Ένας κοινοτικός προϋπολογισμός που να ωφελεί τους πολίτες: απελευθέρωση της χρηματοδότησης για τις ενεργειακές κοινότητες
Η μετάβαση της Ευρώπης σε ένα καθαρό ενεργειακό σύστημα απαιτεί πρωτοφανείς επενδύσεις, όμως επί του παρόντος τα εργαλεία χρηματοδότησης αποτυγχάνουν να “ξεκλειδώσουν” το πλήρες δυναμικό των ενεργειακών πρωτοβουλιών υπό την καθοδήγηση των πολιτών. Οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να κινητοποιήσουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ σε ΑΠΕ, ωστόσο η δυναμική τους παραμένει ανεκμετάλλευτη, λόγω των πολύπλοκων κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, των απρόσιτων μηχανισμών χρηματοδότησης και των επαχθών κανονισμών. Λαμβάνοντας υπόψη το ευρύτερο πολιτικό τοπίο της καθαρής βιομηχανικής συμφωνίας και τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις γύρω από το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, πώς μπορεί η Ευρώπη να καλύψει αυτό το κενό και να εξασφαλίσει δίκαιη πρόσβαση στη χρηματοδότηση για τις ενεργειακές κοινότητες;
Η Ευρώπη χρειάζεται εκτεταμένες επενδύσεις στις ΑΠΕ, την ενεργειακή απόδοση και τα δίκτυα για να πετύχει τους στόχους της όσον αφορά την απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα. Η Κομισιόν εκτιμά ένα ετήσιο έλλειμμα 400 δισ. έως το 2030. Ενώ το σχέδιο δράσης για προσιτές τιμές ενέργειας αναγνωρίζει τη δυναμική των ενεργειακών κοινοτήτων στη σταθεροποίηση και τη μείωση των τιμών ενέργειας, η καθαρή βιομηχανική συμφωνία αγνοεί τη δυναμική τους στην κινητοποίηση επενδύσεων. Μια μελέτη δείχνει ότι οι πολίτες θα μπορούσαν να συνεισφέρουν 176 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο στην αιολική ενέργεια μέχρι το 2030. Αυτές οι επενδύσεις των πολιτών δίνουν ώθηση στις τοπικές οικονομίες, ενώ παράλληλα συμβάλλουν στον εκδημοκρατισμό του ενεργειακού συστήματος και στη σταθεροποίηση των τιμών. Κάθε ευρώ που επενδύεται σε ενεργειακά έργα πολιτών παράγει 2 έως 8 ευρώ σε τοπικό επίπεδο. Αντίθετα, έως και το 75% των κερδών από τις επενδύσεις σε έργα των μεγάλων ενεργειακών εταιρειών διανέμονται ως μερίσματα στους μετόχους, περιορίζοντας τον τοπικό αντίκτυπό τους. Είναι ενδιαφέρον ότι οι ενεργειακές κοινότητες επενδύουν όλο και περισσότερο σε έργα βιομηχανικής κλίμακας, όπως η υπεράκτια αιολική ενέργεια και η τηλεθέρμανση μεγάλης κλίμακας, αποδεικνύοντας την ικανότητά τους να συμβάλλουν στους στόχους της Ευρώπης για την επαναβιομηχανοποίηση. Ωστόσο, χωρίς προσαρμοσμένη οικονομική στήριξη, η επέκτασή τους παραμένει περιορισμένη.
Οι ενεργειακές κοινότητες αντιμετωπίζουν οικονομικά και ρυθμιστικά εμπόδια, ιδίως περιοριστικούς κανονισμούς για τις κρατικές ενισχύσεις και έλλειψη επενδυτικών μηχανισμών προσαρμοσμένων στις ανάγκες τους. Πολλά κράτη μέλη αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα κονδύλια της ΕΕ για τη στήριξη των ενεργειακών κοινοτήτων, ενώ οι εμπορικές τράπεζες συχνά διστάζουν να δανείσουν, αγνοώντας τα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη που μπορούν να αποφέρουν αυτές οι κοινότητες.
