Ο Ενεργειακός κλάδος μετασχηματίζεται
Στις 19 Νοεμβρίου διοργανώθηκε στις Βρυξέλες ‘high-level event’ υπό την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με θέμα: τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) και ενέργεια, ενόψει της δημοσίευσης της πρότασης της Επιτροπής σχετικά με τα βήματα που πρέπει να γίνουν για να ευθυγραμμιστούν οι πολιτικές αλληλεπίδρασης της τεχνικής νοημοσύνης και του τομέα της ενέργειας (Strategic Roadmap for digitalisation and AI in the energy sectorr).
Στη συνάντηση αυτή αναδείχθηκαν δύο κύρια θέματα:
α) το Energy for AI, ήτοι πως θα τροφοδοτηθεί με ενέργεια η ανάπτυξη των τεχνολογιών ΑΙ και ιδίως τα data centres, σε ένα περιβάλλον που, τουλάχιστον στην Ευρώπη, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει στάσιμη και μοιάζει να μην παρέχει ενδείξεις δομικής ανάπτυξης με αποτέλεσμα οι επιπλέον νέες επενδύσεις να θεωρούνται επίφοβες, και
β) το ΑΙ for Energy, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο η ΑΙ θα «εισβάλλει» στον τομέα της ενέργειας, με κύριο στόχο τη θεαματική βελτίωση της αποτελεσματικότητας στη χρήση των υποδομών και, ιδίως, στον μετασχηματισμό του τομέα λόγω της μεγάλης κλίμακας διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Αναφορικά με την ανάγκη τροφοδοσίας των data centres, για τα οποία οι εκτιμήσεις δεν είναι ακόμα πολύ σαφείς, η ζήτηση αναμένεται να είναι αντίστοιχη της βιομηχανικής κατανάλωσης. Η πρόκληση στον τομέα αυτό έγκειται στο ότι η κατανάλωση στην αρχική περίοδο ανάπτυξης των data centres εκτιμάται πως θα είναι ιδιαιτέρως αυξημένη, λόγω της περιόδου εκπαίδευσης των αλγορίθμων, ενώ στη συνέχεια αναμένεται να μειωθεί, με ορισμένους αναλυτές να αναφέρουν ότι η απαιτούμενη ενέργεια στην ώριμη περίοδο θα είναι έως και 10 φορές μικρότερη από την ενέργεια που απαιτείται κατά την περίοδο εκπαίδευσης.
Η ιδιαιτερότητα αυτή του πρώτου θέματος αποτελεί και τον συνδετικό κρίκο με το δεύτερο, δηλαδή την επίπτωση που θα έχει το ΑΙ στον τομέα της ενέργειας και στο στοίχημα της αποτελεσματικότητας στη χρήση των υποδομών, στον τρόπο με τον οποίο παράγεται, αποθηκεύεται και καταναλώνεται η ηλεκτρική ενέργεια.
Και εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα που βρίσκεται στην καρδιά της λεγόμενης ενεργειακής μετάβασης.
Ιστορικά, τα ορυκτά καύσιμα και η παραγωγή ηλεκτρισμού επέτρεψαν στις οικονομίες και τις κοινωνίες να απεξαρτηθούν από τους κύκλους της φύσης, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι οι συμβατικές μονάδες και τα ορυκτά καύσιμα, τα οποία μπορούσαν να αποθηκευτούν, είχαν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν την παραγωγή τους βάσει της ζήτησης.
Η είσοδος των ΑΠΕ σε μεγάλη κλίμακα, οι οποίες παράγουν σύμφωνα με τους κύκλους της φύσης, υποχρεώνει πλέον στην προσαρμογή των καταναλωτικών συνηθειών στους κύκλους αυτούς. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με τεχνικά μέσα (π.χ. αποθήκευση, παθητική αποθήκευση) είτε με συμπεριφορικά μέσα (demand response, demand time shift). Τα δύο αυτά, σε συνδυασμό με τις ευέλικτες συμβατικές μονάδες, για όσο διάστημα παραμένουν στο σύστημα, προσφέρουν αυτό που αποκαλούμε ευελιξία (flexibility), η οποία πλέον αποτελεί και το πολυτιμότερο προϊόν που συναλλάσσεται.
Η θεμελιώδης αυτή διαφορά μεταξύ συμβατικών και ανανεώσιμων τεχνολογιών —όπου οι ΑΠΕ απαιτούν προσαρμοστικότητα, ενώ οι συμβατικές μονάδες την παρέχουν— δημιουργεί ασυμβατότητες και αλληλοεπικαλύψεις στα επιχειρηματικά μοντέλα των δύο κόσμων, οι οποίες ενδεχομένως επιβαρύνουν συνολικά τον ενεργειακό τομέα.
Ο αποτελεσματικός συγχρονισμός των υποδομών και των ενεργειών, ώστε να συνδυαστούν με επιτυχημένο τρόπο τόσο οι ΑΠΕ όσο και οι συμβατικές μονάδες, καθώς και η εξασφάλιση της αναγκαίας προσαρμοστικότητας και ευελιξίας, αποτελούν τα κρίσιμα στοιχεία.
Για να επιτευχθεί όμως ο αποτελεσματικός συγχρονισμός αυτών των τριών προσεγγίσεων, καθοριστικής σημασίας καθίστανται η ροή πληροφορίων σε πραγματικό χρόνο, αναφορικά με την παραγωγή και την κατανάλωση ενέργειας κάθε χρονική στιγμή και για κάθε σημείο κατανάλωσης, καθώς και η δυνατότητα αξιοποίησής τους από πλατφόρμες ΑΙ. Και όταν αναφερόμαστε σε σημείο κατανάλωσης, εννοούμε δυνητικά όχι μόνο κάθε μετρητή παραγωγής, αποθήκευσης και κατανάλωσης (grid node), αλλά και κατώτερα επίπεδα, όπως φορτιστές, μπαταρίες οχημάτων και αντλίες θερμότητας.
Βέβαια, η ανάγκη για αδιάκοπη και αξιόπιστη πληροφορία η οποία θα χρησιμοποιείται από πλατφόρμες ΑΙ για τη συνεχή επαναβελτιστοποίηση του συστήματος (σε επίπεδο λεπτού, ώρας, ημέρας ή εβδομάδας), δεν αφορά μόνο την τεχνική λειτουργία του συστήματος. Είναι απαραίτητη και για την παροχή της πληροφορίας που απαιτείται για την τιμολόγηση και την εκκαθάριση πολυκατευθυντικών συναλλαγών (multi-directional transactions), είτε χρηματικών είτε ανταλλακτικών (π.χ. tokens), μεταξύ όλων των συμμετεχόντων: παραγωγών, προμηθευτών, ιδιοπαραγωγών, ενεργειακών κοινοτήτων, διαχειριστών συστημάτων και δικτύων, καθώς και των νέων παικτών που αναμένεται να προκύψουν, όπως πλατφόρμες συναλλαγών τύπου «booking».
Η δυνατότητα σύνθετης αξιοποίησης της πληροφορίας που αφορά ροές και καταναλώσεις, η οποία μέσω των πλατφορμών ΑΙ θα μετατρέπεται σε εντολές λειτουργίας και συναλλαγών, θα επιτρέψει τη μεγάλης κλίμακας είσοδο των Κατανεμημένων Ενεργειακών Πόρων (DERs), περιλαμβανομένων της ιδιοπαραγωγής, της αποθήκευσης και της διαχωρισμένης κατανάλωσης (disaggregated consumption) σε τοπικό επίπεδο. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται, στην πράξη, η απόσταση μεταξύ του μέχρι σήμερα «αδύναμου» στη διαπραγμάτευση καταναλωτή —κυρίως λόγω της ασυμμετρίας στην πρόσβαση και διαχείριση της πληροφορίας— και των λοιπών συμμετεχόντων στην αγορά, όπως οι παραγωγοί, οι προμηθευτές και οι διαχειριστές.
Η πρόσβαση σε αξιόπιστη και μεγάλης κλίμακας πληροφόρηση, καθώς και η αξιοποίησή της μέσω της ΑΙ, εκτιμάται ότι θα βελτιώσει ουσιαστικά τη λειτουργία των αγορών και των μηχανισμών, ακυρώνοντας τα φαινόμενα της «αγοράς λεμονιών» και τις διαπιστώσεις του Akerlof, που παρατηρούνται σήμερα στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και ιδίως στη λιανική προμήθεια, λόγω του σημαντικού κενού στην πληροφόρηση του καταναλωτή.
Καθίσταται, συνεπώς, σαφής η κρισιμότητα του έργου εγκατάστασης των έξυπνων μετρητών, καθώς η αποτελεσματική λειτουργία τους θα αποτελέσει τη βάση για όλες αυτές τις εξελίξεις, οι οποίες αναμένεται να επιταχυνθούν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς τα επόμενα χρόνια, σε ένα περιβάλλον όπου το καθοριστικό στοιχείο είναι η διαχείριση και η περαιτέρω αξιοποίηση της πληροφορίας.
Όλα τα παραπάνω εντάσσονται στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης, η οποία μέχρι σήμερα νοούνταν κυρίως ως μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές. Πρόκειται αναμφίβολα για έναν τεράστιο στόχο. Ωστόσο, ίσως δεν είχε γίνει πλήρως αντιληπτό ότι το βασικό εργαλείο για την επίτευξή του είναι η ΑΙ, η οποία, μέσω της βελτιστοποίησης, θα συγκεράσει τους κύκλους της φύσης με τις καταναλωτικές ανάγκες, όπως σε προηγούμενες εποχές ο ίδιος ο ηλεκτρισμός και η ευελιξία παραγωγής από ορυκτά καύσιμα άλλαξαν άρδην την οικονομική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων, που επί της ουσίας ζούσαν με τους κύκλους του ήλιου.
Το ερώτημα όμως που πλέον τίθεται είναι: πώς θα επιτύχουμε τη συγκατοίκηση της παραδοσιακής παροχής ευελιξίας με ορυκτά καύσιμα με τις απαιτήσεις της νέας εποχής, η οποία συνεπάγεται ανάγκες επενδύσεων εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας σε ανανεώσιμες πηγές, δίκτυα, ψηφιοποίηση και ΑΙ, με τρόπο που να μπορεί να είναι οικονομικά αποτελεσματικός; Μπορούμε να επιμηκύνουμε την περίοδο που θα παραμείνουμε στη μέση του ποταμού, που χωρίζει τον παλιό κόσμο από τον καινούργιο;
_______
Ο Μίλτος Ασλάνογλου είναι Γενικός Διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ).
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2025, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2026.
(Βασίζεται στην ομιλία του Μ. Ασλάνογλου στο 5th ENERGY LEGAL REGULATION & COMPLIANCE FORUM - 10/12/25)