και συνεπώς απαιτούνται λιγότεροι πόροι για την ενίσχυσή τους. Μελέτες έδειξαν ωστόσο ότι τα δίκτυα γίνονται πιο ευάλωτα λόγω του μεγάλου αριθμού διάσπαρτων συστημάτων, πρόβλημα που λύνεται με την προσθήκη μπαταριών, πιο έξυπνων inverter και ανάπτυξη πιο ευέλικτων και έξυπνων δικτύων (πράγμα που απαιτεί χρόνο και χρήμα). Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, τα μικρά συστήματα επί στεγών υπερτερούν αυτών επί εδάφους επειδή δεν καταλαμβάνουν χώρο που μπορεί να είναι απαραίτητος για άλλες χρήσεις. Είναι αλήθεια ότι σε άλλες χώρες τα οικιακά συστήματα έχουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική αγορά. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη όμως την πραγματικότητα και τις ιδιομορφίες των στεγών στην Ελλάδα (κατάληψη χώρου από παντός είδους κατασκευές, ηλιακούς θερμοσίφωνες, κεραίες, αλλά και προβλήματα χωροθέτησης λόγω τετράριχτων κεραμοσκεπών, σκιάσεων, κ.λπ) που διαφέρουν από τις τυπολογίες άλλων χωρών. Μια ανάλυση κύκλου ζωής δίνει ένα προβάδισμα στα μικρά συστήματα επί στεγών, καθώς απαιτούνται λιγότερα υλικά για την εγκατάστασή τους. Επιπλέον συντηρούν αναλογικά περισσότερες θέσεις εργασίας ανά μεγαβάτ απ’ ότι τα μεγαλύτερα συστήματα.
Από την άλλη το κόστος των μικρών συστημάτων είναι υπερδιπλάσιο αυτού των μεγάλων (utility-scale) γεγονός που οδηγεί και σε υψηλότερο σταθμισμένο κόστος (LCOE) της παραγόμενης κιλοβατώρας (κατά 20%-75% ανάλογα με το μέγεθος του οικιακού συστήματος). Τα μεγάλα φωτοβολταϊκά είναι η φθηνότερη τεχνολογία ηλεκτροπαραγωγής και αν θέλουμε χαμηλές τιμές στη χονδρεμπορική (και εμμέσως και χαμηλό κόστος για τους καταναλωτές) είναι η προτιμητέα επιλογή. Δεν έχουν τα προβλήματα σκιάσεων και προσανατολισμού των συστημάτων επί στεγών και, ως αποτέλεσμα, παράγουν κατά μέσο όρο 15% περισσότερη ενέργεια ανά μεγαβάτ. Επιπλέον είναι ο μόνος τρόπος να πετύχουμε τους κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους της χώρας για το 2030. Στόχους που επιτάσσει η εθνική και κοινοτική νομοθεσία, αλλά και η ηθική μας υποχρέωση απέναντι στον πλανήτη μας που βρίσκεται στη δίνη μιας κλιματικής κρίσης. Δεδομένου ότι η μέση ισχύς των συστημάτων αυτοπαραγωγής επί στεγών στην Ελλάδα είναι τα 24 κιλοβάτ (συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων εμπορικών) θα χρειάζονταν περίπου 800.000 τέτοια συστήματα για να έχουμε το ισοδύναμο αποτέλεσμα με ένα μείγμα μικρών και μεγάλων συστημάτων ως το 2030. Πρέπει να εγκαταστήσουμε δηλαδή τα επόμενα πέντε χρόνια 25 φορές περισσότερα συστήματα αυτοκατανάλωσης απ’ ότι εγκαταστήσαμε την τελευταία δεκαετία.
Κοντολογίς, η απάντηση στο ερώτημα τι είναι προτιμότερο να πράξουμε είναι λίγο πολύ προφανής. Βεβαίως και πρέπει να ενισχύσουμε την αυτοκατανάλωση. Χρειαζόμαστε όμως όλα τα μεγέθη. Το μικρό είναι όμορφο, μα το μεγάλο είναι απαραίτητο.