Νέο μοντέλο ανάπτυξης ΑΠΕ ή αποθέρμανση ;
του Κωνσταντίνου Βρεττού

Νέο μοντέλο ανάπτυξης ΑΠΕ ή αποθέρμανση;

15 11 2023 | 08:26

Το πρόσφατο  άρθρο του κου Ε. Τσελεπή, με τίτλο «Χρειαζόμαστε νέο μοντέλο ανάπτυξης ΑΠΕ» ( https://energypress.gr/news/hreiazomaste-neo-montelo-anaptyxis-ape-sto-… ) είναι πολύ ενδιαφέρον και μπορεί να αποτελέσει βάση ουσιαστικού διαλόγου για το μέλλον των ΑΠΕ. Τούτο διότι ο κος Τσελεπής  δεν ακολουθήσε τον εύκολο δρόμο ενός γενικού άρθρου   περί «κλιματικών αλλαγών» και  «ωφελειών ΑΠΕ» με νουθεσίες, αριθμούς και ποσοστά, που είναι ούτως ή άλλως αναρτημένα σε ιστοσελίδες Υπουργείων και λοιπών φορέων. Επικεντρώθηκε σε αυτό που ονόμασε «άτακτη ανάπτυξη» των ΑΠΕ στη χώρα μας και τις  αρνητικές συνέπειες της. Όπως περιγράφει, οι αρνητικές συνέπειες ξεκινούν από αντιοικονομική ανάπτυξη δικτύων διασυνδέσεων και φτάνουν σε αναγκαίες περικοπές ισχύος έργων ΑΠΕ, που θα καταστήσουν πολλά έργα μη βιώσιμα.  Μάλιστα, δεν περιορίζεται μόνο στην περιγραφή του προβλήματος , αλλά προτείνει την υιοθέτηση  «συγκεντρωτικού μοντέλου αδειοδοτήσεων». 

Για να μπορούν να μας παρακολουθήσουν μη ειδικοί αναγνώστες, πρέπει πρώτα να εξηγήσουμε τα μοντέλα αδειοδότησης έργων ΑΠΕ:

Α) Ως «συγκεντρωτικό μοντέλο αδειοδοτήσεων» νοείται ένα μοντέλο ανάπτυξης ΑΠΕ όπου το Κράτος αδειοδοτεί όλα τα στάδια: Εντοπίζει τις κατάλληλες περιοχές ανάπτυξης έργων, εκτελεί μετρήσεις, εκπονεί τεχνικές και περιβαλλοντικές μελέτες για τα κύρια και συνοδά έργα διασύνδεσης. Κατόπιν  τα αδειοδοτεί σε όλες τις περιφερειακές Υπηρεσίες και τελικά διενεργεί κάποιας μορφής διαγωνισμό (με πλειοδοσία στη μίσθωση γης ή μειοδοσία στην τιμή πώλησης ηλ. ενέργειας), για να αποδώσει σε επενδυτές την κάθε συγκεκριμένη θέση. Τέτοιο μοντέλο ανάπτυξης έχουν ακολουθήσει στο παρελθόν το Βέλγιο και ο Καναδάς.

Β) Ως  «μερικώς συγκεντρωτικό μοντέλο» νοείται εκείνο οπού το κράτος κάνει μόνο σε αρχικό στάδιο  τις αδειοδοτήσεις: Επιλέγει ευρύτερες περιοχές και διενεργεί ένα αρχικό περιβαλλοντικό έλεγχο (screening) μέσω του οποίου ορίζει ζώνες αποκλεισμού, εκτιμά τη φέρουσα ικανότητα κλπ. Ακολουθεί διαγωνισμός, μετά τον οποίο ο μειοδότης αναλαμβάνει να μελετήσει ο ίδιος λεπτομερώς και να αδειοδοτήσει το έργο και στη συνέχεια να το υλοποιήσει. Προφανώς το «μερικώς συγκεντρωτικό μοντέλο» είναι πιο ασφαλές από το «πλήρως συγκεντρωτικό» για τη δημόσια διοίκηση. Κι αυτό διότι δεν απαιτεί υπερβολικές επενδύσεις από το κράτος,  ούτε άριστη αποτελεσματικότητα στην τήρηση χρονοδιαγραμμάτων από την διοίκηση, όπως χρειάζεται το πλήρως συγκεντρωτικό μοντέλο. 

