Συνάντηση χθες ΥΠΕΝ-ΡΑΑΕΥ-ΑΔΜΗΕ για την «κοινωνικοποίηση» του 50% του κόστους σύνδεσης των ηλεκτροπαραγωγών – Μπαίνει στο debate και το ευρωπαϊκό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων
Όλα τα δεδομένα σχετικά με την κοινωνικοποίηση κατά 50% του κόστους σύνδεσης χρηστών στο σύστημα μεταφοράς (ΑΠΕ, θερμικών μονάδων, βιομηχανιών), τέθηκαν επί τάπητος σε συνάντηση που είχαν χθες το ΥΠΕΝ, η ΡΑΑΕΥ και ο ΑΔΜΗΕ. Στη συνάντηση παραβρέθηκε και ο σύμβουλος του πρωθυπουργού, Νίκος Τσάφος, όπως και ο ΔΕΔΔΗΕ, καθώς αντίστοιχο μέτρο ισχύει και στην περίπτωση του ΕΔΔΗΕ – αν και μόνο για τα «μικρά» φωτοβολταϊκά.
Καθώς τα ποσά που αφορούν το δίκτυο διανομής είναι πολύ μικρά, η περίπτωση του ΔΕΔΔΗΕ απασχόλησε λίγο τη συνάντηση. Ως συνέπεια, τη συζήτηση μονοπώλησε σχεδόν αποκλειστικά η περίπτωση του ΑΔΜΗΕ, όπου τα κόστη είναι πολύ μεγαλύτερα και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση της Ρυθμιζόμενης Περιουσιακής Βάσης του έως και κατά 400 εκατ. ευρώ την τρέχουσα 2ετία, όπως αποκάλυψε το energypress ότι υποστηρίζει η ΡΑΑΕΥ.
Στη χθεσινή συνάντηση η ΡΑΑΕΥ επανέλαβε τα επιχειρήματά της για τον κίνδυνο σημαντικής ανόδου των τιμολογίων του ΑΔΜΗΕ, επιχειρήματα που φαίνεται πως βρίσκουν ευήκοα ώτα στο ΥΠΕΝ. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου συμμερίζεται τις ανησυχίες πως με αυτό τον τρόπο είναι πιθανόν να αυξηθούν σημαντικά οι χρεώσεις χρήσης συστήματος – με δεδομένο το πολύ μεγάλο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ που είναι προδιαγεγραμμένο πως θα συνδεθεί στο ΕΣΜΗΕ τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, μία ακόμη παράμετρος που σύμφωνα με το ΥΠΕΝ χρήζει περαιτέρω διερεύνησης είναι το ενδεχόμενο η κοινωνικοποίηση του 50% του κόστους σύνδεσης να θεωρηθεί πως αποτελεί κρατική ενίσχυση. Σε μία τέτοια περίπτωση, το μέτρο είναι «ευάλωτο» σε καταγγελίες προς την Κομισιόν, με δεδομένο ότι δεν έχει λάβει την έγκρισή της.
Έτσι, το υπουργείο πρόκειται να απευθύνεται άμεσα σχετικό ερώτημα στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων (ΚΕΜΚΕ). Αν η απάντηση που λάβει από την ΚΕΜΚΕ είναι πως το μέτρο έχει όντως χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης, τότε το ΥΠΕΝ δεν αποκλείει την πιθανότητα να προχωρήσει σε κοινοποίησή του στις Βρυξέλλες, ώστε να αποφανθούν για το κατά πόσο συνάδει ή όχι με το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Το ερωτηματικό της κρατικής ενίσχυσης αποτελεί μία από τις παραμέτρους που θέλει να προσμετρήσει το υπουργείο πριν λάβει αποφάσεις, με όλα τα ενδεχόμενα να παραμένουν προς το παρόν ανοικτά. Σε αυτό το πλαίσιο, για παράδειγμα, υπάρχει επίσης ερωτηματικό για το κατά πόσο θα πρέπει να συνεχίσει να κοινωνικοποιείται κατά 50% το κόστος σύνδεσης των θερμικών μονάδων και των καταναλωτών στην υψηλή τάση.
Από την άλλη πλευρά, το ΥΠΕΝ θέλει να προσμετρήσει τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε μία τυχόν αλλαγή του μέτρου – έστω και με μία πρόνοια για ένα μεταβατικό διάστημα, ώστε να υλοποιηθούν όσα έργα έχουν συμπεριλάβει στο business plan τους την κοινωνικοποίηση κατά 50% του κόστους σύνδεσης. Στις επιπτώσεις αυτές, μάλλον δύσκολα θα περιλαμβανόταν ένα «φρένο» στον ρυθμό ενίσχυσης της διείσδυσης ΑΠΕ στο μίγμα. Ωστόσο, ενδεχόμενη αύξηση του κόστους υλοποίησης των έργων, με την αύξηση του κόστους σύνδεσής τους, θα μπορούσε να ασκήσει ανατιμητικές πιέσεις στις τιμές των «πράσινων» PPAs, αλλά και στις «ταρίφες» στους διαγωνισμούς.
Στη χθεσινή συνάντηση, η ΡΑΑΕΥ επανέλαβε την πρότασή της για τη δημιουργία μίας διακριτής Ρυθμιζόμενης Περιουσιακής Βάσης, για τα συγκεκριμένα έργα σύνδεσης. Για τα έργα αυτά, το έσοδο του Διαχειριστή δεν θα καθορίζεται με βάση το μεσοσταθμικό κόστος κεφαλαίου (WACC), αλλά θα υπολογίζεται με χαμηλότερο συντελεστή, στα επίπεδα του κόστους δανεισμού του για την κάλυψη του 50% του κόστους τους.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ρυθμιστική Αρχή επικαλέστηκε ένα ακόμη επιχείρημα προς επίρρωσιν της πρότασής της, με δεδομένο ότι η κάλυψη του 50% δεν πρόκειται να γίνει με ίδια κεφάλαια από τον Διαχειριστή, αλλά μέσω δανείων. Αυτό σημαίνει πως, αν συνεχίσουν να ενσωματώνονται στη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση του τα έργα σύνδεσης, τότε θα αυξηθεί ο συντελεστής δανειακής επιβάρυνσης του ΑΔΜΗΕ, γεγονός που θα οδηγήσει σε ελάττωση του WACC. Επομένως, θα απομειωθεί το έσοδο του Διαχειριστή οριζόντια από το σύνολο των asset που διαθέτει, σε μία περίοδο που αναπτύσσει ή δρομολογεί μία σειρά ηλεκτρικών διασυνδέσεων εθνικής σημασίας.
Παραμένει στις θέσεις του ο ΑΔΜΗΕ
Από την άλλη ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στις θέσεις του, ότι δηλαδή τα συγκεκριμένα έργα δεν διαφέρουν σε τίποτα από όλα τα υπόλοιπα και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του Συστήματος και οποιοσδήποτε διαφορετικός μηχανισμός αποζημίωσης θα καθιστούσε τις συγκεκριμένες επενδύσεις μη βιώσιμες για τον ΑΔΜΗΕ.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Διαχειριστή, οι επενδύσεις σε αυτά τα έργα θα αποβούν ζημιογόνες, στην περίπτωση που αυτές αποζημιώνονται με WACC ίσο με το κόστος δανεισμού, οδηγώντας τελικά σε υπονόμευση την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα.
Επιπλέον στον ΑΔΜΗΕ δηλώνουν ότι θα ήταν ασυνεπές να θεωρηθεί ότι τα έργα ενίσχυσης του συστήματος μεταφοράς ενέργειας για τη σύνδεση παραγωγών/καταναλωτών στην υψηλή και υπερυψηλή τάση, είναι ανταποδοτικά, ενώ τα έργα επέκτασης του συστήματος (ιδίως όταν πρόκειται για σύνδεση σταθμών ΑΠΕ), τα οποία αποτελούν τη λογική και τεχνική συνέχεια των έργων ενίσχυσης και αυτονόητη προϋπόθεση για τη σύνδεση των σταθμών πράσινης ενέργειας στο σύστημα μεταφοράς, δεν είναι ανταποδοτικά. Για τον λόγο αυτό άλλωστε τα έργα ενίσχυσης, εντάσσονται στην περιουσιακή βάση του ΑΔΜΗΕ για το σύνολο της αξίας τους, λαμβάνουν εύλογη απόδοση και χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος.
Σύμφωνα με όσα δηλώνουν στελέχη του ΑΔΜΗΕ, ο ισχυρισμός ότι ο Διαχειριστής φέρει μειωμένο βαθμό κινδύνου είναι εντελώς άστοχο, καθώς για τα συγκεκριμένα έργα ο βαθμός κινδύνου είναι αντίστοιχος, εάν όχι μεγαλύτερος, σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα του Διαχειριστή, τόσο από πλευράς χρηματοδότησης, όσο και από άποψη κατασκευαστικής επάρκειας. Αναφορικά με την χρηματοδότηση, ο Διαχειριστής μπορεί να εκτιμήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη χρονική στιγμή που θα απαιτηθούν τα κεφάλαια για την κατασκευή λοιπών έργων του συστήματος που κατασκευάζει ο ίδιος, σε σχέση με έργα που καλείται να αποκτήσει με την ολοκλήρωσή τους, το χρονοδιάγραμμα κατασκευής των οποίων μπορεί μόνο να εκτιμήσει και όχι να γνωρίζει, καθώς υλοποιούνται από τρίτους. Επίσης, σχετικά με την κατασκευαστική επάρκεια τους, παρότι κατασκευάζονται βάσει προδιαγραφών του Διαχειριστή και παραλαμβάνονται κατόπιν δοκιμών, η ευθύνη της κατασκευής τους δεν παύει να ανήκει σε τρίτο.
(πηγή φωτ: Markus Distelrath, Pixabay)