Σκιές και για ευθύνες της Ελλάδας στη καθυστέρηση του GSI αφήνει η Κομισιόν - Οι συνέπειες της γεωπολιτικής εμπλοκής μπαίνουν για πρώτη φορά στη ρητορική των Βρυξελλών
Τη γεωπολιτική παράμετρο, ζήτημα στο οποίο η Αθήνα αποφεύγει συστηματικά να αναφερθεί το τελευταίο χρόνο, αρχίζει να αναδεικνύει η Κομισιόν ως μια από τις βασικές αιτίες για το βραχυκύκλωμα του καλωδίου Ελλάδας - Κύπρου, που η ίδια έχει χρηματοδοτήσει με 657 εκατ ευρώ.
Ενώ μέχρι πρότινος περιορίζονταν σε παραινέσεις προς τις δύο πλευρές να επιλύσουν τις μεταξύ τους ρυθμιστικές εκκρεμότητες, αποφεύγοντας να μιλήσει για το γεωπολιτικό στοιχείο που θα έφερνε σε δύσκολη θέση την Αθήνα, το τελευταίο διάστημα διαφαίνεται μια αλλαγή στη ρητορική της.
Σε μια τοποθέτηση που αποκλίνει από την έως τώρα κοινοτική «γραμμή», ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν, μιλώντας την Κυριακή στο ΚΥΠΕ με αφορμή την ανάληψη της κυπριακής προεδρίας στο Συμβούλιο της ΕΕ, προχώρησε στην πρώτη επίσημη παραδοχή εκ μέρους της Κομισιόν ότι το γεωπολιτικό «βραχυκύκλωμα» επιβαρύνει το έργο τόσο σε κόστος όσο και σε χρόνο υλοποίησης.
«Συνολικά, η πρόοδος του έργου έχει επηρεαστεί από ένα πολύπλοκο γεωπολιτικό πλαίσιο, με επιπτώσεις στα χρονοδιαγράμματα και τα κόστη», ανέφερε μεταξύ άλλων ο Επίτροπος (https://cyprusenergy.news/post/giorgkensen-gia-gsi-stirizoyme-alla-to-ergo-echei-kathysterisei-kai-akrivynei), χωρίς ωστόσο να κάνει τη παραμικρή νύξη στα γνωστά ρυθμιστικά θέματα που προφανώς είναι σε γνώση του, καθώς έχει συμμετάσχει σε σχετικές συσκέψεις και γνωρίζει ότι κυριαρχούν το τελευταίο χρόνο στις τηλεδιασκέψεις των κοινοτικών με τις δύο πλευρές.
Στη πραγματικότητα, η δήλωση Γιόργκενσεν επαναφέρει στη συζήτηση ένα άβολο θέμα για την ελληνική πλευρά, ενώ «διαβάζεται» και υπό το πρίσμα ότι ενδεχόμενη μη βιωσιμότητα του έργου θα μπορούσε να αποδοθεί στη γεωπολιτική εμπλοκή.
Και είναι η πρώτη φορά που η Κομισιόν επικαλείται με αυτόν τον τρόπο τη συγκεκριμένη γεωπολιτική πτυχή - επί της ουσίας το φρένο των ερευνών μετά το επεισόδιο στην Κάσο το καλοκαίρι του 2024 - αφήνοντας εμμέσως πλην σαφώς «σκιές» και για ευθύνες της Ελλάδας ως προς τη τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα.
Τον τελευταίο χρόνο η κυβέρνηση, ακριβώς για να βγει από τη δυσάρεστη θέση που θα σήμαινε μια παραδοχή ότι η εμπλοκή με το καλώδιο οφείλεται στην Τουρκία, προέβαλε ως βασική αιτία του αδιεξόδου την αδυναμία της Κύπρου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Αρνητική η Κομισιόν σε νέα μελέτη
Το περασμένο ωστόσο Νοεμβρίο, αντιλαμβανόμενες η Αθήνα και η Λευκωσία ότι το blamegame κοστίζει ακριβά σε αμφότερες, επέλεξαν να «αγοράσουν» χρόνο, επιλέγοντας τη δοκιμασμένη μέθοδο της ανάθεσης σε οίκο να εκπονήσει μελέτη για επανεξέταση των βασικών οικονομοτεχνικών παραμέτρων του έργου.
Η επίμαχη μελέτη για το GSI, για την οποία ουδείς ακόμη γνωρίζει πότε και σε ποιον θα ανατεθεί, και κυρίως τι στόχευση θα έχει, πιθανώς να συνδέεται με την ευδιάκριτη αλλαγή στάσης των Βρυξελλών και την αναφορά τους για πρώτη φορά στο γεωπολιτικό παράγοντα.
Σύμφωνα άλλωστε με κοινοτικές πηγές, η ιδέα σύνταξης μιας νέας μελέτης δεν φαίνεται να χαίρει ιδιαίτερα ισχυρής στήριξης στα γραφεία της DG Ener στις Βρυξέλλες.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έχει μεταφερθεί τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Λευκωσία, ότι μια νέα μελέτη θα οδηγούσε στην ουσία σε μια αναψηλάφιση του κατά πόσο το έργο είναι βιώσιμο για τους καταναλωτές, γεγονός που για τη Κομισιόν φαίνεται να αποτελεί «κόκκινη γραμμή», όπως είχε καταστήσει σαφές από το Δεκέμβριο ο Επίτροπος Γιόργκενσεν, απαντώντας σε ερώτηση Κύπριου ευρωβουλευτή (https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/E-10-2025-003673-ASW_EN.html).
Στη πράξη, ο Επίτροπος είχε ξεκαθαρίσει ότι όταν ένα project, όπως το καλώδιο Ελλάδας - Κύπρου εντάσσεται στη λίστα των Εργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PSI), σημαίνει ότι έχει προηγηθεί Μελέτη Κόστους Οφέλους (CBA) η οποία κατέληξε ότι είναι βιώσιμο, γι’ αυτό άλλωστε και το συγκεκριμένο επιχορηγήθηκε με 657 εκατ ευρώ, αλλα και αποτελεί ένα από τα οκτώ διασυνοριακά δίκτυα προτεραιότητας, γνωστά ως «Ενεργειακές Λεωφόροι».
Η γραμμή επιχειρημάτων του Γιόργκενσεν, η οποία φέρεται να έχει μεταφερθεί ξανά προς τις δύο πλευρές, παραπέμπει στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει κάθε έργο το οποίο χρηματοδοτείται με κοινοτικούς πόρους. Τυχόν επαναφορά της συζήτησης περί βιωσιμότητας θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με αμφισβήτηση της ίδιας της απόφασης των Βρυξελλών βάσει της οποίας εγκρίθηκε η επιχορήγηση του συγκεκριμένου project.
Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ερμηνευθούν και οι πληροφορίες από κοινοτικές πηγές, σύμφωνα με τις οποίες το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου δεν απαιτεί νέα μελέτη για την επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών του δεδομένων.