Συνεχίζεται το "αλαλούμ" στην ανακύκλωση φωτοβολταϊκών χωρίς οι υπόχρεοι να καταβάλλουν το τέλος – Το Μάρτιο περιμένει ο ΕΟΑΝ τη μελέτη για να καθορίσει νέα τιμολόγια
Εν αναμονή της μελέτης που έχει αναθέσει, βρίσκεται ο ΕΟΑΝ προκειμένου να διαλευκάνει το τοπίο σχετικά με την ανακύκλωση φωτοβολταϊκών, όταν την ίδια στιγμή, η σχετική αγορά έχει παγώσει πλήρως με ελάχιστους να συνεχίζουν να καταβάλουν τέλος ανακύκλωσης στα επίπεδα των 300 ευρώ ανά τόνο όπως είχε οριστεί προσωρινά.
Ως γνωστόν, το θέμα έχει χρονίσει (δείτε εδώ και εδώ) με το επόμενο «ορόσημο» να αφορά την ολοκλήρωση της μελέτης περί τον Φεβρουάριο – Μάρτιο, προκειμένου ο ΕΟΑΝ να αξιολογήσει εν συνεχεία τα αποτελέσματα και να καταλήξει στο ύψος της «εύλογης» εισφοράς.
Αρχικά αξίζει να σημειωθεί, όπως υπογραμμίζουν αρμόδιες πηγές, ότι η αναγκαιότητα της μελέτης προέκυψε στη βάση της σημαντικής απόκλισης που παρουσιάζουν τα τέσσερα αδειοδοτημένα συστήματα ανακύκλωσης ως προς τα «νούμερα» των business plan που έχουν καταθέσει στον ΕΟΑΝ σε σημείο που να μην προκύπτει ένας εύλογος «μέσος όρος» που να πείθει για την βιωσιμότητα του εγχειρήματος.
Με άλλα λόγια, η απόφαση του ΕΟΑΝ να προχωρήσει σε μια διευρυμένη μελέτη που θα αποτυπώνει τόσο την ευρωπαϊκή εμπειρία όσο και τα βασικά «μεγέθη» (κόστη κλπ) των εγχώριων συστημάτων ανακύκλωσης εδράζεται στην ανάγκη να υπάρξει ένα πλαίσιο αναφοράς και μια βάση σύγκρισης προκειμένου να μπορέσει να γίνει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση, που με την σειρά της θα καταλήξει σε αποφάσεις σχετικά με το ελάχιστο ύψος του τέλους ανακύκλωσης, με γνώμονα να παραμένει σταθερά βιώσιμη η σχετική εφοδιαστική αλυσίδα, αποτρέποντας στο μέτρο του δυνατού το ενδεχόμενο να εξελιχθεί σε «βραδυφλεγής βόμβα» σε μερικά χρόνια.
Αναλυτικότερα, το προβληματικό της υπόθεσης που ώθησε και τον ΕΟΑΝ να προχωρήσει στην ανάθεση της μελέτης αφορά στην μεγάλη απόκλιση που εμφανίζεται ανάμεσα στο ύψος της μέσης εισφοράς, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των συστημάτων ανακύκλωσης και το μέσο κόστος ανακύκλωσης, όπως αυτό αποτυπώνεται στα κατατεθειμένα business plan. Την ίδια στιγμή εμφανίζονται μεγάλες αποκλίσεις στις εκτιμήσεις περί κόστους από σύστημα σε σύστημα, γεγονός που με την σειρά του δυσχεραίνει την όλη «άσκηση» όταν μάλιστα μιλάμε για την ίδια αγορά με λίγο έως πολύ «σταθερά» και «κοινά» βασικά μεγέθη που ενδεχόμενα δεν δικαιολογούν τέτοιες διαφορές στην κοστολόγηση.
Τα παραπάνω συνιστούν, όπως υπογραμμίζουν πηγές με γνώση του θέματος, σημεία προς διερεύνηση, ιδίως στην προσπάθεια να υπάρξει μια ενιαία φόρμουλα δεσμευτική για όλους χωρίς να αφήνει περιθώριο για εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις, μιας και ήδη έχουν συσσωρευτεί σημαντικές, αν λάβουμε υπόψη τα λεγόμενα «ιστορικά απόβλητα» και τα οποία αφορούν όλα τα φωτοβολταϊκά πάρκα που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα προ του 2020 χωρίς να καταβάλουν τέλος ανακύκλωσης.
Ως γνωστόν, τα «παλιά» παραμένουν σε εκκρεμότητα με τον ΕΟΑΝ να βρίσκεται σε συζητήσεις επί του θέματος με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ως το «τι μέλει γενέσθαι», ενώ την ίδια στιγμή, παραμένει ενεργή η λύση της πρότυπης σύμβασης που έχει συνταχθεί για τα ιστορικά απόβλητα και μπορεί όποιος παραγωγός θέλει να συνάψει μια τέτοια με ένα σύστημα ανακύκλωσης προκειμένου να πληρώσει τα ανάλογα ποσά και να αποδώσει τον εξοπλισμό του προς ανακύκλωση μετά το πέρας του κύκλου ζωής.
Σε κάθε περίπτωση, το θέμα παραμένει άλυτο στην ολότητά του, όπως συνολικότερα ανοικτό παραμένει το ζήτημα της ανακύκλωσης παρά το γεγονός ότι η χώρα μετράει ήδη 11 GW εγκατεστημένης ισχύος φωτοβολταϊκών με μόλις φέτος να προσθέτει επιπλέον περίπου 2,5 GW. Τα παραπάνω νούμερα «φωτογραφίζουν» την ανάγκη που θα προκύψει σε βάθος δεκαετίας, όταν και η μεγάλη μάζα των εγκατεστημένων φωτοβολταϊκών θα κλείσουν τον κύκλο ζωής τους, χωρίς βέβαια να υποτιμάται ο όγκος των αποβλήτων που προκύπτει σταδιακά σε εφαρμογή του repowering.
Χρειάζεται ακόμη να σημειωθεί ότι η παραπάνω κατάσταση, τελώντας εν αναμονή της μελέτης και ακολούθως των αποφάσεων του ΕΟΑΝ σχετικά με την εισφορά, διατηρεί σε μόνιμη «αδράνεια» τα νέα συστήματα ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών, με τον όποιο κύκλο εργασιών του κλάδου να περιορίζεται σε μικρές ποσότητες ιστορικών αποβλήτων και σε μη χρηματοδοτούμενα απόβλητα (δηλαδή προ του 2020), χωρίς βέβαια να γίνεται λόγος για τον μεγάλο όγκο ιστορικών αποβλήτων που παραμένει άγνωστο που καταλήγουν όσα δεν καταλήγουν σε διαδικασία ανακύκλωσης.
Την ίδια στιγμή, παράγοντες της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress, εκφράζουν επιφυλάξεις ως προς τους προβληματισμούς του ΕΟΑΝ και πολύ περισσότερο ως προς την αποτελεσματικότητα της μελέτης αναφορικά με την δυνατότητα να «απαντήσει» στο κρίσιμο ερώτημα περί κόστους και κατά συνέπεια περί «εύλογης εισφοράς».
Ειδικότερα, οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι είναι θεμιτή η απόκλιση της εισφοράς με το κόστος στη βάση τόσο μιας εμπορικής πολιτικής που ακολουθείται σε βάθος χρόνου από τα συστήματα ανακύκλωσης όσο και στην βάση ανάπτυξης οικονομίας κλίμακας με το πρόσθετο χαρακτηριστικό, όπως διευκρινίζουν, ότι πρόκειται εν πολλοίς για δυναμική τιμολόγηση που υπολογίζεται στη βάση κάποιων παραμέτρων της αγοράς που υπόκεινται σε μεταβολές συν τω χρόνω και επομένως «υποχρεώνουν» σε επικαιροποίηση των επιχειρηματικών σχεδίων (business plan).
Υπό αυτό το πρίσμα, όπως τονίζουν οι ίδιες πηγές, η απόκλιση ανάμεσα στην εισφορά και το κόστος παραγωγής δεν συνιστά de facto «μεμπτό» σημείο ως προς την εγκυρότητα και την βιωσιμότητα ενός business plan, ενώ ανάλογα η παράθεση στοιχείων ως προς το τι ισχύει σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, δεν επαρκεί για να προκύψει απάντηση στα ερωτήματα περί εύλογου κόστους και εύλογης εισφοράς που θα λαμβάνει υπόψη την ελληνική πραγματικότητα ως έχει διαμορφωθεί σήμερα.