Για να καλυφθεί αυτό το κενό, εθνικές ομοσπονδίες ενεργειακών κοινοτήτων σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Γαλλία και η Ισπανία δημιούργησαν «κοινοτικά συστήματα χρηματοδότησης της ενέργειας» (CEFS), σχεδιασμένα για την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση έργων ενεργειακών κοινοτήτων. Τα συστήματα αυτά συγκεντρώνουν αποτελεσματικά επενδύσεις από πολίτες, δημόσιους φορείς και ιδιώτες επενδυτές. Η εμπειρία από την Ολλανδία και τη Γαλλία δείχνει τον αντίκτυπό τους: κάθε ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης στα αρχικά στάδια μπορεί να προσελκύσει έως και 60 ευρώ σε ιδιωτικές επενδύσεις για την υλοποίηση του έργου.
Παρόλο που οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες οδηγίες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις έχουν βελτιώσει τις συνθήκες για τις κοινότητες ΑΠΕ, το πλαίσιο παραμένει δύσκολο στην εφαρμογή του. Τα κράτη μέλη χρειάζονται σαφέστερη καθοδήγηση για τον σχεδιασμό καθεστώτων στήριξης που είναι προσβάσιμα στις ενεργειακές κοινότητες. Επιπλέον, τα διοικητικά και κανονιστικά εμπόδια, όπως τα τέλη σύνδεσης με το δίκτυο και οι περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης, εξακολουθούν να επιβραδύνουν τα έργα που υλοποιούνται από τις κοινότητες.
Έκκληση για δράση: στοχευμένη χρηματοδοτική στήριξη για τις ενεργειακές κοινότητες:
Η ΕΕ θα πρέπει να στηρίξει τη δημιουργία ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων προσαρμοσμένων στις ανάγκες των ενεργειακών κοινοτήτων. Αυτό περιλαμβάνει:
- Μια διευκόλυνση εγγυήσεων της ΕΕ, παρόμοια με το πρόγραμμα InvestEU για τις ΜΜΕ
- Απλοποιημένες διαδικασίες κρατικών ενισχύσεων για τις ενεργειακές κοινότητες
- Σταθεροί μηχανισμοί χρηματοδότησης των ενεργειακών κοινοτήτων στο επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο
- Τεχνική βοήθεια για τα κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να έχουν πρόσβαση στο Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα και στο Ταμείο για τη Δίκαιη Μετάβαση
- Η στήριξη των εθνικών ομοσπονδιών για την ανάπτυξη χρηματοδοτικών μοντέλων όπως το CEFS μπορεί επίσης να συμβάλει στην προώθηση και τον εκσυγχρονισμό των κοινοτικών ενεργειακών έργων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Απελευθέρωση της δυναμικής των κοινοτήτων στην ενεργειακή μετάβαση
Η ενεργειακή μετάβαση της ΕΕ δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στα χέρια μεγάλων εταιρειών και θεσμικών επενδυτών. Οι ενεργειακές κοινότητες έχουν αποδείξει ότι μπορούν να προωθήσουν τη στροφή προς τις ΑΠΕ, να βοηθήσουν τους πολίτες να έχουν πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή τοπική παραγωγή και να επενδύσουν σε έργα βιομηχανικής κλίμακας, όπως η υπεράκτια αιολική ενέργεια και η τηλεθέρμανση. Ωστόσο, χρειάζονται τα κατάλληλα χρηματοδοτικά και πολιτικά εργαλεία για να βοηθήσουν στην κλιμάκωση. Με τη βελτίωση αυτών των εργαλείων, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορούν να δώσουν στις ενεργειακές κοινότητες τη δυνατότητα να αποτελέσουν ακρογωνιαίο λίθο του μέλλοντος της Ευρώπης στον τομέα της καθαρής ενέργειας.
_______
Dirk Vansintjan, πρόεδρος του REScoop.eu, ψηφιακό πρεσβευτή της EUSEW
Sara Tachelet, συντονίστρια του έργου ACCE
Chris Vrettos, σύμβουλος πολιτικής και οικονομικών, επίσης πρεσβευτής ενέργειας για νέους της EUSEW.
*Το άρθρο συντάχθηκε σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Βιώσιμης Ενέργειας (EUSEW) 2025.
Ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ούτε οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματός της είναι υπεύθυνο για τη χρήση των πληροφοριών του άρθρου. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι αποκλειστικά των συγγραφέων και δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύουν την επίσημη θέση της Επιτροπής.