Η κατάργηση της διαφάνειας στις συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας
του Δημήτρη Σπυράκου

Η κατάργηση της διαφάνειας στις συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας

28 06 2022 | 11:23

Η μονομερής αύξηση της τιμής σε μία σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να δικαιολογηθεί υπό μία μόνο οπτική. Ότι ο προμηθευτής προσαρμόζει το τίμημα στην αύξηση του κόστους που έχει για τον ίδιο η παρεχόμενη στους καταναλωτές ηλεκτρική ενέργεια. Κάθε μεταβολή/αναπροσαρμογή του τιμήματος θα πρέπει να υπακούει σε μία σχέση ισορροπίας, ότι δηλαδή η αναπροσαρμογή δεν θα γίνει από εργαλείο διάσωσης σε εργαλείο αύξησης του κέρδους του προμηθευτή.

Τα κυμαινόμενα τιμολόγια είναι από τη φύση τους προγράμματα ανισομερή. Δεν κατανέμουν τον κίνδυνο της επιδείνωσης των συνθηκών ισότιμα στα δύο μέρη, αλλά, στην πραγματικότητα,  τον επιρρίπτουν στο πιο αδύναμο μέρος, τον καταναλωτή, εκείνον δηλαδή που κατά κοινή παραδοχή δεν μπορεί να κάνει έγκυρες προβλέψεις για τις εξελίξεις. Η επίρριψη αυτή του κινδύνου, για να είναι ανεκτή, θα πρέπει να αντισταθμίζεται με τη χορήγηση ουσιαστικών δικαιωμάτων στους καταναλωτές  και να κινείται σε πλαίσια που δεν διακινδυνεύουν την πρόσβασή τους στο κεφαλαιώδες αγαθό της ενέργειας.  Επομένως, οι  προμηθευτές δεν  επιτρέπεται να εκμεταλλεύονται  τη μετακύλιση του κινδύνου στους καταναλωτές, ώστε να παραμελούν την υποχρέωσή τους για προσιτές τιμές. Περαιτέρω, η  επίρριψη του κινδύνου  θα πρέπει να στηρίζεται σε  διαφανείς και δίκαιους  όρους.

Η νομοθεσία για την προστασία των  καταναλωτών δεν ανέχεται τη δυνατότητα κανενός προμηθευτή να μεταβάλλει κατά τη διάρκεια μίας σύμβασης ανεξέλεγκτα το τίμημα, χωρίς προϋποθέσεις  και κριτήρια, με βάση τα οποία θα ελέγχονται η αναγκαιότητα και η έκταση της μεταβολής. Οι  καταναλωτές διαθέτουν ένα σημαντικό μέσο για να αποτρέπουν τέτοιες αυξήσεις: τον έλεγχο  της καταχρηστικότητας των ρητρών, κατά πόσον δηλαδή αυτές είναι επαρκώς διαφανείς και δεν ανατρέπουν την ισορροπία που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. 

Υπό το τελευταίο πρίσμα   αμφισβητείται σήμερα   η νομιμότητα της ρήτρας  αναπροσαρμογής που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τη μετακύλιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης στους καταναλωτές.  Στην πραγματικότητα, βέβαια,  δεν πρόκειται για ρήτρα αναπροσαρμογής του τιμήματος αλλά παραγωγής μίας πρόσθετης ξεχωριστής χρέωσης που μετατρέπεται, ωστόσο,  σε κυρίαρχη στην τιμολόγηση. Η ρήτρα υφίσταται παράλληλα με την προβλεπόμενη ανά kwh σταθερή χρέωση και ενεργοποιείται υπό προϋποθέσεις υπέρβασης σύνθετα περιγραφόμενων ορίων. Τα όρια αυτά  τίθενται  τόσο χαμηλά, ώστε να ενεργοποιούνται άμεσα και να  χρησιμοποιούνται στην πραγματικότητα για  να διογκώνουν το ύψος του ποσού της ρήτρας,   συμπιέζοντας  την αναλογία της σταθερής  χρέωσης στο συνολικό τίμημα.  Έτσι, το   μεγάλο μέρος του τιμήματος αποσυνδέεται από τη βασική χρέωση που εστιάζει την προσοχή του ο καταναλωτής και μεταφέρεται στη ρήτρα αναπροσαρμογής, την οποία όμως ο καταναλωτής αδυνατεί, λόγω της πολυπλοκότητας που ενέχει,  να παρακολουθήσει. 

Οι συνέπειες  από την αναγνώρισης της καταχρηστικότητας   της ρήτρας αναπροσαρμογής δεν μπορεί ασφαλώς να είναι η εγκατάλειψη της διαφάνειας και η εφεξής αυθαίρετη διακύμανση του τιμήματος εκ μέρους του προμηθευτή.  Με την κυβερνητική τροπολογία για την αναστολή της ρήτρας αναπροσαρμογής, ωστόσο, αυτό γίνεται, και μάλιστα   για πρώτη φορά σε συμβάσεις διαρκείας που αφορούν το πλέον κρίσιμο και θεμελιώδες αγαθό της η/ε. Ο προμηθευτής μπορεί να μεταβάλει πλέον το τίμημα, χωρίς να δεσμεύεται ή να ελέγχεται με συγκεκριμένα κριτήρια ή δείκτες. Συνακόλουθα να αυξάνει και τα περιθώρια κέρδους του.   Μολονότι έχουμε συμβάσεις διαρκείας,  η Οδηγία για τους καταχρηστικούς όρους, όσον αφορά τη μεταβολή του τιμήματος, παύει πρακτικά να βρίσκει εφαρμογή. Γι’ αυτό, αναπόφευκτα,  και οι διατάξεις αυτές  την παραβιάζουν. 

Η κατάργηση της διαφάνειας υπονομεύει την πλήρη απόδοση του οφέλους από τη θέσπιση ενός ικανοποιητικού ανώτατου ορίου συναλλαγών στην χονδρεμπορική. Οι προμηθευτές επανεκκινούν τη τιμολογιακή τους πολιτική, δίχως να χρειάζεται να προσδιορίσουν τον μηχανισμό της προσαρμογής των ιδίων στις διακυμάνσεις του κόστους. Διαμορφώνουν, έτσι, ένα ανεξέλεγκτο πεδίο  για τα καθορίσουν τα οποιαδήποτε νέα περιθώρια κέρδους. Τίποτα δεν διασφαλίζει τότε ότι  δεν θα οικειοποιηθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τελικά οι ίδιοι ένα μέρος της επιδότησης  που προορίζεται για την ανακούφιση των καταναλωτών. 

Η Κυβέρνηση αφήνει τη διαμόρφωση των τιμών  σε έναν  ανταγωνισμό των εταιρειών που δεν περιλαμβάνει  την  ισχύ κρίσιμων διατάξεων για την προστασία των καταναλωτών. Δίχως, όμως, την τελευταία, ανταγωνισμός προς όφελος του καταναλωτή δεν πρόκειται  να υπάρξει. Η δυνατότητα του προμηθευτή, μόλις  μέσα σε ένα μήνα,  να αλλάζει το τίμημα, δίχως να δεσμεύεται για  τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα το κάνει, μόνο ως αποθάρρυνση για την αξιοποίηση του ανταγωνισμού μπορεί να λειτουργεί. Όπου και αν πάει ο καταναλωτής,  μετά από λίγο, πιθανόν  θα βρίσκεται με μία διαφορετική σύμβαση από αυτή που υπολόγιζε. Για μία αγορά που έχει εγγενείς δυσχέρειες κινητικότητας, ο καθένας αντιλαμβάνεται τι αυτό σημαίνει. Η τροπολογία  επιτυγχάνει τελικά το αντίθετο,  αφού αποτρέπει τις εταιρίες να συμμετάσχουν σε έναν ανταγωνισμό για μία μεγαλύτερη σε  διάρκεια διαφανή και ισότιμη σχέση με τους καταναλωτές. 

Η τροπολογία  προβλέπει τη δυνατότητα του καταναλωτή να λύνει αζημίως τη σύμβαση. Η παροχή της δυνατότητας αυτής είναι υποχρέωση με βάση την ενωσιακή νομοθεσία και αφορά κάθε σύμβαση κυμαινόμενου τιμολογίου. Θα ήταν, γι’ αυτό, πρωτίστως σημαντική, και θα προήγαγε τον ανταγωνισμό,  αν αφορούσε αξιόλογες σε διάρκεια και διαφανείς συμβάσεις, αφού θα επέτρεπαν στον καταναλωτή να κατοχυρώνει μία σημαντική αφετηρία και να βελτιώνει περαιτέρω, στη συνέχεια , τις επιλογές του. 

H αποκατάσταση της αξιοπιστίας της ενεργειακής αγοράς προϋποθέτει την εδραίωση των αρχών της διαφάνειας και της ισοτιμίας στις σχέσεις των συναλλασσόμενων.  Ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην προστασία των καταναλωτών  δεν μπορούν να επιτυγχάνουν το στόχο τους, αποδυναμώνοντας τα δικαιώματά τους.

…….

Ο Δημήτρης Σπυράκος είναι  διδάκτωρ νομικής – δικηγόρος, πρώην Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM