Μ. Θωμαδάκης: Η ανάγκη για εξωστρέφεια στην ελληνική αγορά ενέργειας
H ελληνική αγορά ενέργειας, σε ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο και ΑΠΕ, υφίσταται δομικές και απότομες αλλαγές, σε όλους τους τομείς. Ο κόσμος της ενέργειας στην Ελλάδα έχει, δικαίως, στρέψει την προσοχή του στο τι θα συμβεί με τις μεγάλες κρατικές εταιρίες του χώρου της ενέργειας, πρωτίστως με τη ΔΕΗ. Οι ενεργειακές εταιρίες έχουν συγκεντρώσει την προσοχή τους στο πώς να ξεπεράσουν αυτή την τρικυμία με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, καθώς και στο πως θα μπορέσουν να αναπτυχθούν στο νέο ενεργειακό περιβάλλον που διαμορφώνεται.
Μέσα σε αυτή την άκρως εσωστρεφή ατμόσφαιρα, πολύ συχνά παραβλέπουμε τις εξίσου σημαντικές αλλαγές που συμβαίνουν στην Ενέργεια σε Ευρώπη και Βαλκάνια. Η Τρίτη Ενεργειακή δέσμη βρίσκεται ήδη σε πλήρη εφαρμογή, διαμορφώνοντας νέους τρόπους και δρόμους εμπορίου της ενέργειας. Ολοένα και περισσότερες χώρες θέτουν σε εφαρμογή χρηματιστήρια ενέργειας ή έστω μηχανισμούς όπου η ενέργεια εμπορεύεται με όρους αγοράς, ενώ οι τεχνολογικές εξελίξεις διαμορφώνουν νέες δυνατότητες για την πρόσβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Μέσω της Ενεργειακής Κοινότητας και των πρωτοβουλιών Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Δυτικών Βαλκανίων, γίνονται σοβαρότατες προσπάθειες να επιταχυνθεί η συντονισμένη λειτουργία των διασυνδέσεων του ηλεκτρισμού σε ολόκληρη την περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, και να συγκλίνει η λειτουργία των εθνικών αγορών ηλεκτρισμού στο γενικότερο ευρωπαϊκό μοντέλο-στόχο. Πρόσφατα καθορίστηκαν από τον ACER, τον Ευρωπαίο Ρυθμιστή, οι νέες περιοχές συντονισμένης λειτουργίας των Ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρισμού και χαράχτηκαν τα νέα «σύνορα» στην αγορά ηλεκτρισμού της Ευρώπης, με εφαρμογή από το τέλος του 2018, με την Ελλάδα να ανήκει σε δύο από αυτές.
Ο Νότιος Διάδρομος φυσικού αερίου, ένα έργο-σταθμός για την ΕΕ, έχει ήδη ξεκινήσει από την Ελλάδα, με τον αγωγό ΤΑΡ, η λειτουργία του οποίου θα δημιουργήσει εντελώς νέα δεδομένα για τον τρόπο λειτουργίας των αγορών αερίου της περιοχής.
Στις, ιστορικές, δεσμεύσεις της Gazprom έναντι της ΕΕ, οι οποίες ανακοινώθηκαν πρόσφατα, σε κάθε δεύτερη παράγραφο υπάρχει αναφορά στην, υφιστάμενη και μελλοντική, ελληνο-βουλγαρική διασύνδεση φυσικού αερίου, γεγονός που προοιωνίζεται τη μελλοντική μαζική χρησιμοποίηση του ελληνικού συστήματος φυσικού αερίου ως πύλης εισόδου για ολόκληρη τη ΝΑ Ευρώπη και όχι μόνο.
Στο πλαίσιο αυτό, με την εξαίρεση ελαχίστων περιπτώσεων, οι ελληνικές επιχειρήσεις, και πρωτίστως εκείνες που έχουν εδώ και χρόνια το μέγεθος και την ευκαιρία να το κάνουν, έχουν επιδείξει μία ακατανόητη εσωστρέφεια. Αντί να διδαχθούν από τις ενέργειες πολλών ευρωπαϊκών εταιριών, όπου εγκατέλειπαν, οικειοθελώς και με σχέδιο, τμήματα των εθνικών τους αγορών στον ανταγωνισμό για να επεκταθούν σε αγορές του εξωτερικού, οι ελληνικές επιχειρήσεις έδωσαν πολύ μεγάλη σημασία στη θέση τους στην ελληνική αγορά. Αποτέλεσμα αυτού είναι η εκκωφαντική απουσία τους από όλες τις ενεργειακές αγορές της περιοχής, τη στιγμή που οι αγορές αυτές, ακριβώς έξω από τα ελληνικά σύνορα, έχουν γεμίσει από πλήθος ενεργειακών εταιριών ευρωπαϊκών και μη χωρών, ακόμη και μεγέθους μικρότερου από τις ελληνικές αντίστοιχες. Μοναδική εξαίρεση, επί του παρόντος, αποτελούν τα Ελληνικά Πετρέλαια, και μόνο στον τομέα των πετρελαιοειδών, μετά από σοβαρές, συντονισμένες και επίπονες προσπάθειες πολλών ετών.
Αυτή η εσωστρέφεια, εκτός των άλλων, απέτρεψε την εισαγωγή ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά, επέτρεψε την ενίσχυση των στρεβλώσεων και στέρησε τη χρήση των γειτονικών αγορών ενέργειας ως εργαλείο διαχείρισης κινδύνου σε οικονομικό και σε επίπεδο ασφάλειας εφοδιασμού. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη διασφάλιση για την επάρκεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Χώρας, από την απρόσκοπτη και επαρκή διασύνδεση της ενεργειακής της αγοράς με εκείνες των γειτονικών χωρών.
Όλα αυτά αυξάνουν το κόστος της ενέργειας για τους Έλληνες καταναλωτές και μειώνουν την ικανότητά τους να στηρίξουν το κόστος των όποιων νέων επενδύσεων απαιτούνται. Η εξωστρέφεια θα συνέβαλε στον επιμερισμό του κόστους χρήσης των ενεργειακών υποδομών και από καταναλωτές άλλων χωρών και θα βοηθούσε σημαντικά στην ανάπτυξη νέων, όπου χρειάζεται, εντός και εκτός συνόρων.
Όμως το τρένο δεν έχει χαθεί για την Ελλάδα, το αντίθετο. Μία προσεκτική ματιά στις, πολύ πρόσφατες, νομοθετικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το επονομαζόμενο «χειμερινό πακέτο», καταδεικνύει ότι το μέλλον για μία Ενεργειακή Ένωση απολύτως συνεπή με τις δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι η απόλυτη σύγκλιση μεταξύ των εθνικών αγορών, η οποία θα στηριχθεί στις ΑΠΕ και στις ευέλικτες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, πρωτίστως φυσικού αερίου, στην προμήθεια φυσικού αερίου και στην αποθήκευση ενέργειας.
Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα συνυπάρχουν, ή μπορούν να επιτευχθούν, τα παραπάνω σε σημαντικό βαθμό. Μεγάλες επενδύσεις στις ΑΠΕ έχουν συντελεστεί και το πλαίσιο αρχίζει να διαμορφώνεται ώστε να δημιουργηθούν ακόμη περισσότερες. Οι ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου, σύγχρονης τεχνολογίας και μικρής ηλικίας, οι οποίες κατασκευάστηκαν με αμιγώς ιδιωτικά κεφάλαια, παρά τις σημαντικές παλινωδίες και την έλλειψη στρατηγικής στην στήριξη των μονάδων αυτών από τις ελληνικές αρχές, αποτελούν σήμερα την αιχμή του δόρατος του ελληνικού στόλου μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και έναν από τους πλέον αξιόμαχους στόλους της ευρύτερης περιοχής.
Η δυναμικότητα του ελληνικού συστήματος φυσικού αερίου, με τις επενδύσεις που ήδη υλοποιούνται, θα επιτρέψει σύντομα στους Έλληνες προμηθευτές την πρόσβαση σε ένα από τα περισσότερο διαφοροποιημένα καλάθια φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ιδίως μετά την πρόσβαση στην Ιταλική αγορά αερίου μέσω ΤΑΡ.
Οι συνθήκες, λοιπόν, είναι τέτοιες ώστε να διαμορφώσουν τα χαρακτηριστικά ενός φυσικού κόμβου συναλλαγών ενέργειας, γεγονός που θα επιτρέψει στην ελληνική αγορά ενέργειας να αποτελέσει το κέντρο αναφοράς για τις τιμές της ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή, προσελκύοντας ξένους καταναλωτές και δημιουργώντας σημαντικές ευκαιρίες για όσες από τις ελληνικές ενεργειακές εταιρίες δράσουν έγκαιρα και με αποφασιστικότητα επεκτεινόμενες εκτός Ελλάδος.
Το νέο περιβάλλον της ενεργειακής αγοράς απαιτεί παίκτες σημαντικού μεγέθους, οι οποίοι θα έχουν την ευρωστία να συμμετέχουν ταυτόχρονα σε όλες τις μορφές ενεργειακής δραστηριότητας, δηλαδή ΑΠΕ, συμβατικών μονάδων αερίου, προμήθειας ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου και αποθήκευσης ενέργειας. Είναι προφανές ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, θα επιβιώσουν όσοι έχουν επαρκές μέγεθος ώστε να μπορούν να αποκτήσουν όλα τα παραπάνω. Και μεγάλο μέγεθος χωρίς μεγάλη αγορά, δηλαδή μεγάλη πελατειακή βάση, δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Αυτό οδηγεί νομοτελειακά στην επέκταση σε αγορές εκτός Ελλάδος. Όποιος δεν έχει τη δυνατότητα ή τη θέληση να επεκταθεί, θα πρέπει είτε να αποσυρθεί από την συγκεκριμένη αγορά, είτε να συμπράξει με άλλους, Έλληνες και ξένους, ως αποτέλεσμα της δικής τους εξωστρέφειας.
Είναι ενθαρρυντικό, ότι ολοένα και περισσότεροι ελληνικοί ενεργειακοί όμιλοι έχουν προχωρήσει σε κινήσεις εισόδου σε γειτονικές αγορές. Είναι, επίσης πολύ σημαντικό να τεθούν σε λειτουργία, όσο πιο γρήγορα γίνεται, οι μηχανισμοί αγοράς που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό του εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και είναι παρήγορο που, αν μη τι άλλο, οι σχετικές κινήσεις, από ΡΑΕ, ΛΑΓΗΕ και ΔΕΣΦΑ βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό η Πολιτεία να αποκτήσει, και πάλι, πολύ δυνατή φωνή εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις για την ενεργειακή αγορά της περιοχής μας, δηλαδή στην Ένωση και στην Ενεργειακή Κοινότητα.
--------------------------
Ο Δρ. Μιχάλης Θωμαδάκης είναι Διευθυντής Τομέα Ενέργειας της Grant Thornton και πρώην μέλος της ΡΑΕ.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2017 που εκδίδει το επιτελείο του energypress