Πολύ μεγάλες οι επιπτώσεις της κρίσης στον ενεργειακό τομέα - Πρέπει να σχεδιάσουμε τη στρατηγική για το «μετά»
Η σημαντική μείωση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια, από 5% στην ελληνική αγορά έως και 20% σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., σε συνδυασμό με την αρνητική επιβάρυνση της εισπραξιμότητας των εν γένει εκατέρωθεν οφειλών, αποτελεί στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα το κυρίαρχο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η αγορά ενέργειας στη χώρα μας αλλά και συνολικά στην ΕΕ ως αποτέλεσμα του κορωνοϊού.
Αυτό δηλώνει, μεταξύ άλλων, σε συνέντευξή του στο energypress ο καθηγητής Αντώνης Μεταξάς, διευθύνων εταίρος της δικηγορικής εταιρείας Μεταξάς & Συνεργάτες και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης.
Παράλληλα, ο κ. Μεταξάς αναφέρει ότι καθήκον της χώρας είναι να συγκροτήσει μια στρατηγική αξιοποίησης των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων ακόμη και σε αυτό το περιβάλλον, και ειδικώς στο μετά την κρίση νέο τοπίο που θα αναδειχθεί, καθότι το ποιοτικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης πανδημίας είναι ότι ακριβώς πλήττει όλο τον κόσμο και δεν έχει εθνικά ή στενά τοπικά χαρακτηριστικά.
Ακολουθούν οι απαντήσεις του κ. Μεταξά:
- Συνολικά για την ενεργειακή αγορά ποιο είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που δημιουργεί η υγειονομική κρίση; Αναμένεται να ανακύψουν ειδικά νομικά προβλήματα εξαιτίας της πανδημίας;
Eίναι σαφές ότι η πανδημία του κορωνοϊού θα έχει μείζονες επιπτώσεις στην ενεργειακή αγορά σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Αντιστοίχως θα πρέπει να σχεδιασθούν και οι βέλτιστες στρατηγικές και επιστημονικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπισή τους. Για την ενεργειακή αγορά ειδικά, σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο πλέον κρίσιμο πρόβλημα θα καταστεί η κρίση ρευστότητας, η οποία πλήττει κατά πρώτον τους καταναλωτές μετακυλιόμενη εν συνεχεία στις εταιρείες παραγωγής και προμήθειας ενέργειας.
Η αντικειμενική δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά, αλλά και οι επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα πλήττεται από την υγειονομική κρίση, να ανταποκριθούν στο κόστος της ενέργειας ενέχει σοβαρότατους κινδύνους για την οικονομική ισορροπία των εταιρειών παραγωγής και προμήθειας ενέργειας – συνακόλουθα δε όλης της εγχώριας ενεργειακής αγοράς.
Η σημαντική μείωση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια, από 5% στην Ελληνική αγορά έως και 20% σε άλλα κράτη-μέλη της Ένωσης, σε συνδυασμό με την αρνητική επιβάρυνση της εισπραξιμότητας των εν γένει εκατέρωθεν οφειλών, αποτελεί στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα το κυρίαρχο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η αγορά ενέργειας στη χώρα μας αλλά και συνολικά στην ΕΕ.
Η μείωση στην εν γένει εισπραξιμότητα και ρευστότητα σε συνδυασμό με τη δυνατότητα επίκλησης συνθηκών ανωτέρας βίας και «απρόοπτης μεταβολής συνθηκών» από τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργεί για τη νομική επιστήμη πεδίο αναγκαίων διερευνήσεων για την προσαρμογή με εύλογο τρόπο των εκατέρωθεν συμβατικών δεσμεύσεων των ενεργειακών παικτών μεταξύ τους αλλά και με τους καταναλωτές.
Επίσης, μείζονα ζητήματα ανακύπτουν από τις λεγόμενες «ρήτρες ΟΤΣ» που περιλαμβάνονται σε πολλές συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην εγχώρια αγορά ενόψει παρατηρούμενης έντονης πτωτικής τάσης της Οριακής Τιμής Συστήματος (SMP). Να επισημάνουμε ότι λόγω και της γενικής οικονομικής ύφεσης έχουμε οδηγηθεί σε πολύ χαμηλές τιμές ενέργειας, οι οποίες στις περισσότερες χώρες κινούνται στο ύψος των 20 €/MWh.
Σημαντική συστημική πρόκληση με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις σε νομικό και ρυθμιστικό επίπεδο αποτελούν και οι -αναμφισβήτητα αναγκαίες- εθνικές και ευρωπαϊκές δράσεις στήριξης των ενεργειακών επιχειρήσεων (επ΄αυτών παραπέμπω στη διεξοδική ανάλυση που περιέχεται σε σχετικό όλως πρόσφατο κείμενό μου εδώ).
Καθώς η ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία έχει δομηθεί με τελολογικό προσανατολισμό τη συγκρότηση μιας Κοινής Αγοράς με συνθήκες ανόθευτου ανταγωνισμού απαλλαγμένου, κατά κανόνα, από κρατικές παρεμβάσεις, τα εν λόγω μέτρα στήριξης χρήζουν προσεκτικής νομικής αντιμετώπισης υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου κρατικών ενισχύσεων. Η βασική στόχευση του ενωσιακού δικαίου κρατικών ενισχύσεων, ήτοι η διασφάλιση ίσων ευκαιριών (“a level playing field”) για όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως κράτους μέλους προέλευσης, στην ενιαία αγορά είναι κομβικής σημασίας και οφείλει να μην αρθεί.
Πλήρης απορρύθμιση του ελεγκτικού πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων επ΄αφορμή μιας κανονιστικά ασύντακτης αντιμετώπισης της πανδημίας θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε αποσύνθεση της ίδιας της έννοιας της Κοινής Αγοράς δίδοντας στα πιο εύπορα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιδοτούν κατά το δοκούν τις εγχώριές τους επιχειρήσεις. Τούτο, ειδικώς για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας που κινείται σε μια κατεύθυνση προσεχώς όλο και πιο συζευγμένων επιμέρους αγορών με έντονες αλληλεπιδράσεις, θα μπορούσε να καταστεί όλως προβληματική εξέλιξη.
Τέλος, είναι λίαν πιθανό να καθυστερήσει ένεκα των συνεπειών της πανδημίας η υλοποίηση των υποχρεώσεων της χώρας μας για προσαρμογή στο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο και ουσιαστική εφαρμογή του target model με ό,τι τούτο μπορεί να συνεπάγεται για το συνολικότερο εθνικό μας ενεργειακό σχεδιασμό.
- Θεωρείτε ότι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κληθούμε όλοι να κινηθούμε μετά την κρίση, επιτρέπει αισιοδοξία και προσδοκίες;
Θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί ως προς τη διατύπωση προβλέψεων εν μέσω της κρίσης, πολλώ δε μάλλον όταν οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η οικονομία αλλά και το ευρύτερο διεθνές οικονομικό σύστημα είναι αντικειμενικά πρωτόγνωρες και προφανώς δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί ποσοτικά και ποιοτικά.
Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να έχουμε υπόψη ότι η ελληνική οικονομία βρισκόταν στα πρώτα στάδια μιας εύθραυστης διαδικασίας ανάκαμψης από την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Τα όσα συμβαίνουν σήμερα, συνεπώς, δεν συνιστούν ευτυχή συγκυρία. Από την άλλη πλευρά, καθήκον της χώρας είναι να συγκροτήσει μια στρατηγική αξιοποίησης των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων ακόμη και σε αυτό το περιβάλλον, και ειδικώς στο μετά την κρίση νέο τοπίο που θα αναδειχθεί, καθότι το ποιοτικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης πανδημίας είναι ότι ακριβώς πλήττει όλο τον κόσμο και δεν έχει εθνικά ή στενά τοπικά χαρακτηριστικά.
