Θοδωρής Παναγούλης: Γιατί έρχεται νέο ηλεκτροσόκ στους λογαριασμούς ρεύματος το 2012
Μεγάλες αυξήσεις, πολύ πάνω από τις «καθιερωμένες», φαίνεται ότι θα μπούν στα τιμολόγια του ρεύματος από την αρχή του χρόνου, καθώς οι διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις στα καύσιμα έχουν εκτοξεύσει στα ύψη το κόστος παραγωγής της ΔΕΗ. Από την άλλη, το να αφεθεί η επιχείρηση να γράψει ζημιές είναι πολύ... ριψοκίνδυνο ενόψει ιδιωτικοποίησής της.
Το εκρηκτικό μείγμα που έχει αυξήσει κατακόρυφα το κόστος παραγωγής ρεύματος, αποτελεί πονοκέφαλο για την ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία θα κληθεί στο επόμενο διάστημα να αποφασίσει την τιμολογιακή πολιτική. «Το ζήτημα των τιμολογίων είναι πολύ σοβαρό, αγγίζει όλα τα νοικοκυριά, και δεν μπορώ να κάνω μια πρόχειρη τοποθέτηση» δηλώνει ο κ. Παπακωνσταντίνου, μη θέλοντας προφανώς να ανοίξει τώρα ένα θέμα που ξέρει ότι θα δημιουργήσει νέα αναστάτωση, τη στιγμή που στο προσκήνιο βρίσκεται η είσπραξη του τέλους ακινήτων μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ.
Παρόλα αυτά, το υπουργείο βρίσκεται ήδη σε συνεννόηση με τη ΔΕΗ και τη ΡΑΕ, και, όσο και αν θα το ήθελε ο κ. Παπακωνσταντίνου, δεν θα είναι εύκολο να αποφύγει το «πικρό ποτήρι» της σκληρής απόφασης. Το «υπόλοιπο» των αυξήσεων που «χρωστάμε» βάσει του μνημονίου για να γίνουν κοστοβαρή τα τιμολόγια, η επιβάρυνση από το Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο φυσικό αέριο, η μεγάλη αύξηση του κόστους των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας λόγω κοινωνικού τιμολογίου και φόρου στο ντίζελ και τέλος η τεράστια τρύπα του ΔΕΣΜΗΕ που θα πρέπει να καλυφθεί από το τέλος ΑΠΕ, προοιωνίζονται, σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, αυξήσεις στο ρεύμα που θα φτάσουν το 20%. Αυτά για το 2012, καθώς από το 2013 έρχεται για τη ΔΕΗ η υποχρέωση αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, που σημαίνει επιπλέον επιβάρυνση για τη ΔΕΗ από 600 εκατ. έως 1,2 δισ. ευρώ ετησίως.
Θεωρητικά, η πολιτική ηγεσία θα μπορούσε να αγνοήσει κάποια τουλάχιστον από αυτά τα δεδομένα. Αυτό σημαίνει ότι θα καταδικάσει τη ΔΕΗ σε ζημιές, καθώς, μόνον η επίπτωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο φυσικό αέριο που εφαρμόστηκε από την 1η Σεπτεμβρίου, είναι ικανή να εξανεμίσει τα περιορισμένα κέρδη που εμφάνισε η επιχείρηση στο 6μηνο. Μια ζημιογόνος ΔΕΗ, από την άλλη, θα δημιουργήσει πρόβλημα στην προσπάθεια ιδιωτικοποίησής της, σε μια περίοδο που όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στην τύχη που θα έχει το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων της κυβέρνησης.
Επιπλέον, μια ζημιογόνος ΔΕΗ θα βρεθεί χωρίς ρευστότητα και σε απόλυτη αδυναμία να βρεί κεφάλαια για να υλοποιήσει το επενδυτικό της πρόγραμμα, το οποίο αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την επιβίωσή της. Μιλάμε τουλάχιστον για τις προγραμματισμένες μεγάλες λιγνιτικές επενδύσεις στη Δυτική Μακεδονία και τις επενδύσεις στα μη διασυνδεδεμένα Νησιά (Κρήτη, Ρόδο κλπ) και τις διασυνδέσεις.
«Θα βοηθήσουμε τη ΔΕΗ να προχωρήσει το επενδυτικό της πρόγραμμα» είπε ο κ. Παπακωνσταντίνου σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησε τη Δευτέρα και για όσους γνωρίζουν την κατάσταση, η μόνη ίσως βοήθεια που μπορεί να δώσει είναι η εξασφάλιση κερδοφορίας μέσω της αύξησης των τιμολογίων.
"Δεύτερη δόση" μνημονίου
Ούτως ή άλλως εκκρεμεί η «δεύτερη δόση» από τις αυξήσεις που προβλέπονται στο μνημόνιο. Η απόφαση της κ. Μπιρμπίλη τον περασμένο Οκτώβριο, για τις αυξήσεις που εφαρμόστηκαν τον Ιανουάριο του 2011, προέβλεπε τη σταδιακή και ήπια προσαρμογή των τιμολογίων για τους οικιακούς καταναλωτές, ώστε αυτά να φτάσουν να αντανακλούν το πραγματικό κόστος με χρονικό ορίζοντα το 2013. Δηλαδή, να επιβληθεί από τις αρχές του 2012 η δεύτερη δόση των αυξήσεων, που μεσοσταθμικά υπολογιζόταν ότι θα επιβαρύνει κατά 7% τους σημερινούς λογαριασμούς, με διαφοροποιήσεις αυτού του ποσοστού ανά κατηγορία καταναλωτών. Σε άλλους θα είναι περισσότερο και σε άλλους λιγότερο. Γνώστες του θέματος εκτιμούν ότι, όπως συνέβη και με την πρώτη δόση των αυξήσεων, περισσότερο θα πληγούν οι χαμηλές καταναλώσεις, οι οποίες συνεχίζουν να επιδοτούνται «σταυροειδώς» από τα τιμολόγια άλλων κατηγοριών πελατών.
Σε κάθε περίπτωση, η σχετική υποχρέωση, δηλαδή η θέσπιση τιμολογίων που να αντανακλούν το πραγματικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελεί όρο απέναντι στην τρόικα. Τα περιθώρια για να αμβλυνθούν οι αυξήσεις στο κόστος της ενέργειας, μέσω παράλληλων μειώσεων στα «μη ανταγωνιστικά» κομμάτια του λογαριασμού, όπως τα τέλη χρήσης δικτύου κ.λπ. είναι περιορισμένα, καθώς η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε πέρυσι, και μάλιστα, όπως φαίνεται, μέχρι σημείου... εξαντλήσεως.
Το αέριο
Αδιέξοδο έχει δημιουργήσει επίσης η επιβολή, για πρώτη φορά, Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο φυσικό αέριο. Ωστόσο το φυσικό αέριο είναι βασικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή (το 60% του αερίου που «μπαίνει» στη χώρα, καταναλώνεται για την παραγωγή ρεύματος), με αποτέλεσμα η ΔΕΗ να έχει από αυτό το μέτρο και μόνο, περί τα 200 εκατ. ευρώ επιβάρυνση το χρόνο. Τεράστιες ζημιές έχουν και οι ιδιωτικές μονάδες που δραστηριοποιούνται στη λιανική του ρεύματος, μέχρι σημείου μάλιστα να απειλούνται με «λουκέτο». Εάν δεν βρεθεί λύση, πέραν του οικονομικού προβλήματος της ΔΕΗ, θα υπάρξει και πρόβλημα στην απελευθέρωση της αγοράς (άλλη υποχρέωσή μας έναντι της Κομισιόν και των δανειστών). Το υπουργείο Περιβάλλοντος συζήτησε με το υπουργείο Οικονομικών άλλα μέτρα ισοδύναμου εισπρακτικού χαρακτήρα για να καταργήσει τον ΕΦΚ. Πρότεινε μάλιστα, μεταξύ άλλων, να αντληθούν τα χρήματα αυτά από το συνολικό κονδύλι που θα εισπραχθεί από τα αυθαίρετα. Ωστόσο, υπό τις παρούσες συνθήκες, και με τη δαμόκλειο σπάθη της τρόικας να επικρέμεται, είναι σχεδόν αδύνατο να ακυρωθεί εισπρακτικό μέτρο, αντίθετα αναζητούνται νέα.
Εάν διατηρηθεί λοιπόν ο ΕΦΚ στο αέριο, οι δυνατότητες που έχει ο υπουργός είναι δύο: Είτε να περάσει την επιβάρυνση αυτή απευθείας στα τιμολόγια ρεύματος, είτε να την περάσει έμμεσα, δηλαδή αυξάνοντας τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο ρεύμα ή αυξάνοντας τον ΦΠΑ στο ρεύμα. Σε κάθε περίπτωση, οι καταναλωτές θα πληρώσουν το «μάρμαρο».
