Θοδωρής Παναγούλης: Ο αθέατος πόλεμος για τα ελληνικά φιλέτα

Θοδωρής Παναγούλης: Ο αθέατος πόλεμος για τα ελληνικά φιλέτα

Θοδωρής Παναγούλης: Ο αθέατος πόλεμος για τα ελληνικά φιλέτα
19 11 2012 | 19:29

Η διθυραμβική υποδοχή της συμφωνίας της HP με την Cosco για τη διαμετακομιστική χρήση του Πειραιά και η αντίστοιχη αντίδραση στην ανακοίνωση της Unilever για την παραγωγή δεκάδων προϊόντων της στην Ελλάδα, προδίδει μια βαθύτερη αγωνία της κυβέρνησης και του Αντώνη Σαμαρά προσωπικά: να επιβεβαιώσει ότι η εξασφάλιση της εκταμίευσης της δόσης έχει και επόμενο βήμα. Ότι η κυβέρνηση και ο ίδιος διαθέτουν σχέδιο που, πέραν της διασφάλισης της θέσης της χώρας στο ευρώ, βγάζει στην πολυπόθητη ανάκαμψη. Και ότι πρώτο βήμα στο σχέδιο αυτό είναι να πάψει η Ελλάδα να αντιμετωπίζεται ως επενδυτικός παρίας της παγκόσμιας οικονομίας.

Ίσως αυτά τα επενδυτικά «χάπενινγκ» είχε κατά νου ο πρωθυπουργός όταν, μετά την πύρρεια νίκη στην ψηφοφορία για το μεσοπρόθεσμο, μιλούσε για αλλαγή σελίδας και υποσχόταν ότι «θα δείτε τις επόμενες μέρες τα βήματα στροφής στην ανάπτυξη», προκαλώντας μάλλον ειρωνικά σχόλια. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια πυκνότητα εξελίξεων που ακόμα και αν δεν είναι ικανές να  επιβεβαιώσουν απολύτως την πρωθυπουργική αισιοδοξία, γεννούν ωστόσο προσδοκίες τόσο από κυβερνητικής πλευράς όσο και από την πλευρά υποψήφιων μεγάλων επενδυτικών εταίρων.

Εκστρατεία

Ο Αντώνης Σαμαράς σηματοδοτεί την εκστρατεία προσέλκυσης επενδυτών με το ταξίδι του στο Κατάρ, στις 27 του μηνός. Έχουν προηγηθεί πάμπολλα πρωθυπουργικά και υπουργικά ταξίδια (κυρίως της κυβέρνησης Παπανδρέου) στο βαθύπλουτο εμιράτο, με αντικείμενο τη διαβόητη επένδυση στον Αστακό που χάθηκε… στη μετάφραση, αλλά και το ενδιαφέρον των εμίρηδων για τα φιλέτα των πωλουμένων κρατικών ακινήτων, την αγορά φυσικού αερίου (το Κατάρ είναι ο μεγαλύτερος παγκοσμίως παραγωγός LNG) ή και τις (τυπικά κρατικές, μετά την ανακεφαλαιοποίηση) ελληνικές τράπεζες.

Το Μαξίμου ενισχύει το επικοινωνιακό βάρος της διεθνούς επενδυτικής εκστρατείας με τα επικείμενα, αλλά χρονικά απροσδιόριστα προς το παρόν, ταξίδια στη Μόσχα και στο Πεκίνο. Ιδιαίτερα το πρώτο έχει πραγματικά πολύ «ψαχνό». Αλλά έχει ταυτόχρονα και πολλά αγκάθια που φέρνουν την κυβέρνηση προ πολιτικών αδιεξόδων. Κι ο λόγος είναι το ίδιο το πληθωρικό ενδιαφέρον της ρωσικής ηγεσίας για μερικά από τα μεγαλύτερα projects των αποκρατικοποιήσεων.

Ρωσική αρκούδα

Τα δεδομένα είναι λίγο πολύ γνωστά. Στην ενέργεια, στις μεταφορές και στις υποδομές, στα μεγάλα κρατικά ακίνητα, στον ΟΠΑΠ , αλλά και σε ένα βαθμό και στις τράπεζες, αποτυπώνεται ένας διεθνής επενδυτικός «πόλεμος», με διακριτή την παρουσία ρωσικών, κινεζικών, ισραηλινών και αμερικανικών επιχειρηματικών ομίλων.

