Ψηφιοποίηση της αγοράς ενέργειας: μια μείζων τεχνική, νομική και ρυθμιστική πρόκληση για την ενεργειακή μετάβαση
Στα τέλη του 2022 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε ένα σχέδιο δράσης για την ψηφιοποίηση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ως τμήμα της ευρύτερης πολιτικής της στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της ψηφιακής στρατηγικής της ΕΕ. Η Επίτροπος Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Kadri Simson, ανέφερε σχετικά ότι «στόχος είναι να καταστεί το ενεργειακό σύστημα πιο αποτελεσματικό και να μπορεί να υποστηρίξει το αυξανόμενο μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Προς τούτο, έχουμε ανάγκη καινοτόμων ψηφιακών λύσεων και ένα δίκτυο πιο ευφυές και διαδραστικό εν σχέσει με το σήμερα υφιστάμενο.». Όπως κατωτέρω αναδεικνύεται, η ψηφιοποίηση μπορεί όντως να συμβάλει στην περαιτέρω εμπέδωση λειτουργικού ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και στην περαιτέρω διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα των κρατών μελών της Ένωσης.
Η ανάγκη εκπόνησης του εν λόγω σχεδίου κατέστη επιτακτική ενόψει και των έκτακτων ρυθμιστικών παρεμβάσεων - με προεξάρχουσα αυτήν του RePowerEU - που έλαβαν χώρα για την αντιμετώπιση των αφύσικα υψηλών τιμών διαρκούσης της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης. Και τούτο διότι η θετική επίδραση της ψηφιοποίησης στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας – από την παραγωγή στη μεταφορά, διανομή, προμήθεια και κατανάλωση – συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην εξοικονόμηση κόστους για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην οικεία αγορά, η οποία εν συνεχεία αντανακλάται στους αντιστοίχως μειωμένους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας των καταναλωτών. Ειδικότερα, η ψηφιοποίηση επηρεάζει ευρύτερα την εν λόγω αγορά όσον αφορά στον αριθμό των συμμετεχόντων σε αυτήν, στην καλύτερη λειτουργία του δικτύου, στην ακριβέστερη πρόβλεψη της προσφοράς και ζήτησης και στην ενεργό συμμετοχή των καταναλωτών στην παρακολούθηση της καταναλισκόμενης εκ μέρους τους ενέργειας.
Η λειτουργία καθετοποιημένων εταιρειών ενέργειας προϋποθέτει τη δραστηριοποίηση επιχειρηματικών φορέων με δυνατότητα διάθεσης σημαντικών κεφαλαίων και ανάπτυξης οικονομιών κλίμακας για την πραγματοποίηση κέρδους δια της μείωσης του κόστους παραγωγής. Αυτό συνιστά εκ των πραγμάτων σημαντικό εμπόδιο εισόδου για μικρότερα επιχειρηματικά σχήματα, γεγονός που αντανακλάται και στην ανταγωνιστική δομή της αγοράς. Περαιτέρω, και ιδίως όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες στο παρελθόν αποτελούσαν ιδιαίτερα κοστοβόρες τεχνολογίες, χρειάστηκε να υιοθετηθούν εκ μέρους των κρατών – μελών σχήματα στήριξης ως κίνητρο επένδυσης προς μικρότερες επιχειρήσεις προκειμένου να επενδύσουν. Με την ψηφιοποίηση μπορούν να περιορισθούν σημαντικά οι υφιστάμενοι φραγμοί εισόδου που συνδέονται με το υψηλό κόστος παραγωγής και να επιτραπεί η συμμετοχή περισσότερων παικτών με μικρότερα κεφάλαια. Παράλληλα, κομβικός στόχος είναι η έτι περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ. Εδώ, η καινοτομία σε επίπεδο εξοπλισμού θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε εγκαταστάσεις μονάδων παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ που απαιτούν χαμηλότερο κόστος συντήρησης.
Πέραν τούτου, οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν την ανάπτυξη πιο ευέλικτων δικτύων που μπορούν να προσαρμοστούν στις ανάγκες της αγοράς και να λειτουργούν αποτελεσματικότερα, παρέχοντας ουσιώδεις διευκολύνσεις στο πρόβλημα της στοχαστικότητας των ΑΠΕ. Τούτο επιτυγχάνεται εν πρώτοις δια της χρήσης αλγορίθμων που καθιστούν εφικτή την ακριβέστερη πρόβλεψη της ζήτησης με άμεση συνέπεια την αντίστοιχη προσαρμογή της προσφοράς και, ως εκ τούτου, την ετοιμότητα του συστήματος να προσαρμοσθεί στις διακυμάνσεις αυτών των δύο βασικών συνιστωσών διαμόρφωσης των τιμών στην αγορά. Αυτή είναι η φιλοσοφία των λεγόμενων έξυπνων δικτύων, τα οποία επιτρέπουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τον αποτελεσματικότερο προγραμματισμό της παραγωγής, ιδίως αυτής που προέρχεται από σταθμούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και, ταυτοχρόνως, τη μείωση της εξάρτησης από μονάδες ορυκτών καυσίμων - στόχος ευκταίος στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης - οι οποίες τελούν σε ετοιμότητα προς τον σκοπό κάλυψης έκτακτων αναγκών λόγω αυξημένης ζήτησης σε χρονικές περιόδους που οι μονάδες παραγωγής ΑΠΕ δεν τροφοδοτούν το δίκτυο με ενέργεια, δίχως επιπτώσεις στην αξιόπιστη και εύρυθμη λειτουργία του δικτύου.
Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει και το νεοθεσπισθέν νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με τις υφιστάμενες δυνατότητες αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ. Η αποθήκευση είναι η επικρατέστερη λύση στην αντιμετώπιση του προαναφερθέντος ζητήματος της στοχαστικότητας διότι επιτρέπει την άμεση κάλυψη έκτακτων αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν ορισμένη ώρα της ημέρας. Στον τομέα αυτό θα συμβάλλει τα μέγιστα και η εισδοχή του πράσινου υδρογόνου στο ενεργειακό μείγμα, το οποίο μπορεί να αποθηκεύεται ως καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όταν χρειάζεται.
Πλέον των ανωτέρω, ένας άλλος τομέας στον οποίο εντοπίζεται η θετική επίδραση της ψηφιοποίησης είναι αυτός της λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Το πλέον πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα ψηφιοποίησης στην εν λόγω αγορά αποτελούν οι λεγόμενοι «έξυπνοι μετρητές» (smart-meters), για τους οποίους υπάρχουν σαφείς διατάξεις στην τελευταία Οδηγία για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ήτοι στην Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2019 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρα 19 επ.), ως μέτρο ενίσχυσης της θέσης των τελικών καταναλωτών. Τα εν λόγω ευφυή συστήματα μέτρησης ηλεκτρικής ενέργειας επιτρέπουν τη μέτρηση και την αποστολή δεδομένων κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στους παρόχους καθώς και την εκ μέρους των καταναλωτών άμεση ενημέρωσή τους για τα εν λόγω δεδομένα και ως εκ τούτου την αποτελεσματικότερη διαχείριση του ενεργειακού τους κόστους. Η χρήση τέτοιων μετρητών αποτελεί πρόκριμα της δυνατότητας σύναψης συμβάσεων δυναμικής τιμολόγησης με τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας (βλ. άρθρο 11 της Οδηγίας), στο πλαίσιο των οποίων η τιμολόγηση ακολουθεί τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά. Εφόσον, συνεπώς, ο καταναλωτής μπορεί να ενημερώνεται σε πραγματικό χρόνο για τις καταναλώσεις του, μπορεί και να προσαρμόζει τις ενεργειακές του ανάγκες ανάλογα με τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών στην αγορά και κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξοικονομεί σημαντικό ποσό χρημάτων. Τις εν λόγω διατάξεις μετέφερε στο εθνικό δίκαιο ο ν. 4986/2022 (ΦΕΚ Α 204/28.10.2022, άρθρα 20 και 28 επ.). Πρόκειται για μια μείζονος σημασίας πρωτοβουλία, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τις επιπτώσεις που είχε η πρόσφατη ενεργειακή κρίση στους λογαριασμούς των καταναλωτών λόγω της αναγκαιότητας χρήσης εκ μέρους των προμηθευτών μηχανισμών αναπροσαρμογής.
Τούτων λεχθέντων, και μολονότι η εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο όσον αφορά την πλήρη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, καθίσταται σαφής η προστιθέμενη αξία της ψηφιοποίησης, η οποία θα συμβάλει στην επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί σε ενωσιακό επίπεδο για τη σταδιακή μετάβαση σε ένα περιβάλλον πράσινης ενέργειας. Τα έξυπνα δίκτυα και οι τεχνολογίες αποθήκευσης θα ευνοήσουν την περαιτέρω αύξηση των ποσοστών ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα. Περαιτέρω, η αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της προσφοράς και της ζήτησης θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους και τον καλύτερο έλεγχο των τιμών, με άμεση συνέπεια την εύρυθμη λειτουργία μιας περισσότερο ανταγωνιστικής αγοράς, η οποία θα παρουσιάζει μια μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα σε έκτακτες περιστάσεις, η κυκλικότητα της εμφάνισης των οποίων δεν μπορεί να αποκλειστεί στον πυκνό ιστορικό χρόνο της προϊούσας παγκοσμιοποίησης.
* Του καθηγητή Αντώνη Μεταξά, Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισκ. Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Βερολίνου, Πρόεδρος, Ελληνικό Ινστιτούτο Ενεργειακής Ρύθμισης
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2023 που εξέδωσε για δωδέκατη συνεχή χρονιά το energypress.