ΥΚΩ
Ένα ακόμη μέτωπο εν δυνάμει αυξήσεων αφορά στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), που περιλαμβάνουν τόσο το κόστος του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου (ΚΟΤ) όσο και το κόστος διάθεσης του ρεύματος στα νησιά. Υπολογίζεται ότι φέτος για να καλυφθούν οι ανάγκες του ΚΟΤ θα χρειαστεί επιπλέον ποσό σε σχέση με το 2010 έως και 80 εκατ. ευρώ. Άλλα τόσα περίπου είναι τα παραπάνω χρήματα που κοστίζει πλέον στη ΔΕΗ η κάλυψη των ηλεκτρικών αναγκών των μη διασυνδεδεμένων νησιών η οποία γίνεται με ντιζελογεννήτριες. Και τούτο διότι η αύξηση που επεβλήθη στον ΕΦΚ, στο πετρέλαιο αυτή τη φορά, δημιούργησε επιπλέον κόστος. Συνολικά, η ΔΕΗ διεκδικεί περίπου 150 εκατ. περισσότερα χρήματα για την κάλυψη των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) που είναι υποχρεωμένη ως «τελευταίο καταφύγιο» να προσφέρει και οι οποίες, με βάση το νόμο, θα πρέπει να εισπραχθούν μέσω των λογαριασμών ρεύματος από τους καταναλωτές όλης της χώρας.
Το Τέλος ΑΠΕ
Ένα ακόμα "δύσκολο" μέτωπο για τον υπουργό ΠΕΚΑ, είναι αυτό που αφορά στο λεγόμενο Τέλος ΑΠΕ, το οποίο στην πραγματικότητα είναι «Τέλος Διοξειδίου του Άνθρακα» ή «Τέλος Κλιματικής Αλλαγής». Πρόκειται για τέλος που πληρώνεται μέσω του λογαριασμού του ρεύματος και χρησιμοποιείται κυρίως για να καλύπτονται τα επιπλέον κονδύλια που χρειάζονται για να αγοράζει ο ΔΕΣΜΗΕ το ρεύμα που παράγουν οι «πράσινες» μονάδες. Οι παράμετροι του θέματος αυτού είναι πολλές και μια νηφάλια αντιμετώπιση πιθανόν θα περιόριζε κατά πολύ τα απαιτούμενα κονδύλια, ωστόσο η μελέτη που πραγματοποίησε ο ΔΕΣΜΗΕ κατόπιν παραγγελίας του υπουργείου, υπολογίζει από 2,5 έως 3,3 δισ. ευρώ το ποσό που θα απαιτηθεί για να καλυφθεί ο λογαριασμός των ΑΠΕ την τριετία 2012-2014. Στην πράξη, σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, το ποσό που θα πρέπει να εισπραχτεί από το Τέλος ΑΠΕ είναι μικρότερο, καθώς η υποχρέωση αγοράς δικαιωμάτων ρύπων εκ μέρους των ηλεκτροπαραγωγών από το 2013, θα μειώσει τη διαφορά ανάμεσα στη τιμή του συμβατικού ρεύματος και εκείνης του «πράσινου».
Γεγονός παραμένει ότι στο τέλος του 2011 η «τρύπα» του ΔΕΣΜΗΕ θα είναι πάνω από 100 εκατ. ευρώ, γι αυτό και ζητάει την αύξηση του Τέλους ΑΠΕ το 2012, από τα 2 ευρώ/ MWh που είναι σήμερα, σε 5,5 έως 7 ευρώ / MWh, ανάλογα και με το τι θα αποφασιστεί σχετικά με τον Ειδικό Φόρο στο αέριο. Αν και τα ποσά αυτά σε ένα μέσο λογαριασμό, μεταφράζονται σε 10-15 ευρώ το χρόνο (σύμφωνα με ανθρώπους του χώρου), εντούτοις είναι τέτοια τα ποσοστά της αύξησης (175-250%) που θεωρείται βέβαιο ότι θα δημιουργήσουν ιδιαίτερα αρνητική εικόνα στην κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία ακόμα επαπειλούμενη επιβάρυνση για τον καταναλωτή.
(Ο Κόσμος του Επενδυτή, 01/10/2011)