Με εφαλτήριο την ΔΕΠΑ, η ρωσική πλευρά δεν έχει κρύψει το ενδιαφέρον της για έναν ηγεμονικό ρόλο στις ελληνικές ενεργειακές υποδομές, αλλά και για μια συνέργεια με τις υποδομές των μεταφορών, ιδιαίτερα με τον ΟΣΕ. Γύρω από την επιχείρηση διείσδυσης που οργανώνει η Gazprom, το «μακρύ χέρι» του βαθέος Ρωσικού κράτους, πλέκεται παράλληλα ένα γαϊτανάκι εγχώριας επιχειρηματικής διελκυστίνδας. Η θέση του Ομίλου Κοπελούζου ως συνεταίρου των Ρώσων στον τομέα του αερίου δεν αμφισβητείται, αλλά είναι γνωστό πως και άλλοι ελληνικοί όμιλοι προσπαθούν να συσχετισθούν με την ορμητική παρουσία των Ρώσων. Δεδομένο είναι πάντως ότι η πιθανή έλευση των Ρώσων στα ελληνικά ενεργειακά πράγματα είναι ικανή να αναδιατάξει τον εγχώριο επιχειρηματικό χάρτη. 

Σύγκρουση συμφερόντων

Σε κάθε περίπτωση η κάθοδος της Μόσχας, προκαλεί επιφυλάξεις, ακόμα και καθαρά εχθρική στάση από την πλευρά του αμερικανικού παράγοντα, αλλά και των Ευρωπαίων εταίρων που προβάλλουν ως υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα την απαγκίστρωση της Ευρώπης από το Ρωσικό εναγκαλισμό και τη διασφάλιση εναλλακτικών διόδων  ενεργειακού εφοδιασμού.

Η κυβέρνηση έχει δεχθεί σχετικές προτροπές και προειδοποιήσεις για την περίπτωση της ΔΕΠΑ και είναι βέβαιον ότι τις λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Από την άλλη πλευρά, το ζεστό και υπεράνω ανταγωνισμού χρήμα που φαίνεται ότι μπορεί να προσφέρει η Gazprom καθιστά εξαιρετικά δύσκολη μια απόκρουση της επενδυτικής της «επίθεσής» της. Πολλώ δε μάλλον όταν η σύνθεση του καταλόγου των μνηστήρων είναι τέτοια που δεν δίνει εναλλακτική διέξοδο.

Πέρα πάντως από μια τέτοια «σύγκρουση συμφερόντων» που φέρνει πιθανόν σε πολιτικά δύσκολη θέση την κυβέρνηση, υπάρχει και το επιπλέον ζήτημα ότι η ρωσική επένδυση καθίσταται ελαφρώς… ανάπηρη για την ελληνική πλευρά, με δεδομένη τη ρωσική δήλωση ότι εγκαταλείπει το σχέδιο του ελληνικού βραχίονα του αγωγού South Stream όπως και της διασύνδεσης με την Ιταλία. Η αναθέρμανση του σχεδίου, ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης μεταξύ Σαμαρά και ρωσικής ηγεσίας κατά το ταξίδι στη Μόσχα.

Τράπεζες

Η ρωσική παρουσία, πάντως, επεκτείνεται και σε άλλους τομείς, αν και λιγότερο διακριτή. Δεν αποκλείεται να γίνει εν μέρει αισθητή και στις επικείμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίων των τραπεζών ενόψει ανακεφαλαιοποίησης. Σημειώνεται ότι το τσεχικό fund ΡΡF (κατεβαίνει στην αποκρατικοποίηση του ΔΕΣΦΑ) που μετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της Πειραιώς και αποτελεί τη βασική «ελπίδα» για συμμετοχή στην αύξηση κεφαλαίου, θεωρείται ότι εκπροσωπεί και ρωσικά ή πάντως… φιλορωσικά επενδυτικά κεφάλαια. Πέραν αυτού, δεν αποκλείεται να επαναληφθεί η προσπάθεια ρωσικών τραπεζών για άνοιγμα υποκαταστημάτων στην Ελλάδα, προσπάθεια που στο παρελθόν είχε προσκρούσει σε «κανονιστικά» προσκόμματα από την ΤτΕ.

Εσωτερικό παιχνίδι

Κάποιου είδους «σύγκρουση συμφερόντων» προκύπτει από το παράλληλο ενδιαφέρον ρωσικών και κινεζικών ομίλων για τους σιδηροδρόμους και τις εμπορευματικές λιμενικές υποδομές.

Αντιθέτως, την περίπτωση του ΟΠΑΠ, για τον οποίο υπήρξε πληθωρικό ενδιαφέρον από ξένους ομίλους (ιταλικό, αυστριακό, ισραηλινό, ακόμη και κινεζικό) η κυβέρνηση την αντιμετωπίζει κυρίως ως εγχώριο παιχνίδι. Το μήνυμα προς τους εγχώριους παίκτες (Κόκκαλη, Μελισσανίδη, Κοπελούζο κ.α.) είναι περίπου «βρείτε τα μεταξύ σας», γεγονός που δεν αποκλείει κοινοπραξίες «εσωτερικού», με πιθανή επικουρική συμμετοχή και ξένου εταίρου.

Αφελληνισμός

Πολύ πιο σύνθετο είναι, ωστόσο το θέμα των τραπεζών. Οι όροι της ανακεφαλαιοποίησης και των αυξήσεων κεφαλαίου και πολύ περισσότερο η διαφαινόμενη «πολιτική» επιτήρησή τους από τη Φρανκφούρτη, δημιουργούν μια διπλή «απειλή αφελληνισμού» τους. Πρώτον, με τη διοικητική εποπτεία από την ΕΚΤ και τον ESFS που σε ένα βαθμό αποσταθεροποιεί και παραδοσιακές «πελατειακές» χρηματοδοτικές σχέσεις με εγχώριους επιχειρηματικούς ομίλους, απολήπτες εξ ορισμού γκρίζων, επισφαλών δανείων. Δεύτερον, με την καθεαυτή μετοχική «άλωση» από μεγάλες ευρωπαϊκές, κυρίως γερμανικές, τράπεζες κατά τη διαδικασία αυξήσεων κεφαλαίων, αλλά και αργότερα, στον ορίζοντα της πενταετίας που έχουν οι μέτοχοι να ανακτήσουν τα κρατικά μερίδια. Τόσο στελέχη των τραπεζών όσο και επιχειρηματίες πελάτες τους αντιμετωπίζουν με δέος το ενδεχόμενο ενός χρηματοδοτικού αποκλεισμού. Εξού και η διπλής ανάγνωσης προειδοποίηση- πρόσκληση που απευθύνει μέσω «Ε» ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Προβόπουλος στην επιχειρηματική ελίτ της χώρας για στήριξη των τραπεζών. Η πρόσκληση στήριξης των τραπεζών αν θέλουν να συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται απ’ αυτές είναι μια έκκληση στον… πατριωτισμό της επιχειρηματικής ελίτ, αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως ο επίλογος στο κεφάλαιο της προνομιακής της μεταχείρισης.

Απέναντι σ’ αυτές τις ενδείξεις επενδυτικής κινητικότητας από ξένους και εγχώριους παράγοντες η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να κρατήσει μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία. Με καθαρά οικονομικούς- λογιστικούς όρους οι επιλογές φαίνονται απλές. Υπάρχει ωστόσο και ο πολύ πιο αστάθμητος γεωπολιτικός παράγοντας. Αμερικανοί, Ρώσοι, Κινέζοι, Άραβες, ακόμη και Ισραηλινοί φαίνεται να συγκλίνουν, για απολύτως ιδιοτελείς λόγους, στην πίεση προς την ευρωπαϊκή ηγεσία για μια «καθαρή λύση» στο ελληνικό πρόβλημα που θα διευκολύνει και τα επενδυτικά τους σχέδια. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά άλλα πεδία στα οποία τα συμφέροντα και ενδιαφέροντά τους βρίσκονται σε τροχιά σύγκρουσης, όπως για παράδειγμα οι εξελίξεις στη Γάζα ή στη Συρία. Κι εκεί η κυβέρνηση καλείται σε ασκήσεις διπλωματικής ακροβασίας.

(ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 17/11/2012)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM