Το πρώτο «πράσινο» ομόλογο του Δημοσίου: Οι ρήτρες, τo αυστηρό χρονοδιάγραμμα και ο έλεγχος των επενδύσεων από ανεξάρτητο σύμβουλο
Στον αστερισμό των χωρών που εκδίδουν «πράσινα» ομόλογα εισέρχεται πλέον και η Ελλάδα, προκειμένου να χρηματοδοτήσει περιβαλλοντικά έργα για την ανασυγκρότηση των καμένων περιοχών. Το στοίχημα ωστόσο δεν είναι εύκολο.
Στον κόσμο των ομολόγων βιωσιμότητας, για να δανείσουν οι επενδυτές μια χώρα ή μια επιχείρηση πρέπει αυτή να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Τέτοιες ρήτρες θα ισχύσουν και στην δική μας περίπτωση : Τα έργα πρέπει να είναι αμιγώς «πράσινα», δηλαδή να πληρούν όλα τα σχετικά διεθνή κριτήρια, να μην χρηματοδοτούνται από άλλα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης ή του ΕΣΠΑ, ούτε να προστεθούν στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, αφού διαφορετικά θα διογκωθεί το «πρωτογενές έλλειμμα».
Ετερη ρήτρα ότι τα έργα πρέπει να έχουν σύντομο ορίζοντα ολοκλήρωσης, ακούγεται ότι μάξιμουμ δεν θα ξεπερνά τη 2ετία ή 3ετία. Οι επενδυτές θα ενημερώνονται για την πρόοδό τους σε τακτά διαστήματα από ανεξάρτητο σύμβουλο (third party advisor) και ενώ νωρίτερα θα έχει συλλέξει κάθε απαιτούμενο στοιχείο από τις αρμόδιες αρχές.
Το στοίχημα δεν αφορά μόνο τη γρήγορη χρηματοδότηση έργων ανάταξης των καμένων περιοχών. Είναι ένα στοίχημα και για την ίδια τη χώρα, να αποδείξει δηλαδή πως είναι σε θέση να εκδίδει ομόλογα με αντικείμενο την αειφορία και «πράσινες» προδιαγραφές, δηλαδή υψηλές απαιτήσεις, όπως αυτές που συνεπάγονται παρόμοια προϊόντα. Το πότε θα γίνει ακριβώς η έκδοση από τον ΟΔΔΗΧ δεν είναι γνωστό, ωστόσο εκτιμάται ότι η πρώτη έκδοση ενός τέτοιου κρατικού τίτλου μεσομακροχρόνιας διάρκειας θα αποτελέσει μέρος της εκδοτικής στρατηγικής του Δημοσίου για το επόμενο έτος.
Η είδηση είναι ότι με τη συγκεκριμένη κίνηση, η Ελλάδα εισέρχεται ως χώρα στον πλανήτη των «πράσινων» ομολόγων, όπου βρίσκονται ήδη ελληνικές επιχειρήσεις, όπως η ΔΕΗ και νωρίτερα η ΤΕΡΝΑ.
Τελευταία κίνηση στο μέτωπο αυτό προήλθε από τη ΔΕΗ. Στα μέσα Ιουλίου «σήκωσε» από τις αγορές 500 εκατ. ευρώ και ενώ είχαν προηγηθεί άλλα 775 εκατ. που άντλησε τον Μάρτιο. Μέσα δηλαδή σε πέντε μήνες η επιχείρηση κατάφερε να «σηκώσει» κοντά στα 1,3 δισ. ευρώ με σχετικά χαμηλό κόστος. Το επιτόκιο της τελευταίας έκδοσης διαμορφώθηκε στο 3,375%, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα με τα οποία έχει ποτέ δανειστεί η ΔΕΗ από τις αγορές.
Η δομή της έκδοσης, ήταν ανάλογη της προηγούμενης. Δηλαδή με δέσμευση εκ μέρους της επιχείρησης απέναντι στους επενδυτές για συγκεκριμένη μείωση εκπομπών CO2 και «πέναλτι» στο επιτόκιο εφόσον δεν επιτευχθεί ο εν λόγω στόχος. Στο προηγούμενο ομόλογο βιωσιμότητας (SLB), η ρήτρα αειφορίας είχε οριστεί σε μείωση κατά 40% των εκπομπών CO2 της επιχείρησης στα τέλη του 2022 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2019. Δηλαδή κατά 9,2 εκατ. τόνους.
Τα ομόλογα βιωσιμότητας αποτελούν παγκόσμια τάση με ανοδικές τάσεις. Στην περίπτωση του ελληνικού Δημοσίου αποτελεί μια μικρή «επανάσταση». Είναι η πρώτη φορά που ο ΟΔΔΗΧ θα κάνει έκδοση με αιτιολογία όχι «την κάλυψη γενικών αναγκών» όπως συμβαίνει εδώ και 10ετίες, αλλά τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων επενδύσεων. Τον δρόμο που ανακάλυψε τώρα η Ελλάδα με αφορμή τις καταστροφικές πυρκαγιές, έχουν ανακαλύψει πολύ καιρό πριν πλειάδα χωρών. Η λογική είναι απλή. Η επιλογή μιας επένδυσης δεν έχει μόνο ποσοτικά κριτήρια, αλλά και ποιοτικά. Πως θα χρησιμοποιηθούν οι φυσικοί πόροι, τις επιπτώσεις θα υπάρχουν για το περιβάλλον, ποια η επίδοσή της στην κυκλική οικονομία, ποια η επιστροφή του πλούτου που δημιουργεί στην κοινωνία. Βάσει αυτών των επιδόσεων οι εκδόσεις αξιολογούνται, παίρνουν ένα συγκεκριμένο βαθμό και αναλόγως φυσικά προκύπτει και το επιτόκιο.