Petroplus: Η κατάρρευση και οι κίνδυνοι υπερδανεισμού

Petroplus: Η κατάρρευση και οι κίνδυνοι υπερδανεισμού

Petroplus: Η κατάρρευση και οι κίνδυνοι υπερδανεισμού
26 01 2012 | 10:33

Η κατάρρευση του πετρελαϊκού ομίλου Petroplus Holdings AG (PPHN.EB) στρέφει για άλλη μια φορά την προσοχή στους κινδύνους που ενέχουν οι επιχειρήσεις με συσσωρευμένα χρέη που τις καθιστούν ιδιαιτέρως ευάλωτες στις δυσμενείς εμπορικές συνθήκες και τις… «παγωμένες» πιστωτικές αγορές.

Η Petroplus προστίθεται σε μια μακρά και συνεχώς αυξανόμενη λίστα εταιρειών που κίνησαν διαδικασίες πτώχευσης κατά τις τελευταίες εβδομάδες. Μια σειρά βρετανικών επιχειρήσεων λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένης της γνωστής εταιρείας ένδυσης Peacocks, της εταιρείας εσωρούχων La Senza, καθώς και της αλυσίδας αθλητικών ειδών Blacks Leisure, έχουν πέσει θύματα της συρρικνούμενης καταναλωτικής δαπάνης. Οι διεθνείς εταιρείες, μεταξύ των οποίων η σουηδική αυτοκινητοβιομηχανία Saab Automobile και ο αμερικανικός κολοσσός φωτογραφικών μηχανών Eastman Kodak, καταρρέουν ελλείψει χρηματοδότησης.

Μερικές από αυτές ανήκουν σε εταιρείες ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (private – equity firms) που συνήθως επιβαρύνουν με τεράστιο χρέος τις θυγατρικές τους σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των κερδών τους. Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, ωστόσο, η αποτυχία της Petroplus οφείλεται κυρίως στο λανθασμένο μοντέλο χρηματοδότησης που εφάρμοσε και όχι τόσο στον βαθμό μόχλευσής της. Στην πραγματικότητα, η δυνατότητα των private – equity firms να αντλούν κεφάλαια για τις εταιρείες τους, έχει ως αποτέλεσμα οι ίδιες να πέφτουν θύματα της τρέχουσας πιστωτικής κρίσης, σημειώνουν αναλυτές.

Κατά την υποβάθμιση της ελβετικής εταιρείας διύλισης την προηγούμενη εβδομάδα στην κατηγορία CC από CCC+, η S&P ανέφερε ότι το χρέος της εταιρείας υπερέβαινε 8 φορές τα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων κέρδη της, απέχοντας ελάχιστα από τον μέγιστο δανεισμό που αναλάμβαναν οι εταιρείες ιδιωτικών μετοχικών κεφαλαίων για να χρηματοδοτήσουν μια δανειοδοτούμενη εξαγορά στο αποκορύφωμα μιας περιόδου οικονομικής άνθησης.

Η αναλύτρια της Deutsche Bank (DB), Elaine Dunphy, δήλωσε την Δευτέρα ότι γενικά οι ανεξάρτητες εταιρείες διύλισης στην Ευρώπη χαρακτηρίζονται από υψηλή μόχλευση, η οποία εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί σε αυτά τα επίπεδα κα’ όλη τη διάρκεια του 2012, με μέσο ποσοστό μόχλευσης περί του 76%. Αυτό που διαχώρισε την Petroplus από τις υπόλοιπες εταιρείες του κλάδου, είναι η χρήση της πιστωτικής της γραμμής για τη χρηματοδότηση όλων των εξαγορών που είχε πραγματοποιήσει.

«Ένα άλλο βασικό σημείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι, εξ‘ όσων γνωρίζουμε καμία άλλη εταιρεία διύλισης δεν κάνει χρήση της πιστωτικής της γραμμής για τις αγορές αργού πετρελαίου», ανέφερε η Dunphy προσθέτοντας ότι «Αντίθετα, γίνεται χρήση του κεφαλαίου κίνησης και, σε μικρότερο βαθμό, της βραχυπρόθεσμης πιστωτικής γραμμής μακροχρόνιου ορίζοντα».

Οι εταιρείες που πραγματοποιούν στρατηγικές εξαγορών και χρόνια τώρα «κατηγορούνται» ότι επιβαρύνουν τις θυγατρικές τους με τεράστια χρέη, δεν έχουν πλέον αυτή τη δυνατότητα. Με την πρόσβαση σε πιστώσεις να περιορίζεται διαρκώς, οι private –equity firms στην καλύτερη περίπτωση θα πρέπει να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη και να χρηματοδοτήσουν το μεγαλύτερο μέρος των εξαγορών τους – ήτοι περίπου το 50% της αξίας τους συγκριτικά με το 25% που ίσχυε την εποχή των «παχιών αγελάδων».

Ως αποτέλεσμα, πολλές συμφωνίες έχουν χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά από ίδια κεφάλαια. Για παράδειγμα, η Bridgepoint ανακοίνωσε την Τρίτη ότι εξαγόρασε την μονάδα διαχείρισης χαρτοφυλακίου Quilter της επενδυτικής τράπεζας Morgan Stanley (MS). Η Bridgepoint κατέβαλε για την εν λόγω εξαγορά ποσό μεγαλύτερο των 170 εκατ. λιρών που προήλθε εξ’ ολοκλήρου από τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας.

Κατά το τελευταίο έτος περίπου, κι άλλες εταιρείες που πραγματοποίησαν εξαγορές ακολούθησαν την οδό της χρηματοδότησής τους με ίδια κεφάλαια, σε μια προσπάθεια εδραίωσης της συμφωνίας και εν μέσω περιορισμένης πρόσβασης σε πιστώσεις. Για παράδειγμα, η Cinven εξαγόρασε με ίδια κεφάλαια την διαγνωστική εταιρεία Sebia από την Montagu Private Equity έναντι 800 εκατ. ευρώ, ενώ παρομοίως η Apax Partners εγγυήθηκε την εξαγορά ύψους 975 εκατ. λιρών για μια άλλη εταιρεία φαρμακευτικής υποστήριξης όταν αυτή εξαγόρασε τη Marken από την Intermediate Capital Group PLC (ICP.LN).

Σε αυτές τις περιπτώσεις οι εταιρείες που προχωρούν σε εξαγορές θα αναζητήσουν τρόπους αναχρηματοδότησης μέσω ενίσχυσης της μόχλευσής τους σε μεταγενέστερο χρόνο και συνήθως αφού γίνουν λειτουργικές βελτιώσεις- αδιαμφισβήτητα ένας δυσκολότερος τρόπος αύξησης των κερδών αλλά ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος στην παρούσα φάση.

(Της Marietta Cauchi, πηγή:www.capital.gr)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM