Μη καθετοποιημένοι προμηθευτές: Αγορές εξισορρόπησης και κεντρικός προγραμματισμός κατανομής (central dispatching)

Μη καθετοποιημένοι προμηθευτές: Αγορές εξισορρόπησης και κεντρικός προγραμματισμός κατανομής (central dispatching)

Μη καθετοποιημένοι προμηθευτές: Αγορές εξισορρόπησης και κεντρικός προγραμματισμός κατανομής (central dispatching)
16 02 2021 | 07:30

Το εξαιρετικά υψηλό κόστος εξισορρόπησης που προέκυψε στην Ελληνική αγορά από την έναρξη λειτουργίας της έως σήμερα δεν οφείλεται στην μορφή του dispatching, αλλά σε μια σειρά από αστοχίες στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της, όπως η απουσία μηχανισμού παρακολούθησης και εποπτείας, η μη συμμετοχή των εταιρειών εμπορίας στην ενδο-ημερήσια αγορά, η ρηχή ολιγοπωλιακής φύσεως μορφή της αγοράς από την πλευρά των παρόχων υπηρεσιών εξισορρόπησης, η μικρή χωρητικότητα ισχύος των διεθνών διασυνδέσεων που αποτρέπει δυνατότητες balancing coupling, αστοχίες στον αλγόριθμο ISP όσον αφορά στα βήματα προσφορών κ.α.

Αυτό υποστηρίζουν παράγοντες από το χώρο των μη καθετοποιημένων προμηθευτών, σε κείμενο που απέστειλαν στο energypress, στο οποίο καταλήγουν ότι εκείνο που προέχει σήμερα, είναι «η διόρθωση όλων των αποκλίσεων της Ελληνικής αγοράς εξισορρόπησης σε σχέση με το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό πλαίσιο και η δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού σε αυτή, ώστε να αποκαλυφθεί το πραγματικό κόστος εξισορρόπησης το οποίο θα εκφράζει το οριακό μεταβλητό κόστος των παρόχων υπηρεσιών εξισορρόπησης και όχι ένα ρυθμιστικά προερχόμενο υπερπολλαπλάσιο κέρδος αυτών».

Ολόκληρο το κείμενο είναι το εξής:

Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκε κατά το τελευταίο διάστημα προς υποστήριξη του ακραία υψηλού κόστους εξισορρόπησης που προέκυψε στην Ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ήταν η δομή του εγχώριου συστήματος μεταφοράς Η/Ε, η οποία βασίζεται στην αρχή του κεντρικού προγραμματισμού και κατανομής ανά μονάδα (unit based/central dispatching model) και η οποία, κατά τους εν λόγω ισχυρισμούς, προκαλεί εξ’ ορισμού υψηλότερο κόστος εξισορρόπησης. Όπως, προκύπτει, όμως από τη διεθνή εμπειρία αλλά και τη σχετική ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν ισχύει αλλά η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη – οι αγορές που λειτουργούν με central dispatching παρουσιάζουν κατά κανόνα χαμηλότερο κόστος εξισορρόπησης σε σχέση με τις υπόλοιπες. 

Βάσει του υποδείγματος central dispatching, oι οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες εξισορρόπησης υποβάλλουν προσφορές στην αγορά ανά μονάδα, χρονική περίοδο και ανά ζώνη φορτίου, και ακολούθως, ο εκάστοτε Διαχειριστής του Συστήματος, (στην προκειμένη περίπτωση ο ΑΔΜΗΕ), επιλέγει, κάνοντας χρήση ενός αλγορίθμου βελτιστοποίησης (ISP – Integrated Scheduling programming) τις οικονομικότερες προσφορές και εκδίδει αντίστοιχες εντολές προς κάθε μία μονάδα παραγωγής που έχει επιλεγεί για την παροχή κάθε υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, σε πρώτο στάδιο διασφαλίζεται ότι στο Σύστημα υπάρχει επαρκής διαθέσιμη ισχύς για παροχή υπηρεσιών εξισορρόπησης σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διαχειριστή και στη συνέχεια, όταν αυτό απαιτείται, εκδίδονται οι απαιτούμενες εντολές προς τις οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες εξισορρόπησης. Το μοντέλο αυτό χρησιμοποιείται σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες έχει αποδειχθεί ότι διασφαλίζει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την ασφάλεια του Συστήματος.

Στον αντίποδα αυτού του μοντέλου, οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες έχουν σταδιακά υιοθετήσει μοντέλα αποκεντρωμένου προγραμματισμού και κατανομής ανά συμμετέχοντα (self dispatch), σύμφωνα με τα οποία, οι συμμετέχοντες έχουν οι ίδιοι την ευθύνη κατανομής των μονάδων τους και αποστέλλουν λιγότερο λεπτομερή κοστολογικά στοιχεία στους Διαχειριστές Συστημάτων σε σχέση με το μοντέλο central dispatch. Στο άρθρο 14 παρ. 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2195 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριας γραμμής για την εξισορρόπηση ηλεκτρικής ενέργειας ορίζεται το self-dispatching ως το κύριο μοντέλο λειτουργίας της αγοράς εξισορρόπησης που πρέπει να εφαρμόζουν οι Διαχειριστές του δικτύου μεταφοράς. Προβλέπεται επίσης ότι στις αγορές εξισορρόπησης όπου εφαρμόζεται ήδη η κεντρική κατανομή των μονάδων, πρέπει να ζητηθεί εξαίρεση από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές προκειμένου να επιτραπεί η συνέχιση της λειτουργίας με βάση το μοντέλο κεντρικής κατανομής.

Στον κάτωθι χάρτη παρουσιάζονται τα διαφορετικά μοντέλα κατανομής που χρησιμοποιούνται σε κάθε αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης.

Εικόνα που περιέχει χάρτης</p>
<p>Περιγραφή που δημιουργήθηκε αυτόματα

Πηγή: “Modelling Framework Simulating the TERRE Activation Optimization Function”, June 2020

 

Συγκεκριμένα, 

  • μοντέλο Self dispatch εφαρμόζεται στη Γερμανία, στις Σκανδιναβικές χώρες πλην Νορβηγίας, στην Ολλανδία, στη Δανία, στην Ουγγαρία, τη Σλοβακία, την Κροατία, την Αυστρία και την Ελβετία,
  • μοντέλο Central dispatch εφαρμόζεται με δύο διαφορετικές παραλλαγές (self-scheduling και central scheduling). Self-scheduling/central dispatching λειτουργούν οι Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία ενώ central scheduling/central dispatching εφαρμόζεται στην Ελλάδα, την Πολωνία, την Ιταλία, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και την Ιρλανδία

Λαμβάνοντας υπόψη το καταγεγραμμένο κόστος εξισορρόπησης ανά χώρα, όπως αυτό παρουσιάζεται σε πρόσφατο δελτίο του Οργανισμού Συνεργασιών των Ρυθμιστικών Αρχών της Ευρώπης, ACER, για το 2019 , θα παρατηρήσει κανείς ότι η Πολωνία, για παράδειγμα, η οποία χρησιμοποιεί παρόμοιο μοντέλο με την Ελλάδα (central scheduling, central dispatching) παρουσιάζει το χαμηλότερο κόστος εξισορρόπησης (0,64 ευρώ/MWh) από κάθε άλλη Ευρωπαϊκή αγορά!

Παρόμοια είναι και η διαπίστωση και για άλλες χώρες που εφαρμόζουν central dispatching, όπως η Ισπανία και η Γαλλία, το μοναδιαίο κόστος εξισορρόπησης των οποίων δεν υπερβαίνει το 1 ευρώ/MWh, ενώ ακόμα και στις περιπτώσεις των χωρών εκείνων με το υψηλότερο κόστος (Ρουμανία, Τσεχία) αυτό ανέρχεται περίπου στα 4-5 ευρώ/MWh κατά μέγιστο και σε καμία περίπτωση στα εξωφρενικά επίπεδα που παρατηρήθηκαν στην Ελληνική αγορά.

Και σε επίπεδο ακαδημαϊκής έρευνας, όμως, προκύπτει ακριβώς το ίδιο συμπέρασμα. Βάσει της μελέτης «Central- versus Self-Dispatch in Electricity Markets» που εκπονήθηκε το 2018 από τους Victor Ahlqvist, Pär Holmberg και Thomas Tangerås, σε συνεργασία του Ινστιτούτου Ερευνών Βιομηχανικής Οικονομίας της Στοκχόλμης, του Energy Policy Research Group του πανεπιστημίου Cambridge και του Program on Energy and Sustainable Development του πανεπιστημίου Stanford, προέκυψαν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

  • Οι χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας των Η.Π.Α. λειτουργούν με μοντέλο central dispatching, ενώ, αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών αγορών της Ευρώπης έχει μεταβεί σε εκδοχές μοντέλων με αποκεντρωμένο προγραμματισμό (self dispatch).
  • Κατά την μετάβαση από self-dispatch σε central dispatch στην πολιτεία του Texas, οι συνολικές απώλειες κοινωνικού οφέλους του Συστήματος Η/Ε μειώθηκαν κατά 0,5% και οι τιμές Η/Ε κατά 2%.
  • Τα κόστη είναι υψηλότερα στην περίπτωση του self- dispatch καθώς μέρος της επεξεργασίας δεδομένων και της βελτιστοποίησης κατανομής έχει αποκεντρωθεί προς τους παραγωγούς. 
  • Ο κεντρικός προγραμματισμός κατανομής, θεωρητικά, είναι πιο αποτελεσματικός καθώς λαμβάνει υπόψη του περισσότερα στοιχεία για την παραγωγή του προγράμματος κατανομής (πχ start-up costs, no-load costs). Από την άλλη πλευρά είναι λιγότερο ευέλικτος, καθώς η μορφή υποβολής των προσφορών είναι πιο απλοποιημένη, μη επιτρέποντας στους παραγωγούς να εκφράζουν λεπτομερώς τα κοστολογικά τους στοιχεία, παρουσιάζοντας την ανάγκη για διαρκή επικαιροποίησή της για νέες τεχνολογίες και δεδομένα προσφοράς και ζήτησης. Από την άλλη πλέυρα, το μοντέλο self dispatch μπορεί να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά την εισαγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε τοπικό επίπεδο καθώς και να αντιμετωπίσει διαζωνικές συμφορήσεις με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. 
  • Τέλος, στο μοντέλο central dispatch είναι πιο εύκολο να εντοπιστούν και να αναδειχθούν collusions μεταξύ συμμετεχόντων, καθώς οι προσφορές τους είναι διαθέσιμες στον Διαχειριστή και τη Ρυθμιστική Αρχή, ενώ στο μοντέλο self-dispatch ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται σημαντικά, για μια σειρά από λόγους που παρατίθενται αναλυτικά στη μελέτη

Συμπερασματικά, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων και ερευνών, διαψεύδεται απόλυτα ο ισχυρισμός ότι ο κεντρικός προγραμματισμός κατανομής συνεπάγεται απαραίτητα και υψηλότερο μοναδιαίο κόστος εξισορρόπησης. Το αντίθετο μάλιστα – όπως προκύπτει από το παράδειγμα της αγοράς εξισορρόπησης της Πολωνίας αλλά και την αντίστοιχη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, το central dispatching οδηγεί σε μειωμένο κόστος εξισορρόπησης. 

Σε κάθε περίπτωση, το εξαιρετικά υψηλό κόστος εξισορρόπησης που προέκυψε στην Ελληνική αγορά από την έναρξη λειτουργίας της έως σήμερα δεν οφείλεται στην μορφή του dispatching, αλλά σε μια σειρά από αστοχίες στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της, όπως η απουσία μηχανισμού παρακολούθησης και εποπτείας εκ μέρους της Ρυθμιστικής Αρχής σε συνδυασμό με τον ορισμό σημαντικών ποινών για την ύπαρξη καταχρηστικών συμπεριφορών εκ μέρους συμμετεχόντων, η μη συμμετοχή των εταιρειών εμπορίας στην ενδο-ημερήσια αγορά η οποία θα προσέθετε σημαντική ρευστότητα και θα μείωνε τις ανάγκες για εφεδρείες και ενεργοποίηση ενέργειας εξισορρόπησης, η ρηχή ολιγοπωλιακής φύσεως μορφή της αγοράς από την πλευρά των παρόχων υπηρεσιών εξισορρόπησης, η μικρή χωρητικότητα ισχύος των διεθνών διασυνδέσεων που αποτρέπει δυνατότητες balancing coupling, αστοχίες στον αλγόριθμο ISP όσον αφορά στα βήματα προσφορών κ.α 

Συνεπώς, εκείνο που προέχει είναι η διόρθωση όλων των αποκλίσεων της Ελληνικής αγοράς εξισορρόπησης Η/Ε σε σχέση με το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό πλαίσιο και η δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού σε αυτή, ώστε να αποκαλυφθεί το πραγματικό κόστος εξισορρόπησης το οποίο θα εκφράζει το οριακό μεταβλητό κόστος των παρόχων υπηρεσιών εξισορρόπησης και όχι ένα ρυθμιστικά προερχόμενο υπερπολλαπλάσιο κέρδος αυτών.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM