Οι μεγάλοι «ξεφεύγουν» οι μικροί πληρώνουν ακριβά τα capital controls
του Θοδωρή Παναγούλη

Οι μεγάλοι «ξεφεύγουν» οι μικροί πληρώνουν ακριβά τα capital controls

12 07 2016 | 17:31

Οι μεγάλες και κατά τεκμήριο εξωστρεφείς επιχειρήσεις, έχοντας τη δυνατότητα να κρατούν ρευστότητα - αυξανόμενη μάλιστα - σε τράπεζες του εξωτερικού, κατάφεραν σταδιακά να ανταπεξέλθουν στις τεράστιες δυσκολίες που προκάλεσαν τα capital controls, αλλά αυτό οδηγεί σε μια συνεχή αιμορραγία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και σε περαιτέρω αποδυνάμωση της ελληνικής οικονομίας.

Την ίδια στιγμή, οι μικρές και οι καινούργιες επιχειρήσεις που δεν έχουν το πλεονέκτημα των ταμειακών διαθεσίμων έξω από την Ελλάδα, αντιμετωπίζουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον λόγω των συνεπειών που έχουν οι τραπεζικοί περιορισμοί στην ομαλή λειτουργία τους.

Τόσο η συνεχής αιμορραγία ρευστότητας, όσο και η αδυναμία των μικρότερων επιχειρήσεων να σταθούν στα πόδια τους, παρότι δεν είναι από τα δεδομένα που φαίνονται "δια γυμνού οφθαλμού" και συνεπώς τείνουν πολλές φορές να αγνοούνται, στην ουσία αποτελούν "βαρίδια" ικανά να αναστρέψουν ακόμα και τις αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις από το κλείσιμο της αξιολόγησης και το ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα που θα μπορούσε να δημιουργήσει.

Αν συμφωνούν σε κάτι τα στελέχη των μεγάλων επιχειρήσεων, είναι ότι η επιβολή των capital controls δεν αιφνιδίασε στην πραγματικότητα κανέναν. "Όταν μέχρι και το τελευταίο νοικοκυριό είχε βγάλει τα χρήματά του από τις τράπεζες θα ήταν αφελές να πούμε ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν είχαν κάνει κάτι αντίστοιχο" λέει χαρακτηριστικά γνωστός οικονομικός παράγοντας και για του λόγου το αληθές αναφέρει ότι με βάση την ανάλυση της επενδυτικής θέσης των επιχειρήσεων συνάγεται ότι τα κεφάλαια των ελληνικών εταιρειών που μετακινήθηκαν πριν την αναγγελία του δημοψηφίσματος έφτασαν τα 15 δισ. ευρώ.

Με το ένα πόδι έξω

Η "δεξαμενή" αυτή επέτρεψε να υπερπηδηθούν σε πρώτη φάση τα εμπόδια και να δημιουργηθούν γραμμές άμυνας που διευκόλυνε τις εταιρείες στο να πληρώνουν κανονικά το προσωπικό τους, να έχουν στοκ από πρώτες ύλες και να έχουν εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία τους στο πρώτο κρίσιμο διάστημα.  Γενικότερα μάλιστα, είναι γεγονός ότι οι μεγάλες ελληνικές μεταποιητικές και άλλες βιομηχανίες αναζητώντας διεξόδους από την ασφυκτική κατάσταση στην οποία βρέθηκαν με την επιβολή των  capital controls, αναγκάστηκαν να αναδείξουν πολλές πλευρές της παροιμιώδους ελληνικής προσαρμοστικότητας. Στα πρακτικά και καθοριστικά ζητήματα της προμήθειας πρώτων υλών, εξασφάλισης ανταλλακτικών, έγκαιρης εξασφάλισης μεταφορικών μέσων, ακύρωσης παραγγελιών κ.λπ., ζητήματα που στην πρώτη φάση της επιβολής των τραπεζικών περιορισμών, έθεσαν σε δοκιμασία την ίδια την υπόσταση των επιχειρήσεων, σταδιακά βρέθηκαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, λύσεις που κόστιζαν βεβαίως πολύ, αλλά εξασφάλιζαν τη συνέχεια της λειτουργίας τους.

Εκείνο που δεν μπορούν να ξεπεράσουν οι βιομηχανικές επιχειρήσεις της χώρας είναι η ίδια η κατάσταση στην οποία νομοτελειακά βρίσκεται μια οικονομία όταν είναι υποχρεωμένη να λειτουργήσει υπό καθεστώς capital controls, την επιτομή δηλαδή του καθεστώτος υψηλού ρίσκου.

Ασφυξία για μικρούς και μεσαίους

Το πρόβλημα ρευστότητας που συνεχίζει να ταλανίζει τις επιχειρήσεις, είναι πλέον ένα δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, καθώς η πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση παραμένει αναιμική. Βεβαίως και εδώ τα πράγματα αλλάζουν από επιχείρηση σε επιχείρηση, καθώς, όπως ομολογούν υψηλόβαθμα στελέχη σε κατ΄ ιδίαν συνομιλίες τους, οι περισσότεροι μεγάλοι αλλά και κάποιοι μεσαίοι επιχειρηματίες έχουν φροντίσει να έχουν νομική οντότητα σε ξένες χώρες, έτσι ώστε να ξεπερνούν το πρόβλημα της δυσπιστίας (που κοστίζει) έναντι μιας ελληνικής επιχείρησης.

Και αν για πολλές, κυρίως μεγάλες, επιχειρήσεις έχουν βρεθεί τρόποι διασκέδασης των βασικών προβλημάτων, οι δυσκολίες που συνεχίζουν να έχουν οι μικρότερες εταιρείες από τα "απόνερα" των capital controls είναι τεράστιες και πολλές φορές καταλυτικές. Με δεδομένο ότι δεν διαθέτουν χρήματα ή θυγατρική ή έδρα στο εξωτερικό, για να κάνουν τη δουλειά τους πρέπει για παράδειγμα να προπληρώνουν τις παραγγελίες πρώτων υλών ή την αγορά υπηρεσιών. Πρέπει να δίνουν μάχες για να "περάσουν" πληρωμές από την επιτροπή εγκρίσεων που, σύμφωνα τουλάχιστον με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, λειτουργεί με έναν τρόπο sui generis. Πρέπει να πείσουν τους πελάτες τους για τη φερεγγυότητά τους και για τη δυνατότητά τους να παραδώσουν έγκαιρα τις παραγγελίες. Πρέπει να "αντέχουν" το ρίσκο και τις επιβαρύνσεις που συνεπάγεται το ότι δεν ασφαλίζονται οι εμπορικές συναλλαγές με τη χώρα μας. Πρέπει να μπορούν να επιβιώσουν χωρίς γραμμές τραπεζικής χρηματοδότησης και χωρίς να μπορούν να παίρνουν αποδεκτές εγγυητικές επιστολές. Πρέπει με λίγα λόγια να μπορούν να ξεπεράσουν τα χιλιάδες εμπόδια που ήρθαν να προσθέσουν τα capital controls σε μια οικονομία ήδη απαξιωμένη και αποδυναμωμένη.

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η ασφυξία των μικρών επιχειρήσεων είναι σημαντική παράμετρος για την παραπέρα πορεία της οικονομίας. Όπως αναφέρουν: "η επενδυτική δραστηριότητα των μεγάλων επιχειρήσεων, λόγω του μεγέθους τους, μπορεί να αναπτυχθεί και σε άλλες χώρες μικρότερου ρίσκου και πιθανώς μεγαλύτερων ευκαιριών (όπως άλλωστε συμβαίνει εν πολλοίς τα τελευταία χρόνια). Αντίθετα οι μεσαίες επιχειρήσεις, εάν έχουν κάποια δυναμική, είναι "καταδικασμένες" να επενδύσουν στη χώρα μας, προσφέροντας αναπτυξιακό οξυγόνο που της είναι πολύτιμο". 

Συνεχής αιμορραγία

Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ότι η διακράτηση, εκ μέρους των επιχειρήσεων, ταμειακών αποθεμάτων ασφαλείας στο εξωτερικό, έδωσε μεν λύσεις στα προβλήματα των capital controls, αποτελεί ωστόσο μια πληγή για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία, καθώς στερεί πόρους και ρευστότητα από την εγχώρια δραστηριότητα.

Επιπλέον, ενώ οι τραπεζικοί περιορισμοί επιβλήθηκαν για να προστατεύσουν το τραπεζικό σύστημα από τη φυγή κεφαλαίων, η ίδια η αβεβαιότητα που δημιουργεί η συνέχιση των capital controls, επεκτείνει το φαινόμενο της εξόδου κεφαλαίων, από εκείνους προφανώς που μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο.

Ποιοι είναι αυτοί; Πρώτα απόλα οι εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες πληρώνονται σε τράπεζες του εξωτερικού και δεν φέρνουν στην Ελλάδα παρά μόνον τα χρήματα που απαιτούνται για την πληρωμή των υποχρεώσεών τους. Τα κέρδη μένουν στο εξωτερικό. Τα χρήματα αυτά υπολογίζεται ότι ξεπερνούν το 2 δις. ευρώ το χρόνο.

Δεύτερον, οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις, οι οποίες αποφεύγουν να φέρουν στη χώρα μας τα χρήματα από τις διεθνείς συναλλαγές τους. Υπολογίζεται ότι το ναυτιλιακό «χρήμα» που μένει στο εξωτερικό (ενώ παλιότερα αιμοδοτούσε τις ελληνικές τράπεζες) είναι περίπου 2 δις. ευρώ το χρόνο.

Τρίτον, οι μεγάλες (αλλά και μικρότερες) τουριστικές επιχειρήσεις που έχουν βρει τρόπους να πληρώνονται απευθείας σε τράπεζες του εξωτερικού, με αποτέλεσμα να «φεύγει» περίπου 1 δις. ευρώ ακόμα το χρόνο.

Μαζί με την διαφυγή από το λιανεμπόριο μέσω των μηχανημάτων POS που είναι συνδεδεμένα με τράπεζες της Βαλκανικής κ.λπ., υπολογίζεται ότι τα κεφάλαια που χάνονται από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ξεπερνούν τα 5 δις. ευρώ το χρόνο.

Πρόκειται για μια συνεχή αιμορραγία που λειτουργεί σε αντίστροφη κατεύθυνση σε σχέση με τις προσπάθειες που καταβάλλει το οικονομικό επιτελείο για ανάταξη της καθοδικής πορείας της οικονομίας, αφού επιτείνει ακόμα περισσότερο το πάγιο πρόβλημα της υποχρηματοδότησης της ελληνικής παραγωγικής δραστηριότητας και περιορίζει τις «ανάσες» που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία για να ξεφύγει από τη δίνη της ύφεσης και της ανεργίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM