Κίνητρα και κατάργηση περιορισμών επιδιώκει η ΡΑΕ για διευκόλυνση των διμερών συμβολαίων - Το ΕΧΕ θα υποβάλει πρόταση
Τον περιορισμό έως και την κατάργηση των περιορισμών στην σύναψη διμερών συμβολαίων φυσικής παράδοσης στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού επιδιώκει η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, με σκοπό την αύξησή τους στα πλαίσια της περαιτέρω απελευθέρωσης της αγοράς.
Συγκεκριμένα, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας έχει ζητήσει από το ΕΧΕ, με σχετική επιστολή που έστειλε στις αρχές Απριλίου, να εκπονήσει μελέτη όπου θα εξετάζονται όλα τα σενάρια για την διευκόλυνση της σύναψης διμερών συμβολαίων φυσικής παράδοσης. Ειδικότερα, να εξετάσει αν πρέπει να καταργηθεί η δέσμευση του 20% της ΔΕΗ ή να ληφθούν άλλα μέτρα. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Χρηματιστήριο Ενέργειας δεσμεύτηκε σε διάστημα 3 μηνών να έχει εισήγηση και τεκμηρίωση επί του θέματος, ώστε η ΡΑΕ να προχωρήσει στη συνέχεια σε σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Το πρόβλημα
Η σχετική συζήτηση που χρονολογείται ήδη εκ των απαρχών του target model, αφορά στο κατά πόσο η ύπαρξη και σύναψη διμερών συμβολαίων στην χονδρική ρεύματος δύναται να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην λιανική.
Τους τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την ελληνική αγορά ρεύματος και σε αντίθεση με ότι ισχύει για τις πιο ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, έχουμε σχεδόν 100% μετακύλιση των τιμών χονδρικής ρεύματος στην λιανική, όπου στην μεν πρώτη η εκτόξευση των τιμών αερίου ως βασικού καυσίμου στο μίγμα παραγωγής «εδραιώνει» τις τιμές σε εξαιρετικά επίπεδα και ακολούθως «μεταφράζονται» στις τιμές λιανικής, δηλαδή στις τιμές που φτάνουν στον καταναλωτή.
Ταυτόχρονα, όπως υποστηρίζουν στελέχη της αγοράς, οι προμηθευτές, καλύπτοντας ένα μέρος του χαρτοφυλακίου τους μέσω διμερών συμβολαίων, θα τους επέτρεπε να κάνουν hedging και να είναι σε θέση να προσφέρουν σε μεγαλύτερο βαθμό σταθερά τιμολόγια στους καταναλωτές. Να σημειωθεί ότι το θέμα απασχόλησε έντονα στο πρόσφατο συνέδριο Power & Gas Forum, όπου τόσο εκπρόσωποι της ΡΑΕ, όπως ο Πρόεδρος της ΡΑΕ Αθανάσιος Δαγούμας όσο και εκπρόσωποι του Χρηματιστηρίου Ενέργειας έκαναν ειδική αναφορά επί του θέματος.
Τι υποστηρίζει η ΡΑΕ
Κατά τα πρότυπα σύγχρονων ενεργειακών αγορών, η ΡΑΕ τάσσεται υπέρ της άρσης του πλαφόν στις ποσότητες ενέργειας επί συναλλαγών στην προθεσμιακή αγορά, ως ένα ακόμη εργαλείο αντιστάθμισης κινδύνου.
Βασική επιδίωξη και σκεπτικό της αρχής είναι η μεγαλύτερη δραστηριοποίηση στην προθεσμιακή αγορά ώστε οι προμηθευτές να μπορούν να προφυλάσσονται έναντι της βραχυπρόθεσμης μεταβλητότητας των τιμών και να παρέχουν πιο ανταγωνιστικά προϊόντα στους τελικούς καταναλωτές, όπως ανέφερε σχετικά η Προϊσταμένη Διεύθυνσης Ενεργειακών Αγορών Χονδρικής της ΡΑΕ, Αγγελική Μουρτζίκου, κατά την παρέμβασή της στο πρόσφατο συνέδριο Power & Gas Forum.
Τι υποστηρίζει το Χρηματιστήριο Ενέργειας
Από την πλευρά του το EXE, όπως υποστήριξε ο Δρ. Χριστόφορος-Ανέστης Ζούμας, Acting COO & Director – Markets Operations της HEnEx, ένα μίγμα 80%-20% μεταξύ διμερών και χρηματιστηριακών συναλλαγών δεν θα ήταν επωφελές για την αγορά και κυρίως δεν θα συνέβαλε στην μείωση των τιμών, που συνιστά και το βασικό επιχείρημα για μια τέτοια αλλαγή στην αγορά. Ανέφερε συγκεκριμένα, πως σε μια τέτοια περίπτωση, η διαφάνεια και τα σήματα που παράγονται στην υφιστάμενη αγορά θα πάψουν να υπάρχουν.
«Έχουμε μια αγορά όπου 20-25% ΑΠΕ μπαίνουν κατά προτεραιότητα, πρόσθετα ένα άλλο μέρος λόγω longterms και ένα ακόμη λόγω υποχρεωτικών νερών. Αν σε αυτά προσθέσεις και 80% διμερή συμβόλαια τότε πρακτικά θα έχει εξαφανίσει την αγορά». Συμπλήρωσε δε χαρακτηριστικά πως «σε μια τέτοια περίπτωση όλα αυτά τα πράγματα που κερδίσαμε τόσα χρόνια ως προς την διαφάνεια και την δημιουργία οικονομικών σημάτων μέσα από τις αγορές, θα χαθούν».
Σημείωσε ακόμη πως το υφιστάμενο μοντέλο «pay as clear» της αγοράς ηλεκτρισμού δεν απαγορεύει τα διμερή συμβόλαια. Συγκρίνοντας αυτό το μοντέλο με τα άλλα δύο που υπάρχουν «pay as bid» και pay as average cost» κρίνεται η βέλτιστη επιλογή γιατί ευνοεί τον ανταγωνισμό στην χονδρική. Οι παρενέργειες που σήμερα βιώνει η αγορά, σημειωτέον σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης, πρέπει να επιλυθούν στην κατεύθυνση βελτίωσης και όχι αλλαγής του υφιστάμενου σχεδιασμού της αγοράς.
Αντίστοιχα η όποια δυσκολία στην σύναψη διμερών συμβολαίων, είτε μιλάμε για φυσικής παράδοσης, είτε οικονομικών, πρέπει να αναζητηθεί αλλού και όχι στο μοντέλο της αγοράς. Τέτοιες δυσκολίες αφορούν τα επίπεδα τιμών, τον τρόπο διαχείρισης ρίσκου εντός συγκεκριμένων συμβάσεων, καθώς και την μεταβολή των τιμών, την δυνατότητα «opt out» και την χρονική τους διάρκεια.
Συμπερασματικά υπογραμμίζει πως «Το πρόβλημα είναι σαφώς πρόβλημα διαχείρισης επάρκειας πόρων σε συγκεκριμένη τεχνολογία, δηλαδή στην προμήθεια του φυσικού αερίου και αυτό είναι ένα πρόβλημα». Η αγορά φυσικού αερίου λειτουργεί εντελώς διαφορετικά έναντι της αγοράς ηλεκτρισμού, με διαφορετικά χαρακτηριστικά σύγκλισης και σύζευξης.
Επιπρόσθετα, το ΕΧΕ επισημαίνει πως ο στόχος πρέπει να είναι ισχυρές και ρευστές αγορές φυσικής παράδοσης ώστε να μπορούν να παράγονται τα ανάλογα σήματα και να λαμβάνονται αποφάσεις τόσο σε ρυθμιστικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Σε ένα ενδεχόμενο λειτουργίας της αγοράς 80-20 διμερή συμβόλαια, όπως υποστηρίζει, το μεγαλύτερο πλήγμα θα δεχόντουσαν οι μικροί ανεξάρτητοι προμηθευτές και νέοι επενδυτές ή νέοι συμμετέχοντες που θα αντιμετώπιζαν πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα εισόδου στην αγορά.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Υπενθυμίζεται, όπως έχει γράψει το energypress, ότι το πλαφόν του 20% στα διμερή συμβόλαια είχε τεθεί σε εφαρμογή από τη ΡΑΕ από την έναρξη λειτουργίας του Target Model, ενώ παρατάθηκε και για όλο το 2021 με μεταγενέστερη απόφαση της Αρχής. Το όριο αυτό ίσχυε για όλους τους προμηθευτές με μερίδιο άνω του 4% στην αγορά, δηλαδή πρακτικά για όλους τους καθετοποιημένους «παίκτες».
Με την απόφασή της για το 2022, η ΡΑΕ αναπροσαρμόζει στο 40% το μερίδιο στην αγορά των εταιρειών που υπόκεινται στο εν λόγω πλαφόν. Κάτι που σημαίνει ότι πλέον μόνον η ΔΕΗ περιορίζεται, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022, να καλύπτει το ανώτερο έως το 20% των αναγκών της, με αγορές ενέργειας εκτός της Αγοράς Επόμενης Ημέρας.