PWC : Προς 2ετή παράταση για τις εκπτώσεις όγκου-συνέπειας στα βιομηχανικά τιμολόγια, παραμένει στο τραπέζι η αύξηση 10%
Στην κατεύθυνση των παλαιότερων προτάσεων Πιτσιόρλα φαίνεται ότι κινείται η μελέτη που εκπονεί η PWC για λογαριασμό της ΔΕΗ, με αντικείμενο τα τιμολόγια της βιομηχανίας, την οποία και πρόκειται σύντομα να καλέσει η διοίκηση της τελευταίας σε διαπραγματεύσεις.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η μελέτη, την οποία είχε ζητήσει το υπερΤαμείο από τη ΔΕΗ, σύμφωνα με τον επικεφαλής της Μ.Παναγιωτάκη, προτείνει 2ετή παράταση των εκπτώσεων όγκου και συνέπειας, ωστόσο παραμένει στο τραπέζι η αύξηση 10%. Το γεγονός ότι θα υπάρξει αύξηση είχε κάνει σαφές προ δεκαημέρου και ο ίδιος ο κ. Παναγιωτάκης, προσθέτοντας ωστόσο χαρακτηριστικά, ότι αυτή "θα συνοδευθεί από κάποιο δωράκι", δίχως να δώσει λεπτομέρειες.
Τα παραπάνω θα τεθούν προς έγκριση κάπου προς τα τέλη Φεβρουαρίου στη Γενική Συνέλευση της ΔΕΗ, η οποία θα κληθεί να ανάψει το πράσινο φως και για τη νέα σύμβαση με τη ΛΑΡΚΟ. Στο μεσοδιάστημα θα πρέπει η διοίκηση της ΔΕΗ να καλέσει τις βιομηψανίες υψηλής τάσης. σε διαπραγμάτευση, όπου θα τους υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση, με βάση τη μελέτη της PWC, δίχως ωστόσο ακόμη αυτό να έχει συμβεί.
Στο μεταξύ με ενδαφέρον αναμένει η βιομηχανία τις εξελίξεις στο θέμα ΔΕΗ-ΛΑΡΚΟ, και την υπογραφή της μεταξύ τους σύμβασης που τοποθετείται μέσα στις αμέσως επόμενες ημέρες, και το πολύ έως τις 31 Ιανουαρίου, όπως έγραψε προ ημερών το Energypress. Στη πράξη η βιομηχανία θεωρεί ότι οι όροι της νέας σύμβασης θα δείξουν τις διαθέσεις της ΔΕΗ ενόψει της εκρεμμότητας με τις βιομηχανίες υψηλής τάσης. Σύμφωνα πάντως με τις πληροφορίες, η νέα σύμβαση με τη ΛΑΡΚΟ θα προβλέπει έκπτωση όγκου 18% και μηδενική έκπτωση συνέπειας (δεν υπήρχε ούτε στο παρελθόν).
Το κατά πόσο οι βιομηχανίες θα αποδεχθούν τις προτάσεις της PWC παραμένει άγνωστο. Το Νοέμβριο πάντως η προσπάθεια εξεύρεσης λύσης, στην οποία είχε εμπλακεί και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας Στ.Πιτσιόρλας, είχε στεφθεί από αποτυχία. Τότε, η πρόταση προέβλεπε παράταση των εκπτώσεων όγκου και συνέπειας στις νέες συμβάσεις, αλλά και αύξηση 10% στα βιομηχανικά τιμολόγια. Στην απάντησή της, η βιομηχανία είχε απορρίψει τη πρόταση, λέγοντας ότι δεν μπορεί να συμφωνήσει σε αύξηση 10% στα τιμολόγια, όταν έχει ήδη επιβαρυνθεί με αυξήσεις 20% λόγω της ρήτρας CO2, την οποία και πλέον αυτά ενσωματώνουν.
Ενα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα της βιομηχανίας, ήταν και είναι το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των ανταγωνιστών της στην Ευρώπη. Επικαλείται συγκεκριμένα την
έρευνα που είχε διεξάγει η PWC για λογαριασμό του βελγικού ρυθμιστή ενέργειας (CREG) σχετικά με την τιμολόγηση ρεύματος και φυσικού αερίου στις βιομηχανίες της Κ.Ευρώπης. Η έρευνα είχε δείξει ότι οι ελληνικές πληρώνουν ως και 60% υψηλότερο κόστος ενέργειας έναντι των ανταγωνιστών τους σε Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία και Βρετανία.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες βιομηχανίες της Ευρώπης αφενός επωφελούνται από τις πλήρως απελευθερωμένες αγορές ηλεκτρισμού που διαμορφώνουν ανταγωνιστικές τιμές ρεύματος και αφετέρου από τις κυβερνήσεις τους που στο πλαίσιο μιας συνολικότερης βιομηχανικής πολιτικής, παρεμβαίνουν στο σκέλος των ρυθμιστικών χρεώσεων (τέλη, φόροι κλπ.), μειώνοντας σημαντικά το τελικό κόστος ενέργειας.
Σήμερα οι λιγοστές εγχώριες χαλυβουργίες που παραμένουν στο παιχνίδι, το οφείλουν στις επενδύσεις που έκαναν, και όχι στο χαμηλότερο κόστος ενέργειας έναντι των ανταγωνιστών τους από Τουρκία, Ισπανία και Ιταλία. Στην ουσία, οι τρεις που έχουν απομείνει, δηλαδή η ΣΙΔΕΝΟΡ, η ΣΟΒΕΛ και η Χαλυβουργία Βόλου, βρίσκονται πάντα στην κόψη του ξαρφιού. Εξαρτώνται από τη πορεία της κινεζικής οικονομίας, που παρά τη φαινομενική της επιβράδυνση - οι ρυθμοί ανάπτυξης της προσγειώνονται σε ένα πενιχρό για τα κινεζικά δεδομένα 6,5%- εντούτοις συνεχίζει να απορροφά τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών, και φυσικά χάλυβα.