Τούτων λεχθέντων, πρέπει να προετοιμαζόμαστε ήδη και να σχεδιάζουμε τη στρατηγική μας για αυτό το «μετά». Στο πλαίσιο αυτό, συν τοις άλλοις καθότι μια γενικώς απαισιόδοξη στάση παραίτησης δεν συνιστά μια εποικοδομητική στάση σε συλλογικό αλλά και ατομικό επίπεδο, μπορεί να επισημάνει κανείς ότι η χώρα μας έχει σε αρκετούς τομείς δυνητικώς αξιοποιήσιμα συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Χρηματοοικονομικά, η Ελλάδα έχει σήμερα πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία, τα οποία δεν υφίσταντο τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που είναι θετικό καθώς δίδει τη δυνατότητα στο κράτος, το τραπεζικό σύστημα και στις υγιείς επιχειρήσεις της χώρας να αντιμετωπίσουν με καλύτερες προϋποθέσεις τις επιπτώσεις από την κρίση ρευστότητας. Επίσης έχει επιδείξει μέχρι στιγμής μια θεσμική σοβαρότητα αλλά και πρακτική αποτελεσματικότητα σε σχέση με την αντιμετώπιση της ίδιας της πανδημίας, γεγονός που την φέρνει σε μια ευνοϊκότερη θέση εκκίνησης από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τούτο είναι σημαντικό, καθότι οι κρίσεις τείνουν ενίοτε να πλήττουν ασύμμετρα τις πιο ευαίσθητες, αδύναμες οικονομίες, γεγονός που στην περίπτωση της χώρας μας, αν δεν είχε γίνει μια αποτελεσματική αντιμετώπιση της ίδιας της πανδημίας, θα μας έπληττε ακόμη σφοδρότερα.
Στο πλαίσιο μιας πιο ειδικής θεώρησης της αγοράς ενέργειας, η πανδημία βρήκε τον ενεργειακό κλάδο της χώρας μας σε μια θετική φάση ανάπτυξης με ευοίωνες προοπτικές. Παρά τη μείζονα κρίση που ενέσκηψε, τα βασικά μακροοικονομικά και νομικά δεδομένα του ελληνικού ενεργειακού τομέα εκτιμώ ότι παραμένουν κατά βάση θετικά.
Σημαντικά -υφιστάμενα και εν εξελίξει- ενεργειακά έργα στον κλάδο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και του Φυσικού Αερίου οδηγούν σε βελτίωση της ενεργειακής εικόνας της χώρας, δημιουργούν προστιθέμενη αξία για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, στηρίζοντας παράλληλα τα κρατικά έσοδα, ως συμβαίνει με κάθε υγιή επενδυτική δραστηριότητα.
Υπό αυτό το πρίσμα, και παρά τις όποιες προκλήσεις σίγουρα υφίστανται και μεσοπρόθεσμα θα υπάρξουν, ο ενεργειακός τομέας της χώρας μας οφείλει να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα θετικής συμβολής του στην εθνική οικονομία και τη συνολικότερη προσπάθεια ανάκαμψης. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται βέβαια προσεκτική μελέτη και προσαρμοστικότητα στα νέα δεδομένα που θα προκύψουν μετά την άμβλυνση της πανδημίας αλλά και κατανόηση των ποιοτικά νέων προκλήσεων που αναφύονται για την ενεργειακή αγορά.
Κομβικός είναι εδώ ο ρόλος και των ενεργειακών δικτύων, καθότι χρειάζεται να αξιοποιηθούν νέες τεχνολογίες πληροφορικής και ρομποτικής για περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών, αλλά και για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας τους. Οι διαχειριστές των δικτύων θα πρέπει να έχουν οξυμμένα αντανακλαστικά για την αντιμετώπιση ακραίων καταστάσεων αλλά και η ενεργειακή ρύθμιση ως γνωστικό αντικείμενο και πρακτική οφείλει να προσαρμοσθεί κατάλληλα στα νέα δεδομένα παρέχοντας κίνητρα στους Διαχειριστές Δικτύων για την ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των δικτυακών υποδομών.
- Ποια είναι η εντύπωσή σας για τη διαχείριση της κρίσης στη χώρα μας. Η ενεργειακή αγορά και η επιχειρηματικότητα βρήκαν από την πολιτεία ευήκοα ώτα ώστε να δοθούν άμεσες λύσεις στα αναφυόμενα προβλήματα;
Καταθέτοντας επ΄ αυτού την άποψή μου ως πολίτης και όχι ως ειδικός περί τη διαχείριση υγειονομικών κρίσεων επιστήμονας, θεωρώ ότι η έως τώρα εγχώρια προσπάθεια διαχείρισης της πανδημίας και των διαφόρων εκφάνσεων της κρίσης που αυτή μέχρι στιγμής δημιούργησε, μπορεί να αξιολογηθεί ως επιτυχημένη. Η κυβέρνηση κινήθηκε, ορθά και ως όφειλε, εντός των γενικότερων προβλέψεων του προσωρινού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 19ης Μαρτίου για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθούν οι οικονομίες των κρατών-μελών κατά τη διάρκεια της έξαρσης της νόσου COVID-19.
Ειδικά για τον ενεργειακό τομέα και τη συνδεόμενη με αυτόν επιχειρηματικότητα προωθείται μηχανισμός ρευστότητας που θα αξιοποιεί εγγυήσεις, δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και στήριξη από το ΕΣΠΑ. Το σχεδιαζόμενο Ταμείο Εγγυοδοσίας θα μπορούσε δυνητικά να αντλήσει πόρους για την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του ESM και του πανευρωπαϊκού ταμείου εγγυήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων – τούτο είναι σημαντικό καθότι οι αμιγώς εθνικής προέλευσης πόροι είναι σχετικώς περιορισμένοι εν σχέση με τις ανάγκες που πιθανώς προκύψουν.
Η επιτυχία του εγχειρήματος είναι κρίσιμη για την απόσβεση των κραδασμών της κρίσης καθώς, όπως προανέφερα, η τήρηση του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου και των δεσμεύσεων και στόχων που αυτή θέτει στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι εξέχουσας σημασίας για τη εν συνόλω εύρυθμη λειτουργία του ενεργειακού τομέα της χώρας.
Χρήσιμη και αναγκαία ήταν παράλληλα και η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30ης Μαρτίου, δια της οποίας παρατείνονται οι προθεσμίες σε μια σειρά διαδικασιών που αφορούν τη λειτουργία των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α.
Η παράταση των προθεσμιών ανάλογα με τη φάση υλοποίησης του εκάστοτε έργου αποσκοπεί στη διασφάλιση των συνθηκών που δύνανται να επιτρέψουν την -κατά το δυνατόν- απρόσκοπτη εκτέλεση των εν εξελίξει επιχειρηματικών σχεδίων στις συγκεκριμένες κρίσιμες κατηγορίες ενεργειακών έργων και ως εκ τούτου αξιολογείται ως θετική (βλ. επ΄αυτού εκτενώς εδώ).
Με πολύ προσοχή, ωστόσο, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν οι σχεδιαζόμενες ρυθμιστικές παρεμβάσεις συμψηφισμού ανεξόφλητων απαιτήσεων μεταξύ παραγωγών, προμηθευτών και διαχειριστών. Υφίστανται λεπτές ισορροπίες που πρέπει να διατηρηθούν μεταξύ της ανάγκης στήριξης των αυξημένων αναγκών ρευστότητας που χρειάζονται οι εταιρείες παραγωγής και προμήθειας ρεύματος, αλλά και των θεμάτων που εγείρουν οι θεσμικοί φορείς των ΑΠΕ που άπτονται της οικονομικής ισορροπίας του ΕΛΑΠΕ. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η θεσμοθέτηση δυνατότητας διενέργειας συμψηφισμών μεταξύ διαφορετικών λογιστικών λογαριασμών του ΔΑΠΕΕΠ και του ΔΕΔΔΗΕ (λ.χ. για τα ΜΔΝ) δύναται να επιφέρει σημαντικές καθυστερήσεις στις πληρωμές των παραγωγών ΑΠΕ και εν γένει εγείρει σωρεία νομικών ζητημάτων.
Από νομικορυθμιστική άποψη ας συγκρατήσει συνεπώς κανείς εδώ ότι οι αναγκαίες πρωτοβουλίες ενίσχυσης της ρευστότητας στην εγχώρια ενεργειακή αγορά οφείλουν να είναι άρτια μελετημένες και, στο μέτρο που δεν αξιοποιούν εξωγενείς εν σχέσει με το ενεργειακό μας σύστημα πόρους, να μην κατατείνουν σε εσωτερικές μετακινήσεις των προβλημάτων ρευστότητας μεταξύ των ενεργειακών κλάδων και παικτών, καθότι κατ΄ αυτό τον τρόπο το πρόβλημα όχι μόνο δεν λύνεται αλλά δύναται και να επιταθεί.
