Σε έλεγχο των κρίσιμων υποδομών της Ε.Ε. προχωρά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο - Στο επίκεντρο αγωγοί και δίκτυα ηλεκτρισμού
Παρατεταμένη διακοπή ρεύματος, ζημιά σε υποθαλάσσιο καλώδιο, διατάραξη της λειτουργίας σιδηροδρομικού δικτύου ή επίθεση κατά βασικών υπηρεσιών: αυτά είναι μερικά μόνο από τα πολλά συμβάντα που έλαβαν χώρα πρόσφατα στην Ευρώπη και που φανερώνουν την εξάρτηση της καθημερινότητάς μας από υποδομές που συχνά θεωρούμε δεδομένες μέχρις ότου παύσουν να λειτουργούν. Ένα μεμονωμένο περιστατικό μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα σε μείζον κοινωνικοοικονομικό σοκ.
Για τον λόγο αυτό, πρέπει να διερευνηθεί διεξοδικότερα το ζήτημα της ανθεκτικότητας της ΕΕ σε συνθήκες πίεσης. Σε έναν από τους υπό εξέλιξη ελέγχους του, τα ευρήματα του οποίου αναμένεται να δημοσιευθούν εντός εξαμήνου περίπου, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) εξετάζει κατά πόσον αρκούν αυτά που κάνει η ΕΕ για να προστατεύσει τις υποδομές από τις οποίες εξαρτάται περισσότερο και κατά πόσον η τρέχουσα προσέγγισή της σχετικά με το θέμα αυτό είναι κατάλληλη σε μια εποχή που οι κίνδυνοι πληθαίνουν.
Τον Απρίλιο του 2025, η γενική διακοπή ρεύματος σε ολόκληρη την Ισπανία και την Πορτογαλία παρέλυσε μεγάλο μέρος των καθημερινών δραστηριοτήτων. Από το 2022, οι επαναλαμβανόμενες ζημιές σε υποθαλάσσια καλώδια στη Βαλτική και τη Βόρεια Θάλασσα έχουν εγείρει νέες ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια των υποθαλάσσιων συνδέσεων ζωτικής σημασίας για την Ευρώπη. Αλλού, οι παρεμβολές σε παγκόσμια συστήματα προσδιορισμού θέσης (GPS) διατάραξαν τη θαλάσσια και την εναέρια κυκλοφορία, σιδηροδρομικές υποδομές στη Γερμανία στοχοποιήθηκαν και δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας στη νότια Γαλλία δέχθηκαν επίθεση. Συνολικά, τα περιστατικά αυτά είναι ενδεικτικά μιας αυξανόμενης τάσης: οι κρίσιμες υποδομές βρίσκονται εκτεθειμένες σε ευρύτερο φάσμα κινδύνων, με τα σχετικά περιστατικά να ανακύπτουν συχνότερα, να είναι πολυπλοκότερα και να προκαλούν δυνητικά μεγαλύτερες διαταράξεις.
Καθώς οι κρίσιμες υποδομές είναι τόσο βαθιά συνυφασμένες με την καθημερινότητά μας, η ανθεκτικότητά τους δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ζήτημα, αλλά ανάγεται σε ζήτημα οικονομικής ασφάλειας, δημόσιας προστασίας και κοινωνικής σταθερότητας. Εκ φύσεως, η ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών είναι καθοριστική, δεδομένων των σοβαρών δυνητικών αρνητικών επιπτώσεων για τους πολίτες και την κοινωνία σε περίπτωση διατάραξης της λειτουργίας τους. Εκτιμάται ότι μια τέτοια διατάραξη κοστίζει στην παγκόσμια οικονομία ετησίως τουλάχιστον 400 δισ. δολάρια ΗΠΑ. Επομένως, η προστασία τους είναι επιβεβλημένη: μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας καταδεικνύει ότι κάθε ευρώ που επενδύεται στην εξασφάλιση ανθεκτικών υποδομών μπορεί να οδηγήσει στην εξοικονόμηση τετραπλάσιου ποσού από το μελλοντικό κόστος ανάκαμψης.
Τα ενεργειακά συστήματα, οι διαδρομές μεταφορών, οι ψηφιακές υποδομές, τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα και οι υπηρεσίες ύδρευσης διασυνδέονται ολοένα και περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι μια δυσλειτουργία σε τοπικό επίπεδο μπορεί να προκαλέσει ευρύτερες διαταράξεις, μετατρέποντας κάτι που ξεκινά ως εθνικό πρόβλημα σε διασυνοριακή πρόκληση. Οι φυσικοί κίνδυνοι, οι τεχνικές βλάβες, τα ατυχήματα, οι επιθέσεις και οι δολιοφθορές μπορεί να διαφέρουν ως προς τη φύση τους, έχουν όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι αδυναμίες και οι συνέπειες μπορούν να κλιμακωθούν. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το ζήτημα της ανθεκτικότητας δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά στα στενά εθνικά όρια.
Σε επίπεδο ΕΕ, το πλαίσιο πολιτικής έχει εξελιχθεί, ιδίως με την έγκριση της οδηγίας του 2022 για την ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων, η οποία διεύρυνε το πεδίο δράσης της ΕΕ σε 11 τομείς, από την ενέργεια και τις μεταφορές μέχρι την υγεία, τις ψηφιακές υποδομές, τη δημόσια διοίκηση και τα τρόφιμα. Με αυτή καθιερώθηκαν επίσης νέες αρμοδιότητες όχι μόνο για τα κράτη μέλη αλλά και για τις κρίσιμες οντότητες που παρέχουν βασικές υπηρεσίες.
Στο πλαίσιο του ελέγχου του, ο οποίος αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους, το ΕΕΣ θα εξετάσει κατά πόσον η δράση της ΕΕ ήταν κατάλληλη για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κρίσιμων υποδομών και την υποστήριξη της απόκρισης σε μείζονα διασυνοριακά περιστατικά. Θα διερευνηθεί η πρόκληση που συνιστά η χρηματοδότηση της ετοιμότητας και της ανθεκτικότητας, τομέας που παραμένει πρωτίστως αρμοδιότητα των κρατών μελών της ΕΕ, αλλά στον οποίο η ενωσιακή χρηματοδότηση μπορεί επίσης να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Τα ευρήματα του ελέγχου θα βοηθήσουν να προσδιοριστεί κατά πόσον η ΕΕ είναι έτοιμη όχι μόνο να αντιδρά σε περίπτωση παρακώλυσης της λειτουργίας των συστημάτων, αλλά και να εντοπίζει εγκαίρως τα προειδοποιητικά σημάδια, προτού να είναι πολύ αργά.