Γ) Ως «αποκεντρωμένο (ή ανοικτό) μοντέλο» νοείται το μοντέλο όπου η συμμετοχή του Κράτους στην αδειοδότηση είναι η μικρότερη δυνατή και είναι αυτό που ακολούθησαν η Ελλάδα και η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών, εδώ και 30 χρόνια .Το μοντέλο αυτό ξεκίνησε από τη Γερμανία, απ΄ την οποία το αντιγράψαμε και προϋποθέτει έξοδα ανάπτυξης και ρίσκο για τον επενδυτή. Η Πολιτεία ασχολείται μόνο με τη θέσπιση στόχων, γενικών κανόνων και περιβαλλοντικούς ελεγχους μέσω των Υπηρεσιών της. Οι υποψήφιοι επενδυτές μελετούν και αδειοδοτούν τα έργα ΑΠΕ, δεσμεύοντας «ηλεκτρικό χώρο» στο Σύστημα για να συνδεθούν και να παράγουν, με καθεστώς σειράς προτεραιότητας (fist in – first out). Το αποκεντρωμένο μοντέλο λειτουργεί ομαλά, όσο η δημόσια διοίκηση επιτελεί με διαφάνεια και αμεσότητα ρυθμιστική εποπτεία.  Το μειονέκτημα του «αποκεντρωμένου μοντέλου» είναι ότι συχνά συμβαίνουν συγκρούσεις είτε μεταξύ διαφορετικών δραστηριοτήτων/χρήσεων γης, είτε μεταξύ των ίδιων των επενδυτών. Τις συγκρούσεις τις ενισχύει μερικές φορές  ακούσια η Πολιτεία, όταν καθυστερεί να επιτελεί το ρυθμιστικό της ρόλο.

Η δυσκολία λοιπόν στην πρόταση του κου Τσελεπή για «συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης» βρίσκεται στα ήδη διανυθέντα 30 χρόνια ανάπτυξης ΑΠΕ, με το «αποκεντρωμένο μοντέλο». Θα ήταν πιο εύκολο να εξεταστεί η πρότασή του στο παρελθόν, όταν οι ΑΠΕ ήταν στο ξεκίνημά τους. Πάντως και τότε υπήρξαν προτάσεις εφαρμογής «συγκεντρωτικού μοντέλου»:  Η ΡΑΕ το 2001, κατέθεσε ως ιδέα στο Υπουργείο Ενέργειας το «συγκεντρωτικό μοντέλο» χωρίς λεπτομέρειες. Μεταφέρω αυτούσιο, το σχετικό εδάφιο της  από Αύγουστο 2001 Ανακοίνωσης της ΡΑΕ  για υιοθέτηση «συγκεντρωτικού μοντέλου ΑΠΕ»: 

 

Παρόμοια πρόταση επανέλαβε το 2003 και έχει καταγραφεί και στην Έκθεση πεπραγμένων  ΡΑΕ, όπου πρότεινε διαγωνισμούς , αντί αιτήσεις επενδυτών και άδειες παραγωγής έργων ΑΠΕ. Πάλι όμως, το αρμόδιο Υπουργείο προτίμησε το «αποκεντρωμένο μοντέλο ανάπτυξης», ίσως επειδή είχαν ήδη διαμορφωθεί θετικά αποτελέσματα ανάπτυξης, ή επειδή η πρόταση της ΡΑΕ δεν περιελάμβανε ανάλυση, ιδίως ως προς τους πόρους και τις δεξιότητες που θα απαιτούντο από πλευράς διοίκησης.