- Πιστεύετε ότι η επιχειρηματική κοινότητα της χώρας μας ανταποκρίθηκε στο ρόλο της; Στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων;
Είναι προφανές ότι το κύμα στήριξης των επιχειρήσεων του ενεργειακού τομέα προς τους καταναλωτές αλλά και προς το εθνικό σύστημα υγείας ήταν σημαντικό και ουσιαστικό. Οι προσφορές και μειώσεις κόστους προς τα νοικοκυριά, στο κομμάτι που αφορά το μη-ρυθμιζόμενο κόστος των λογαριασμών, αλλά και οι συνεχείς παροχές στήριξης των υγειονομικών δομών και λειτουργιών της χώρας μας με παροχή κρίσιμων υλικών ή και χρηματικών ποσών από τις επιχειρήσεις ενέργειας, αποτελούν σημαντική συνεισφορά στην εθνική προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης και αποτελούν απόδειξη του ουσιαστικού κοινωνικού ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ο ενεργειακός τομέας.
- Πως αξιολογείτε τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει το μεγάλο πρόβλημα χρηματοδότησης των πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης;
Θα πρέπει κατ΄αρχάς να αποδεχθούμε δύο δεδομένα. Το πρώτο συνίσταται στο ότι καλούμαστε σε ευρωπαϊκό επίπεδο να λάβουμε σε πυκνό χρόνο μέτρα, τα οποία δυνητικά έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες. Το δεύτερο αφορά την αμεσότητα στην ανάγκη ανάπτυξης ενός πλέγματος χρηματοδοτικών εργαλείων για την αντιμετώπιση της κρίσης, τη στιγμή που ο χρόνος που τεχνικά απαιτείται για το συγκροτημένο, άρτιο σχεδιασμό και ανάπτυξή τους είναι αντικειμενικά πολύ μεγαλύτερος.
Η ΕΕ οφείλει λοιπόν να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική στα εργαλεία που θα αναπτύξει ενώ παράλληλα καλείται να δράσει ταχύτατα. Οι δύο αυτές αναγκαιότητες πρέπει να συγκεραστούν με βέλτιστο τρόπο, πράγμα όχι ευχερές. Ας μου επιτραπεί εδώ μια γενικότερη επισήμανση: Είναι μεθοδολογικά έωλο να γίνονται συγκρίσεις των αντανακλαστικών και τρόπων αντίδρασης στην πανδημία (ή εν γένει σε κάθε μείζονα κρίση) μεταξύ ΕΕ και εθνικών κρατών (ΗΠΑ, Ιαπωνία κλπ.) - ενίοτε μάλιστα με τάσεις εξιδανίκευσης των αντιδράσεων των "άλλων" έναντι της "αναποτελεσματικής Ευρώπης".
Ως λέω συχνά και γράφω, η Ένωση, ούσα υπερεθνικό εγχείρημα μοναδικής ιστορικής πρωτοτυπίας, προσπαθεί με πισωγυρίσματα, ατολμίες, ενίοτε με πιο γρήγορα βήματα, να προχωρά.
Κατά την αποτίμηση της λειτουργίας και των αντιδράσεών της δεν ταιριάζουν μάλλον ούτε υπερενθουσιασμοί, ούτε άκαιρες απογοητεύσεις - είμαστε καταδικασμένοι -ιδίως ενόψει του ότι οι κριτικές πολλές, αλλά οι αντιπροτάσες επ´ αυτού ανύπαρκτες - να προσπαθούμε και να ελπίζουμε για τη συγκρότηση της χώρας μας σε μια ευρωπαϊκή Συμπολιτεία αξιών και κράτους δικαίου. Αλλά και στα αμιγώς οικονομικά και επιχειρηματικά ζητήματα και σταθμίσεις, ας αναλογιστούμε τις εναλλακτικές που θα υφίσταντο για τα μεμονωμένα κράτη μέλη σ΄ ένα παγκοσμιοποιημένο όλως απαιτητικό διεθνές περιβάλλον, αν η συχνά λοιδορούμενη ΕΕ απλώς δεν υφίστατο. Τούτο δεν ισχύει μόνο για τη χώρα μας, η οποία είναι εκτεθειμένη επιπροσθέτως σε όλως περιπεπλεγμένα γεωπολιτικά περιβάλλοντα, αλλά κατ΄ουσίαν για κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε με οξυμμένα -συγκριτικά με παρελθούσες της αντιδράσεις- αντανακλαστικά ότι η έξαρση της νόσου COVID-19 ενέχει τον κίνδυνο σοβαρότατης επιβράδυνσης επηρεάζουσας ολόκληρη την οικονομία της ΕΕ, πλήττοντας καίρια τις επιχειρήσεις, τις θέσεις εργασίας και το σύνολο της πραγματικής οικονομίας και ότι, συνεπεία τούτου, απαιτείται στοχευμένη αλλά και ελέγξιμη δημόσια στήριξη προκειμένου να διασφαλισθεί ότι στις αγορές παραμένει διαθέσιμη επαρκής ρευστότητα για την αντιμετώπιση των ζημιών που προκαλούνται σε υγιείς επιχειρήσεις, αλλά και για τη διατήρηση της συνέχειας της οικονομικής δραστηριότητας διαρκούσης της έξαρσης της νόσου και, κυρίως, ύστερα από αυτήν.
