Οι συνομιλίες Τραμπ – Πούτιν μπορεί να οδηγήσουν σε περιορισμό των κυρώσεων για το ρωσικό αέριο
Η επικείμενη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντίμιρ Πούτιν την Παρασκευή φαίνεται πως ανοίγει τον δρόμο για διαπραγματεύσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Σύμφωνα με αναλυτές, το φυσικό αέριο και το LNG ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ως διαπραγματευτικά χαρτιά, με πιθανή συνέπεια την άμβλυνση ορισμένων από τις υφιστάμενες κυρώσεις κατά της Μόσχας.
Επανεκκίνηση πολιτικής και ενεργειακά ανταλλάγματα
Η Ουάσιγκτον φέρεται να εξετάζει ένα νέο «reset» στις σχέσεις με τη Ρωσία, το οποίο, εάν υλοποιηθεί, θα μπορούσε να περιλαμβάνει μερικές άρσεις ή εξαιρέσεις από τις κυρώσεις. Ανάμεσα στις πιθανές παραχωρήσεις συγκαταλέγεται η χαλάρωση των περιορισμών που αφορούν το έργο Arctic LNG 2, μια εγκατάσταση δυναμικότητας 6,6 εκατ. τόνων ετησίως, η οποία – μαζί με τον στόλο των εξειδικευμένων πλοίων που τη συνδέουν με τις διεθνείς αγορές – βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του κυρωτικού πλαισίου.
Ο ρόλος των αγωγών και ο στόχος του 2027
Από την πλευρά των αγωγών, η μόνη οδός μεταφοράς ρωσικού αερίου προς την Ευρώπη παραμένει ο TurkStream, χωρητικότητας 15 δισ. κ.μ. ετησίως, που τροφοδοτεί τη Νοτιοανατολική Ευρώπη μέσω Τουρκίας. Οι παραδόσεις μέσω αυτής της διαδρομής προβλέπεται να διακοπούν πλήρως στα τέλη του 2027, οπότε και τίθεται σε εφαρμογή η πανευρωπαϊκή απόφαση πλήρους απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Η Ευρώπη έχει ήδη μειώσει δραστικά την εξάρτησή της, από περίπου 45% πριν το 2022 σε περίπου 18% το 2024. Ωστόσο, αναλυτές σημειώνουν ότι η Ρωσία ενδέχεται να εκδηλώσει ενδιαφέρον για διατήρηση – και όχι επέκταση – των ροών μέσω TurkStream, ενώ αν οι συνομιλίες περιλάβουν και την Ουκρανία, θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και μερική επανεκκίνηση της διαμετακόμισης μέσω του ουκρανικού συστήματος.
Ειρήνη με αντάλλαγμα το αέριο;
Ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι το φυσικό αέριο χρησιμοποιείται ως μοχλός για την επίτευξη μεγαλύτερων γεωπολιτικών στόχων, όπως μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στην Ουκρανία. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να προσφέρει χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό LNG, ενώ το Κίεβο θα επέτρεπε περιορισμένη επαναφορά ροών ρωσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω της ουκρανικής διαμετακόμισης, της τάξης των 5-15 δισ. κ.μ. ετησίως.
Ειδικοί υπενθυμίζουν ότι, ακόμη και αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον επίσημο στόχο απεξάρτησης έως το 2027, θα μπορούσαν να βρεθούν «ευρωπαϊκού τύπου» τεχνικές λύσεις. Ένα παράδειγμα θα ήταν η αγορά ρωσικού αερίου από την Ουκρανία στα σύνορα, η αποθήκευσή του και η επαναπώλησή του ως «ουκρανικού» στην ΕΕ.
Επιφυλακτικότητα και μακροπρόθεσμες προοπτικές
Άλλοι αναλυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί, επισημαίνοντας ότι η ΕΕ κινείται αργά και είναι απίθανο να αλλάξει ριζικά την πορεία της όσο η Ρωσία συνεχίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και δεν προσφέρει ουσιαστικές παραχωρήσεις. Επιπλέον, ακόμη και αν το ζήτημα του φυσικού αερίου τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δεν αναμένεται να υπάρξει άμεση επιστροφή σημαντικών ροών ρωσικού αερίου στο ευρωπαϊκό μείγμα.
Οι μακροπρόθεσμες εξελίξεις, σημειώνουν, θα εξαρτηθούν από μια αξιόπιστη και διαρκή ειρηνευτική συμφωνία που θα παρέχει εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία – μια προοπτική που, όπως υπογραμμίζεται, δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί στο άμεσο μέλλον.