Κινήσεις των ρυθμιστών Ελλάδας - Κύπρου να «περάσουν» οι δαπάνες των νέων ερευνών στα κόστη του GSI - Οι διπλωματικές εργασίες και η συνάντηση Γεραπετρίτη - Φιντάν στις Βρυξέλλες
Το τοπίο για την επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο προετοιμάζουν μια σειρά από διεργασίες τόσο σε διπλωματικό, όσο και σε ρυθμιστικό επίπεδο, και ενώ είναι αρκετά πιθανή μια συνάντηση Γεραπετρίτη - Φιντάν στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ.
Σε ένα βαρύ κλίμα για την Αν.Μεσόγειο, με τις σχέσεις Τουρκίας - Ισραήλ να είναι χειρότερες παρά ποτέ και την Αθήνα να ψάχνει ακόμη «γέφυρες» προς την Ουάσιγκτον, η ελληνική με τη κυπριακή πλευρά εντείνουν τις επαφές τους για να κλείσουν κάποιες κρίσιμες εκκρεμότητες.
Στη κατεύθυνση αυτή, της προεργασίας, ώστε μόλις ανάψει το πράσινο διπλωματικό φως, να επιστρέψει το πλοίο στα διεθνή νερά, εντάσσεται και ο ρόλος που σύμφωνα με τις πληροφορίες έχουν αναλάβει το τελευταίο διάστημα οι δύο ρυθμιστές, Ελλάδας και Κύπρου.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ΡΑΑΕΥ και ΡΑΕΚ βρίσκονται σε συνεχή επαφή τις τελευταίες ημέρες και συνεργάζονται στενά, προκειμένου οι όποιες δαπάνες για τις νέες έρευνες πόντισης του καλωδίου, να «περαστούν» ως εύλογα έξοδα στο συνολικό κόστος του καλωδίου.
Τα πλοία ακολουθούν συγκεκριμένα προγράμματα, τα κόστη είναι μεγάλα και δεν επιστρέφουν έτσι απλά, χωρίς να ληφθούν κάποιες διασφαλίσεις, για ένα νέο γύρο ερευνών σε ένα έργο με καθαρά γεωπολιτικό στίγμα, το οποίο διανύει την πιο ευαίσθητη καμπή του.
Σαν κίνηση η συζήτηση μεταξύ των δύο ρυθμιστών δεν έχει ασφαλώς το εκτόπισμα των διπλωματικών διαβουλεύσεων. Εντούτοις δίνει κι αυτή ένα «σήμα» ότι προλειαίνεται το έδαφος, ώστε μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν, το εγχείρημα να πάρει μπροστά χωρίς καθυστερήσεις, μέσα στις επόμενες λίγες εβδομάδες και εντός του Απριλίου, όπως τουλάχιστον επιμένουν οι πληροφορίες.
Και έχει τη σημασία του ότι ακόμη και για ρυθμιστικά ζητήματα όπως το παραπάνω, η κυβερνητική γραμμή είναι η «απόλυτη σιγή ασυρμάτου», προκειμένου να αποφευχθεί το οποιοδήποτε επικοινωνιακό ή άλλο «στραβοπάτημα», όπως είχε συμβεί κατά το παρελθόν.
Συνάντηση Γεραπετρίτη - Φιντάν και επιδείνωση στις σχέσεις Ισραήλ - Τουρκίας
Σε αυτό το τοπίο έχει ασφαλώς τη σημασία του μια πιθανή συνάντηση, σήμερα ή αύριο, Γεραπετρίτη - Φιντάν στο περιθώριο της Συνόδου των ΥΠΕΞ των χωρών- μελών του ΝΑΤΟ, με τις μέχρι τώρα επαφές να μην έχουν καταλήξει σε κάποιο στοιχειώδη κοινό τόπο για ένα θέμα στο οποίο η Τουρκία παραμένει ανυποχώρητη.
Στο περιθώριο της προ ημερών διάσκεψης της Γενεύης για το Κυπριακό, ο έλληνας ΥΠΕΞ είχε συναντηθεί με τον Χ. Φιντάν, χωρίς να γίνει γνωστό αν συζήτησαν ή βρήκαν φόρμουλα ώστε να συνεχιστεί χωρίς παρεμβάσεις το έργο της διασύνδεσης Κύπρου - Κρήτης, ένα θέμα που, όσο μένει σε εκκρεμότητα, δημιουργεί πίεση στην Αθήνα και προφανώς θα διατηρεί ένα κακό κλίμα, πλησιάζοντας προς τη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν στην Άγκυρα. Κανένας μηχανισμός δεν είχε βρεθεί ούτε το περασμένο Νοέμβριο κατά τη συνάντηση των δύο υπουργών στην Αθήνα.
Τίποτα επομένως προς ώρας δεν προϊδεάζει για κάποια αλλαγή στάσης από τη Τουρκία, με το ερώτημα μέχρι που είναι διατεθειμένη να τραβήξει το σχοινί, να παραμένει αναπάντητο, παρ’ ότι οι έρευνες αφορούν περιοχές στην οριοθετημένη ελληνική ΑΟΖ.
Το θετικό μομέντουμ από την διπλωματική στήριξη που παρέχει το Ισραήλ και η Γαλλία στην Ελλάδα είναι ασφαλώς σημαντικό, ειδικά σε μια συγκυρία κλιμακούμενης έντασης μεταξύ Τελ Αβίβ και Αγκυρας, ωστόσο μένει να φανεί η εφαρμογή και στη πράξη της στρατηγικής αυτής σχέσης στο σενάριο που επιχειρηθεί, όπως το καλοκαίρι, επεισόδειο παρόμοιο με εκείνο της Κάσου.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου οι σχέσεις Ισραήλ - Τουρκίας έχουν επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καλλιεργούνται σενάρια «θερμής επαφής», η κυβέρνηση Τραμπ είναι απορροφημένη στο παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο που διεξάγει και η τηλεφωνική συνομιλία Γεραπετρίτη - Γουόλτς (ο Σύμβουλος Ασφαλείας των ΗΠΑ) ακόμη εκκρεμεί, η Αθήνα αναζητά το μομέντουμ που θα δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα για την επανέναρξη των ερευνών
Η κυβέρνηση έχει κάνει σαφές ότι το έργο θα προχωρήσει, όπως έχουν δηλώσει οι υπ. Εξωτερικών και ΠΕΝ, Γ.Γεραπετρίτης και Στ.Παπασταύρου, όχι μόνο γι’ αυτή καθ’ εαυτή τη σημασία του Great Sea Interconnector ως ενεργειακού project. Οσο γιατί γνωρίζει ότι αν οπισθοχωρήσει, θα είναι σαν να αποδέχεται, υπό την απειλή επίδειξης ισχύος στο πεδίο, την αμφισβήτηση του ελληνικού κυριαρχικού δικαιώματος να ασκείται μόνο εντός των χωρικών υδάτων των 6 ναυτικών μιλίων.