Ως ήδη προελέχθη, παραμένει εντούτοις κρίσιμο να αναδειχθεί ότι η στοχευμένη και αναλογική εφαρμογή του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή είναι αναγκαία για να διασφαλισθεί ότι τα εθνικά μέτρα στήριξης είναι αποτελεσματικά και κατάλληλα για την παροχή βοήθειας στις πληγείσες επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της έξαρσης της πανδημίας, αλλά και για την ανάκαμψή τους μετά από την κρίση.
Τούτο είναι άκρως σημαντικό λαμβανομένης υπόψη της στρατηγικής σημασίας που έχουν κομβικοί τομείς πολιτικής και επιχειρηματικής δράσης, όπως λ.χ. οι τομείς της ενεργειακής μετάβασης σύμφωνα με τους στόχους της ΕΕ. Αντιστοίχως κρίσιμο είναι να διασφαλισθεί η διατήρηση εναργούς ελέγχου εκ μέρους της Επιτροπής επί της χορήγησης των κρατικών ενισχύσεων από τα κράτη μέλη προς διασφάλιση του ότι η εσωτερική αγορά της ΕΕ δεν θα καταρρεύσει και θα επικρατήσουν όροι ισότιμου, ελεύθερου ανταγωνισμού.
- Πολλοί υποστηρίζουν ότι η υγειονομική κρίση ανέδειξε ένα πρόβλημα «διεθνούς ηγεσίας» και βλέπουν την ανάγκη επαναχάραξης κατευθύνσεων, ώστε, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίζονται πόροι για οικουμενικά προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή ή οι πανδημίες. Πιστεύετε ότι μπορεί πράγματι η παρούσα κρίση να φέρει τέτοια αποτελέσματα;
Είναι δεδομένο, στα όρια του πλέον αυτονοήτου, ότι οικουμενικά προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται πλέον με εθνικές διαδρομές και στενές εθνοκεντρικές αντιλήψεις και πρακτικές. Ανεξαρτήτως του δεοντολογικά ευκταίου, δεν είναι καν πρακτικά εφικτό κάτι τέτοιο, ήτοι η αντιμετώπιση οικουμενικών προβλημάτων με εθνικά μέσα και πολιτικές.
Μην εκπλαγείτε εντούτοις, αν η αντανακλαστική αντίδραση στις επιπτώσεις της πανδημίας συνίσταται σε μια επανάκαμψη στις «εθνικές θεωρήσεις» και ατομικιστικές στρατηγικές. Οι αντιδράσεις των συλλογικών υποκειμένων δεν είναι πάντοτε ρασιοναλιστικές στον ρου της ανθρώπινης ιστορίας.
Δεν είναι εδώ προφανώς ο χώρος κατάλληλος για την ανάδειξη των καινοφανών ερευνητικών διακυβευμάτων που αναφύονται σήμερα για το σύνολο των κοινωνικών επιστημών. Ευκταία είναι σε κάθε περίπτωση η συναγωγή θετικών διδαγμάτων από την πανδημία για τη σε συλλογικό επίπεδο βέλτιστη θωράκιση από τέτοιες παγκόσμιες απειλές στο μέλλον, σε αυτή την εποχή των μειζόνων διακινδυνεύσεων και της μοναδικής βιοπολιτικής πυκνότητας.