Ο δρόμος προς την ολοκλήρωση της Ενεργειακής Ένωσης
Με την ανάληψη της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Πρόεδρος Juncker αναβάθμισε την ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε., σε ζήτημα πρωτευούσης σημασίας στην πολιτική του ατζέντα. Για να τονίσει την σημαντικότητα του ζητήματος, όρισε το φθινόπωρο του 2014, έναν Αντιπρόεδρο για την ενεργειακή ένοποίηση, ο οποίος υποστηρίζεται επιπλέον από έναν Επίτροπο, ειδικό σε θέματα για την Ενέργεια και την Κλιματική Δράση. Μέχρι και την στιγμή που το παρόν άρθρο γράφεται, οι συζητήσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. συνεχίζονται πάνω στο θέμα της ενεργειακής ενοποίησης, καθώς και των διατάξεων/κανονισμών που θα την διέπουν, ενώ είναι πολύ πιθανό ότι οι συζητήσεις αυτές θα συνεχιστούν μέχρι και τα μέσα του 2016, ώσπου να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με το προσχέδιο που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2015, καθώς και τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν, μπορούμε να βγάλουμε κάποια βασικά συμπεράσματα για το που οδηγούνται τα πράγματα, ειδικά για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου.
Στην πραγματικότητα η συζήτηση για την ενεργειακή ολοκλήρωση ξεκίνησε, από τον τότε Πρωθυπουργό της Πολωνίας Donald Tusk, την άνοιξη του 2014. Σε μια συνέντευξη του στην εφημερίδα "Financial Times", ο πρώην Πρωθυπουργός και νυν Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, απεύθυνε κάλεσμα για δραστικές μεταρρυθμίσεις στον τρόπο που η Ε.Ε. αντιμετώπιζε τον κρίσιμο τομέα της ενέργειας, καθώς και τις ευρω-ρωσικές σχέσεις. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η Κομισιόν είναι αυτή που θα πρέπει να διαπραγματεύεται τις τιμές προμήθειας, εκ μέρους των κρατών, κάτι που θα έδινε αυτομάτως στην Ε.Ε. μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, από τις κατά περίπτωση διακρατικές συμφωνίες.
Η ιδέα δεν δημιούργησε τον θετικό αντίκτυπο που θα αναμενόταν, καθώς ήρθε σε αντίθεση με δύο δεκαετίες μεταρρυθμίσεων της ενεργειακής αγοράς, που η Ε.Ε. μέχρι εκείνη την στιγμή είχε αποφασίσει να ακολουθήσει. Την ίδια στιγμή, το status quo που είχε εγκαθιδρυθεί, δημιούργησε σημαντική δυσαρέσκεια στα περισσότερα κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι πίστευαν ότι τα υπόλοιπα κράτη μέλη δεν έπαιρναν στα σοβαρά τις αντιρρήσεις τους. Είναι χαρακτηριστική η αντίληψη που επικράτησε, ότι η στόχευση του όλου εγχειρήματος αφορούσε την προσπάθεια των κυρίαρχων εντός της Ε.Ε. κρατών, να κλείσουν πιο συμφέρουσες γι αυτά, ενεργειακές συμφωνίες.
Για την καλύτερη κατανόηση και αντιμετώπιση των μηχανισμών που δημιουργούν κολλήματα στη διασυνοριακή σύνδεση και διευρωπαϊκή επίτευξη έργων φυσικού αερίου, ομάδες υψηλά ιστάμενων Ευρωπαίων αξιωματούχων συστάθηκαν, για την ανταλλαγή πληροφοριών και τον κοινό σχεδιασμό δράσεων. Η ομάδα για τη διασύνδεση φυσικού αερίου της Κεντρικής, Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης (CESEC) ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 2015, ενώ μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτος, υπογράφτηκε ένα μνημόνιο συνεργασίας, σύμφωνα με το οποίο οι χώρες που συμμετείχαν, δεσμεύονταν για την αντιμετώπιση τεχνικών και ρυθμιστικών εμποδίων λόγω κρατικών και κοινοτικών νομοθεσιών και για την ανάπτυξη μιας πλήρους απελευθερωμένης και ανταγωνιστικής αγοράς ενέργειας. Το συγκεκριμένο μνημόνιο αναφέρει ρητά, ότι οι αναμένεται από τις εμπλεκόμενες χώρες να δαπανήσουν χρηματικά ποσά με σκοπό την ανάπτυξη των υποδομών και των διασυνοριακών συνδέσεων, χωρίς να αποκλείεται πρόσθετη χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα επενδύσεων (ΕΙΒ) και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (EBRD).
Μένει πλέον να δούμε αν, πέρα από τους κρατικούς επενδυτές, οι ιδιωτικοί φορείς θα ανταποκριθούν σε αυτή την αναθέρμανση της αγοράς ενέργειας και θα συμβάλλουν αποτελεσματικά σε αυτή την προσπάθεια…
* Ο Άγις Δήγκας είναι απόφοιτος της σχολής Μηχανολόγων Μηχανικών του Ε.Μ.Π., έχει κάνει σεμινάρια πάνω στην ενεργειακή οικονομία και πολιτική στο Πανεπιστήμιο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας και στο Kenan Flagler Business School του University of North Carolina, ενώ έχει δημοσιεύσει πλήθος άρθρων, πάνω στην ενεργειακή διπλωματία και ασφάλεια.