Σήμερα ασφαλώς έχουμε μια διαφορετική κατάσταση από ότι πριν 25 χρόνια. Η κατάσταση  που διακριτικά περιγράφηκε από τον κο Τσελεπή ως «αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα των επενδύσεων» , μπορεί να χαρακτηριστεί ως εν δυνάμει «φούσκα» που θα υπονομεύσει την πράσινη μετάβαση. Τα  πρώτα σημάδια φάνηκαν μετά το 2012 με την υπέρμετρη αδειοδότηση φωτοβολταικών σταθμών, αλλά το σημείο καμπής ήταν το 2020. Με την ψήφιση του Νόμου 4685/20 καταργήθηκαν τα διαχρονικά φίλτρα της ΡΑΕ, ελέγχου οικονομικής φερεγγυότητας επενδυτών και οικονομικής βιωσιμότητας έργων ΑΠΕ.  Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει επί 3 χρόνια έκρηξη αιτήσεων και αδειοδοτήσεων σταθμών  μεγάλης ισχύος, μαζί με πολλαπλά ομαδικά αιτήματα μικρών έργων Ενεργειακών Κοινοτήτων και όχι μόνο. Έτσι  η συνολική ισχύς που έχει λάβει βεβαίωση-άδεια από τη ΡΑΕ έχει εκτοξευτεί από 40GW σε σχεδόν 140GW και είναι πολύ υψηλότερη από τους εθνικούς στόχους ΑΠΕ όχι μόνο του 2030, αλλά και του μακρινού 2050. Για να αντιληφθεί ένας άνθρωπος μη ειδικός στην ηλεκτροπαραγωγή την τάξη μεγεθών, αρκεί να γνωρίζει ότι η ισχύς έργων ΑΠΕ που έχει ήδη αδειοδοτηθεί και εξακολουθεί  να αδειοδοτείται στη χώρα μας,  έχει φτάσει την αντίστοιχη της Ιταλίας και της Ισπανίας, οι οποίες έχουν 5πλάσιους εθνικούς στόχους από αυτούς της Ελλάδας, μια που είναι χώρες 5πλάσιες τόσο σε πληθυσμό, όσο και σε ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.

Κατά τη γνώμη μου, η «συνταγή θεραπείας» για το επερχόμενο αδιέξοδο στον κλάδο των ΑΠΕ,  δεν είναι η αλλαγή μοντέλου ανάπτυξης, με reset και κατάργηση των υφιστάμενων αδειών που εκδόθηκαν με κόστος σε ανθρωποώρες και χρήμα από τους επενδυτές. Από την άλλη, δεν μπορεί η Πολιτεία να «εθελοτυφλεί» μπροστά στις τοπικές αντιδράσεις, ούτε να προτείνει «ασπιρίνες» μπαταριών (αποθήκευσης) ως θεραπεία μη βιώσιμων έργων , χωρίς να τεκμηριώνεται αν μπορούν να μετατραπούν σε βιώσιμα. Σημαντικό μέρος της λύσης , είναι να προχωρήσει η Πολιτεία σε μη περαιτέρω τροφοδότηση των επενδυτικών προσδοκιών ΑΠΕ, δηλαδή σε κάποιου είδους «αποθέρμανση» της αγοράς. Η λύση πρέπει να περιλαμβάνει την εξέταση  όλων των υποψήφιων έργων-ίσως ανά νομό ή περιφέρεια- που βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης, ως προς όλες τις οικονομικές, τεχνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους, ώστε να παραμείνουν ενεργά μόνο τα έργα ΑΠΕ που μπορούν να υλοποιηθούν, να διασυνδεθούν και να παράγουν χωρίς ζημία και με μέγιστο όφελος για την ελληνική κοινωνία. Αυτό απαιτεί μεθοδικότητα και όχι βιαστικές θεσμικές παρεμβάσεις, διαφάνεια χωρίς «παρεκκλίσεις» και μάλλον χρειάζεται να γίνει μέσω της σύστασης κάποιου νέου Οργάνου. Ένα τέτοιο Όργανο, πρέπει να έχει όχι απλώς τεχνογνωσία στην ηλεκτροπαραγωγή και αρμοδιότητα επί όλων των πεδίων της εμπλεκόμενης νομοθεσίας (περιβαλλοντική, δασική, αρχαιολογική, πολεοδομική, αγροτική κλπ.), αλλά  και υποχρέωση για συνεργασία τόσο με την «επενδυτική κοινότητα», όσο και με τις  τοπικές κοινωνίες.

*Ο Κωνσταντίνος Βρεττός είναι Μηχανολόγος Μηχανικός, ΜΒΑ, Σύμβουλος θεμάτων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM