Διαπραγματεύσεις Σκρέκα στην Αγ.Πετρούπολη με Gazprom για την φόρμουλα τιμολόγησης - Κρίνεται η δυνατότητα για φθηνότερο αέριο το 2022 σε οικιακούς πελάτες και βιομηχανίες
Το 45% του φυσικού αερίου και σχεδόν το 10% του αργού πετρελαίου που εισάγει και καταναλώνει κάθε χρόνο η Ελλάδα προέρχονται από τη Ρωσία. Το ειδικό της βάρος για τη διαμόρφωση των τιμών, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την ίδια την ελληνική οικονομία είναι προφανές, πόσο μάλλον στην παρούσα συγκυρία.
Το κατά πόσο η Αθήνα, εν μέσω ενός πολύ δύσκολου ενεργειακά χειμώνα, θα καταφέρει να διαπραγματευτεί και να «κλειδώσει» μια καλύτερη συμφωνία με τη Gazprom για το 2022, θα κρίνει και τη δυνατότητα για φθηνότερο αέριο του χρόνου σε οικιακούς πελάτες και μεγάλους ενεργοβόρους καταναλωτές.
Σήμερα, για αυτόν ακριβώς το λόγο, θα βρεθεί στην Αγία Πετρούπολη, ο υπουργός ΠΕΝ Κώστας Σκρέκας , προκειμένου να συναντηθεί με το αφεντικό της Gazprom, Αλεξέι Μίλερ. Κλειδί της συζήτησης, η φόρμουλα τιμολόγησης με την οποία πουλάει η ρωσική εταιρεία στους πελάτες της.
Οι Ρώσοι, πρόκειμενου να εκμεταλλευτούν την εκτίναξη των τιμών στο φυσικό αέριο, ζητούν η φόρμουλα για το 2022 να συνδεθεί κατά 100% με τον ολλανδικό δείκτη TTF. "Δεν μπορούμε να το δεχτούμε", απαντά αρμόδια πηγή στο energypress, κάνοντας σαφή την δυσκολία της διαπραγμάτευσης.
Το συμβόλαιο μεταξύ των δύο πλευρών λήγει το 2026, ωστόσο κάθε χρόνο διεξάγονται συζητήσεις για τον τρόπο τιμολόγησης και για τη διαχείριση της ρήτρας take or pay που αυτό περιλαμβάνει. Στις παλαιότερες διαπραγματεύσεις, τόσο για το 2020, όσο και για το 2021, επειδή τότε ακόμη το πετρέλαιο ήταν πιο ακριβό από το αέριο, είχαμε ζητήσει από τους Ρώσους - και εκείνοι το είχαν αποδεχτεί - η φόρμουλα να μην είναι 100% «oil indexed», δηλαδή συνδεδεμένη μόνο με τις τιμές του πετρελαίου, αλλά ως ένα βαθμό (40%) και με τον ολλανδικό δείκτη TTF.
Τότε, ουδείς μπορούσε να φανταστεί την έκταση της ενεργειακής κρίσης που θα έφερνε η παγκόσμια ανάκαμψη, τον ψυχρό πόλεμο που θα ζούσε η Ευρώπη και την ασταμάτητη έκρηξη των τιμών. Η καταιγίδα όμως έφερε τα πάνω- κάτω και οι ισορροπίες μεταξύ των δύο καυσίμων έχουν ανατραπεί. Εδώ και πολλούς πλέον μήνες, το φυσικό αέριο είναι ακριβότερο του πετρελαίου, και οι Ρώσοι μας ζητούν, το νέο αυτό status να αντανακλάται σε όλη του την διάσταση και στη φόρμουλα τιμολόγησης. Να είναι συνδεδεμένη όχι με το πετρελαιο, αλλά κατά 100% με τον ολλανδικό δείκτη TTF. Ενός δείκτη, όπου το προθεσμιακό συμβόλαιο για τον Ιανουάριο έκλεισε την Παρασκευή στα 89,47 ευρώ η μεγαβατώρα, όταν ένα χρόνο πριν, διαπραγματεύονταν κοντά στα... 15 ευρώ. Αυξήθηκε δηλαδή μεσα στο τελευταίο 12μηνο κατά 500%.
Άραγε θα ακολουθηθεί και για του χρόνου ένα υβριδικό μοντέλο μεταξύ ΔΕΠΑ - Gazprom, που θα συνδέει έστω μέρος των πωλούμενων ποσοτήτων με το TTF, κάτι που ενώ μας εξυπηρετούσε στην διάρκεια της πανδημίας όταν οι τιμές είχαν κατακρημνιστεί, δεν μας συμφέρει καθόλου απ’ όταν ξέσπασε η κρίση και μετά;
Στην πράξη, από τις διαπραγματεύσεις με τη Gazprom κρίνεται η διαμόρφωση των τιμών στην εγχώρια αγορά για την επόμενη χρονιά. Το πρώτο και κυριότερο, αφορά τις δυνατότητες που θα έχει η ΔΕΠΑ να δώσει σε ηλεκτροπαραγωγούς αλλά κυρίως σε καταναλωτές και βιομηχανίες, φθηνότερο αέριο. Το δεύτερο στοιχείο έχει ευρύτερες πολιτικές διαστάσεις, αφορά τις σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας και τον ίδιο το ρόλο της Gazprom ως αξιόπιστου και στρατηγικού εταίρου για τη χώρα.
Προηγήθηκε η Μικτή Διυπουργική Επιτροπή
Η σημερινή επίσκεψη Σκρέκα, όπως και εκείνη στις 29-30 Νοεμβρίου του αναπληρωτή ΥΠΕΞ Μ.Βαρβιτσιώτη στην Μόσχα, όπου συμπροήδρευσε με τον ρώσο υπουργό Μεταφορών Βιτάλι Σαβέλιεφ της 13ης Συνόδου της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής για την Οικονομική, Βιομηχανική, Επιστημονική και Τεχνολογική Συνεργασία, λειτουργούν προπαρασκευαστικά της συνάντησης Μητσοτάκη - Πούτιν τη Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου στο Σότσι.
Αμφότερες, εκτός από τεχνικό έχουν και έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Στον πυρήνα για παράδειγμα των αποτελεσμάτων της επίσκεψης Βαρβιτσιωτη βρέθηκε ένα πολυσέλιδο Πρωτοκολλο που υπεγράφη μεταξύ των δύο πλευρών και το οποίο μιλά για τη σημασία διμερούς συνεργασίας σε σειρά τομέων, από τη βιομηχανία και την ενέργεια, έως τις επενδύσεις και τον τουρισμό. Ζητήματα δηλαδή «χαμηλής πολιτικής», που στην πραγματικότητα μόνο τέτοια δεν είναι, αφού βάζουν βάσεις για αναθέρμανση των διμερών σχέσεων.
Στο κείμενο μάλιστα της Διυπουργικής, υπάρχει, σύμφωνα με πληροφορίες, συγκεκριμένη αναφορά στο γεγονός ότι οι εμπορικές εταιρείες Gazprom και ΔΕΠΑ καλούνται να καταλήξουν σε αμοιβαια αποδεκτή και δίκαιη συμφωνία για τις μακροπρόθεσμες προμήθειες φυσικού αερίου, με έμφαση στο 2022. Εκτενής αναφορά γίνεται επίσης στο ενδιαφέρον ρωσικών εταιρειών για συμμετοχή σε έργα κατασκευής και εκσυγχρονισμού ενεργειακών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, για την εξερεύνηση γεωθερμικών πόρων, κατασκευή και ανακατασκευή εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρισμο, αλλά και ΑΠΕ.
Χρόνια τώρα, πολιτικοί αναλυτές επιμένουν ότι σε ένα κόσμο όπου οι συσχετισμοί μεταβάλλονται ραγδαία, η Αθήνα δεν έχει τη πολυτέλεια να αγνοεί τη Μόσχα ακόμα και υπό συνθήκες αυξημένης έντασης με τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Δίχως να τίθεται εν αμφιβόλω το στρατόπεδο που εδώ και δεκαετίες έχουμε επιλέξει, εντούτοις διαχρονικά η χώρα δείχνει παντελή αδυναμία να συγκροτήσει μια σταθερή πολιτική έναντι της Ρωσίας.
Το δείχνουν τα σαράντα κύματα από τα οποία έχουν περάσει οι διμερείς σχέσεις τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Η κυβέρνηση Σημίτη ουδέποτε έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την βελτίωσή τους, επί Κώστα Καραμανλή την περίοδο 2004-2009, επιχειρήθηκε σημαντική πρόοδος, ενώ εντελώς αμφίσημα ήταν τα μηνύματα της περιόδου 2015-2019, (σσ: αρχικά έγινε προσέγγιση της Μόσχας στο πλαίσιο αντιπαράθεσης με την τρόικα, ενώ από τον Ιούλιο του 2018 οι σχέσεις μπήκαν στον πάγο με την απέλαση των δύο Ρώσων διπλωματών).
Το κατά πόσο τούτη τη φορά θα υπάρξει πρόοδος στα ζητήματα «χαμηλής πολιτικής» μένει να φανεί. Η συνάντηση Μητσοτάκη -Πούτιν την Τετάρτη θα είναι εφ' όλης της ύλης και εκτός από τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, την τουρκική προκλητικότητα στην ευρύτερη περιοχή, τον τουρισμό και τις επενδύσεις, στο επίκεντρο θα βρεθούν τα ενεργειακά. Προφανώς και η οριστικοποίηση μιας καλής συμφωνίας για τη τιμή του αερίου με τη Gazprom, ειδικά στη παρούσα χρονική συγκυρία, θα μετρήσει σημαντικά στην αναθέρμανση ή μη των διμερών σχέσεων.