Οι ΑΠΕ κατέχουν πρωτοποριακή θέση στο ελληνικό επιχειρείν και θα συνεχίσουν να πρωταγωνιστούν
Καθώς πλησιάζει η νέα χρονιά, βρίσκει ελαφρά διαφοροποιημένο τον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Και τονίζω την λέξη ελαφρά, διότι αντίθετα με τα όσα πολλοί πιστεύουν ή θεωρούν, δεν προέκυψαν ουσιαστικές αλλαγές κατά το δεύτερο μισό του 2024 όπως ίσως είχε διαφανεί στην αρχή του τρέχοντος έτους, και αυτό κατά την εκτίμηση μου δεν θα διαφοροποιηθεί δραματικά το 2025 και κατ’ επέκταση και τα επόμενα έτη.
Σίγουρα, ζητήματα όπως τα δίκτυα, η μείωση του διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου, αλλά και η «νέα τάξη πραγμάτων» στα νέα έργα — οι διμερείς συμβάσεις, οι περικοπές και η «απώλεια» του FIT ή του FIP — θα έχουν τον ρόλο τους. Ωστόσο, αυτός ο ρόλος δεν θα είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να προκαλέσει σοβαρούς κλυδωνισμούς στην αγορά.
Εδώ ας μου επιτραπεί μια μικρή παύση.
Η χώρα μας λειτουργεί περί τα 15GW ΑΠΕ τα τελευταία 28 χρόνια, εκ των οποίων τα 10GW, την τελευταία πενταετία, κάτι που αποδεικνύει την ιδιαίτερη σημασία που δείχνει η κυβέρνηση στον τομέα αυτό. Νέα λοιπόν έργα, νέες θέσεις εργασίας, νέα χρηματοδοτικά προγράμματα καθώς και νέες χρηματοδοτήσεις, ενδυνάμωσαν τις ΑΠΕ στην χώρα μας, βοήθησαν τις Τράπεζες στην παροχή εξασφαλισμένων χρηματοδοτήσεων και το κυριότερο κατέστησαν τον απλό καταναλωτή τον πλέον ωφελημένο. Και προτού να αναρωτηθούμε που ακριβώς είναι η ωφέλεια αυτή, ας σκεφτούμε πως θα ήταν αν οι ΑΠΕ δεν είχαν ενταχθεί εγκαίρως σε μεγάλο βαθμό στο ενεργειακό μίγμα της χώρας μας, και δεν αποτελούσαν πλέον το 55% αυτής.
Ας δούμε τις νύχτες χωρίς αέρα και προφανώς χωρίς ήλιο, πως εκτοξεύεται η τιμή της ενέργειας, αφού την θέση των ΑΠΕ παίρνουν το φυσικό αέριο και ο λιγοστός πλέον λιγνίτης. Χωρίς τις ΑΠΕ το κόστος των λογαριασμών όλων μας θα ήταν απλά δυσθεώρητο, και η σημερινή απόλυτα δικαιολογημένη δυσφορία για τους λογαριασμούς μας θα ήταν εκτός ορίων. Μπορούμε απλά να αναλογιστούμε πως θα ήταν αν χρησιμοποιούσαμε μόνο άλλες πηγές ενέργειας όπως πχ. το Φυσικό αέριο; Και σκοπίμως δεν αναφέρομαι στην εξάρτηση που θα είχαμε ως χώρα από άλλες χώρες και την ιδιαίτερα μεγάλη σημασία που θα είχε αυτό γεωπολιτικά.
Σαφέστατα και περιθώρια υπάρχουν πολλά για βελτίωση, και πρέπει πολιτεία και επιχειρήσεις να συνεργαστούν προκειμένου να επιτευχθεί ταχύτερα ο στόχος προς την ολοένα μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις, ή τις μεσαίες, μα και την κοινωνία. Ο στόχος είναι κοινός και μας αφορά όλους.
Θέματα όπως οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, οι περικοπές, η ταχύτερη κατασκευή και σύνδεση στο δίκτυο καθώς και η τελική απορρόφηση της παραχθείσας ενέργειας είναι ζητήματα που θα μας απασχολούν όλους για καιρό. Όμως είναι και ζητήματα που βραχυπρόθεσμα, και ευελπιστώ όχι μακροπρόθεσμα θα επιλυθούν. Η λύση για τις αντιδράσεις θα έρθει μόνο μέσα από τον ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία, με ορθολογικά επιχειρήματα και ρεαλισμό στο τι τελικά είναι οι ΑΠΕ, η λύση θα έρθει στην αιτιολογημένη εφαρμογή των περικοπών, αφού λόγω ζήτησης το σύστημα είναι αναγκασμένο να περικόπτει. Να περικόπτει μεν, αλλά με πραγματικά κριτήρια και με όλα τα έργα που θα εφαρμόζουν αυστηρά το set point των περικοπών. Και εκεί χρειαζόμαστε την αρωγή της πολιτείας και την αυστηριοποίηση του νομοθετικού πλαισίου.
Μια σκέψη επίσης θα μπορούσε να είναι η εφαρμογή, για παράδειγμα, fast track διαδικασιών για την κατασκευή δικτύων, ώστε να μπορούν να υποδέχονται τα νέα έργα. Επιπλέον, το ζήτημα της απορρόφησης της παραχθείσας ενέργειας, που αποτελεί σοβαρή πρόκληση, θα επιλυθεί σταδιακά, καθώς μακροπρόθεσμα η ζήτηση θα αυξηθεί.
Οι επενδύσεις, λοιπόν, θα συνεχιστούν, έστω και με μια πιο προσεκτική προσέγγιση στα παραπάνω ζητήματα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα σταματήσουν, γιατί απλά είναι απαραίτητες. Άλλωστε, δεν παρατηρείται καμία μείωση στην κατάθεση επενδυτικών φακέλων για νέα έργα, ενώ όλα τα αδειοδοτημένα έργα προχωρούν προς κατασκευή.
Πρέπει, λοιπόν, να συνεχίσουμε με τον ίδιο εξαιρετικό ρυθμό την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα, μια χώρα που, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, είναι ιδανική για τέτοιου είδους εγχειρήματα. Ο στόχος δεν είναι μόνο η παραγωγή πράσινης ενέργειας, αλλά και η ανάδειξη της Ελλάδας σε έναν σημαντικό ενεργειακό κόμβο για τη ΝΑ Ευρώπη.
Διαθέτουμε το απαραίτητο know-how, τα χρηματοδοτικά εργαλεία, καθώς και τις ικανότατες επιχειρήσεις που μπορούν να το υλοποιήσουν. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου υπερβολικό να πούμε πως οι ΑΠΕ κατέχουν πρωτοποριακή θέση στο ελληνικό επιχειρείν και θα συνεχίσουν να πρωταγωνιστούν.
Κλείνοντας την αυλαία του 2024 και καλωσορίζοντας τη νέα χρονιά, αυτό που χρειαζόμαστε πάνω απ’ όλα είναι η αδιάκοπη ανάπτυξη των ΑΠΕ, τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος όσο και για τη διασφάλιση του για τις επόμενες γενιές.
Μόνο μέσα από αυτή την πορεία θα μπορέσουμε να πετύχουμε τους στόχους μας, προστατεύοντας τον καταναλωτή και διασφαλίζοντας την πραγματική ενεργειακή μας αυτονομία σε έναν υψηλό και ουσιαστικό βαθμό — ένα επίτευγμα που πολλές άλλες χώρες θα αγωνίζονταν σκληρά για να αποκτήσουν.
Ο κ. Γιώργος Ρόκας είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της R Energy1
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2024, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2025