Μια χαμένη ευκαιρία
Τέτοια εποχή, προς τα τέλη του 2011, θα έπρεπε - σύμφωνα με τις πρώτες αισιόδοξες δηλώσεις, τις γεμάτες αυτοπεποίθηση επίσημες εκτιμήσεις τον πρώτο καιρό μετά την ψήφιση του Μνημονίου - να ξεμυτίζουμε σιγά σιγά στις αγορές. Να έχουμε αρχίσει να ξανακερδίζουμε την εμπιστοσύνη των σαράφηδων του παγκοσμιοποιημένου μας κόσμου και, δειλά δειλά, τα δανεικά να έχουν αρχίσει να ρέουν ξανά, για να ποτίσουν την φαιδρά πορτοκαλέα μας. Αλλά απέχουμε, ένας Θεός ξέρει πόσο, από το σημείο αυτό. Για την ακρίβεια: είμαστε μακρύτερα από τις αγορές (αν υπολογίσουμε τα επιτόκια με τα οποία οι αγορές χρεώνουν τα ελληνικά ομόλογα) σήμερα, απ' ό,τι ήμασταν όταν η περιπέτεια ξεκινούσε, πριν από 17 μήνες. Και αντιμετωπίζουμε σήμερα χειρότερους κινδύνους, απειλητικότερους δαίμονες απ' ό,τι πριν από 17 μήνες.
Τι πήγε στραβά;
Είναι αλήθεια ότι η διάψευση των στόχων του Μνημονίου οφείλεται, εν μέρει, σε παράγοντες απρόβλεπτους και ανεξέλεγκτους - την επιβάρυνση του διεθνούς οικονομικού ορίζοντα. Ο κόσμος στέκει τώρα εμπρός στον κίνδυνο μιας δεύτερης βύθισης, ενώ το Μνημόνιο στηριζόταν στην αντίθετη ακριβώς προσδοκία, την προσδοκία ενός θαύματος. Πως ο υπόλοιπος κόσμος θα ζούσε τώρα μια ανέφελη και ευτυχισμένη ανάκαμψη. Είναι εξίσου αλήθεια πως η αποτυχία χρεώνεται στη διαχείριση του προγράμματος, απρόθυμη, ασυντόνιστη, δέσμια των αμφιθυμιών του πολιτικού προσωπικού, της διαχειριστικής ανεπάρκειας του συστήματος και της βαθιάς αποσάθρωσης της Διοίκησης - την έκταση της οποίας η κυβέρνηση υποτίμησε.
Και είναι, τέλος, αλήθεια ότι το ίδιο το Μνημόνιο - δομημένο πάνω στην τρελή ιδέα πως αν δανείζεις έναν ήδη υπερδανεισμένο, υποχρεώνοντάς τον παράλληλα να μειώνει το εισόδημά του διά της λιτότητας, τον οδηγείς στη σωτηρία του - δεν σχεδιάστηκε εξ αρχής ως πρόγραμμα σωτηρίας αλλά ως γέφυρα προς το μέλλον.
Οι ευρωπαίοι εταίροι ήθελαν να κερδίσουν χρόνο καθώς, την άνοιξη του 2010, η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει η Λίμαν της Ευρώπης, μια τοξική βόμβα με απροσδιόριστη δύναμη μόλυνσης. Οι δόσεις του Μνημονίου θα την κρατούσαν ζωντανή μέχρις ότου είτε η υπόλοιπη Ευρώπη να μη φοβάται πια τη μετάδοση της μόλυνσης σε χώρες και τράπεζες και να τραβήξει το σωληνάκι, είτε η Ελλάδα να βγάλει, ως εκ θαύματος, το κεφάλι από το νερό, είτε μια οικουμενική φουσκοθαλασσιά, μια γενική ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας να δώσει αναπτυξιακή διέξοδο και στο ελληνικό χρέος. Αυτήν τη στιγμή δεν συντρέχει κανείς από τους τρεις αυτούς όρους. Και το δράμα συνεχίζεται.
Η Ελλάδα, πάλι, έβλεπε το Μνημόνιο ως ένα ακριβό εισιτήριο δεύτερης θέσης στο ευρωπαϊκό τρένο, το οποίο έπρεπε πάση θυσία να αποκτήσει, για να μην την ξεμοναχιάσουν οι λύκοι των αγορών απροστάτευτη, να μην αποκοπεί από τη μόνη διαθέσιμη πηγή χρηματοδότησης και να παραμείνει δεμένη σε ένα οικοδόμημα ενιαίου νομίσματος που έτριζε μεν, έδειχνε την ατελή αρχιτεκτονική του, αλλά είχε κανείς πάντα την ελπίδα ότι με μια συλλογική ευρωπαϊκή κίνηση προς τα εμπρός θα μετασχηματιζόταν και θα άνοιγε δρόμο κοινής εξόδου από την κρίση. Μια τέτοια κίνηση δεν φαίνεται ακόμη στον ορίζοντα.
Και κάπως έτσι, η χώρα βρίσκεται τώρα μετέωρη. Ξέπνοη. Απελπισμένη. Με την αρχική ανοχή που η πλειοψηφία των πολιτών επέδειξε να έχει χάσει τα δύο της ερείσματα: την προσδοκία, πρώτον, ότι το ακριβό και επώδυνο τίμημα του εισιτηρίου για το ευρωπαϊκό τρένο θα το πληρώναμε όλοι μαζί και με δίκαιο τρόπο. Και, κυρίως, την ελπίδα ότι η κρίση θα γινόταν ευκαιρία μεγάλων μεταρρυθμίσεων, μιας μεγάλης διόρθωσης, μιας ριζικής αλλαγής προτύπου. Η χώρα έχει απογοητευθεί ως προς το πρώτο και η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε αξιοπιστία ως προς το δεύτερο. Και όσο και αν ανεμίζει το φόβητρο της Αργεντινής ο Ελ. Βενιζέλος, δύσκολα θα καταφέρει να αντικαταστήσει με τον γυμνό φόβο τη χαμένη εμπιστοσύνη και την απαξιωμένη ελπίδα.
(TA NEA, 24/9/2011)