Η μάχη της πυρηνικής ενέργειας στην ΕΕ: Ποιες χώρες την επαναφέρουν, ποιες την καταργούν και πώς διαμορφώνονται οι ισορροπίες
Για δεκαετίες, η πυρηνική ενέργεια αποτέλεσε ένα από τα πιο διχαστικά ζητήματα πολιτικής στην Ευρώπη. Συνδεδεμένη στη συλλογική μνήμη με καταστροφικά ατυχήματα, ραδιενεργά απόβλητα και άλυτα ηθικά διλήμματα, η πυρηνική τεχνολογία έχασε σταδιακά την πολιτική της αποδοχή σε μεγάλο μέρος της ηπείρου μετά την αλλαγή της χιλιετίας. Η Γερμανία δεσμεύτηκε σε πλήρη απεξάρτηση, η Ισπανία χάραξε χρονοδιάγραμμα για να ακολουθήσει, ενώ ακόμη και χώρες με μακρά πυρηνική παράδοση δίστασαν να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις.
Σήμερα, όμως, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ενεργειακή ανασφάλεια, ασταθείς τιμές και την πίεση της απανθρακοποίησης της οικονομίας της, η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει στο προσκήνιο. Από το Βέλγιο και την Ιταλία έως την Ολλανδία και την Πολωνία, κυβερνήσεις επανεξετάζουν αν η τεχνολογία που κάποτε ήθελαν να εγκαταλείψουν μπορεί τελικά να διαδραματίσει ρόλο στο ενεργειακό τους μέλλον.
Η ενεργειακή ευαλωτότητα στο προσκήνιο
Το ανανεωμένο ενδιαφέρον της Ευρώπης για την πυρηνική ενέργεια δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς να ληφθεί υπόψη η διαρθρωτική της εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια. Οι περισσότερες χώρες της ΕΕ βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγωγές φυσικού αερίου, πετρελαίου ή ηλεκτρικής ενέργειας για την κάλυψη των αναγκών τους. Η εξάρτηση αυτή έχει καταστήσει την ήπειρο ιδιαίτερα ευάλωτη σε γεωπολιτικές κρίσεις, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, και έχει οδηγήσει σε τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που συχνά είναι τρεις έως τέσσερις φορές υψηλότερες από εκείνες στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα.
Οι επιπτώσεις δεν είναι μόνο οικονομικές. Οι υψηλές και απρόβλεπτες τιμές ενέργειας υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και δυσχεραίνουν την επίτευξη των κλιματικών στόχων της ΕΕ. Παρά τη θεαματική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, αυτές δεν έχουν ακόμη προσφέρει το επίπεδο ασφάλειας και σταθερότητας τιμών που προσδοκούσαν πολλοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πυρηνική ενέργεια επανεμφανίζεται ως ένα πιθανό εργαλείο για την ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της Ευρώπης.
Μια αμφιλεγόμενη «πράσινη» ετικέτα
Καθοριστικό σημείο αποτέλεσε η απόφαση να συμπεριληφθεί η πυρηνική ενέργεια ως «μεταβατική και βιώσιμη» οικονομική δραστηριότητα στον κανονισμό της ΕΕ, που έχει σχεδιαστεί για να κατευθύνει επενδύσεις σε περιβαλλοντικά βιώσιμες δραστηριότητες.
Για τους υποστηρικτές της πυρηνικής ενέργειας, η απόφαση αποτέλεσε μια καθυστερημένη αναγνώριση του γεγονότος ότι τα πυρηνικά εργοστάσια παράγουν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Για τους επικριτές, ωστόσο, επρόκειτο για ξεκάθαρη περίπτωση «πράσινου ξεπλύματος» (green washing). Περιβαλλοντικές οργανώσεις αντέδρασαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι το άλυτο ζήτημα της διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων, τα οποία απαιτούν ασφαλή αποθήκευση για χιλιάδες χρόνια, αντιβαίνει σε κάθε έννοια βιωσιμότητας.
Υποχώρηση με εξαιρέσεις
Παρά την αναζωπύρωση της συζήτησης, η πυρηνική ενέργεια δεν έχει ακόμη σημειώσει ουσιαστική επιστροφή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνολική παραγωγή αυξήθηκε μόλις κατά 4,8% μεταξύ 2023 και 2024, αύξηση που οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη Γαλλία, όπου η παραγωγή ενισχύθηκε κατά 12,5% μετά από εργασίες συντήρησης και αναβαθμίσεις ασφαλείας. Στις περισσότερες άλλες χώρες, η εικόνα είναι λιγότερο ενθαρρυντική.
Η μακροπρόθεσμη τάση από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 καταγράφει μια ήπια αλλά σταθερή μείωση. Η Γερμανία έχει ολοκληρώσει την απεξάρτησή της, ενώ η Ισπανία σχεδιάζει να ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια. Αρκετές ακόμη χώρες μειώνουν τη συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας αντί να την επεκτείνουν.
Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις αλλαγής πλεύσης. Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε να καταστεί η πυρηνική ενέργεια επιλέξιμη για χρηματοδότηση στον προϋπολογισμό 2028–2034. Αν και η πρόταση θεωρείται απίθανο να εγκριθεί λόγω της αντίδρασης των αντιπυρηνικών κρατών, σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη μετατόπιση της στάσης των Βρυξελλών.
Βέλγιο και Ιταλία δοκιμάζουν τα όρια
Μεταξύ των χωρών που επανεξετάζουν ενεργά την πυρηνική τους πολιτική βρίσκονται το Βέλγιο και η Ιταλία. Η βελγική κυβέρνηση επιχειρεί να αναβάλει το κλείσιμο των υφιστάμενων αντιδραστήρων, υποστηρίζοντας ότι μια πρόωρη παύση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια. Το σχέδιο, ωστόσο, συναντά σφοδρή αντίσταση από την Engie, τον μεγαλύτερο παραγωγό ενέργειας της χώρας, η οποία προτιμά να επενδύσει σε αιολική και ηλιακή ενέργεια, συστήματα αποθήκευσης και μονάδες φυσικού αερίου.
Η περίπτωση της Ιταλίας είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Η χώρα εγκατέλειψε την πυρηνική ενέργεια μετά το δημοψήφισμα του 1987 και επιβεβαίωσε την απόφαση αυτή με δεύτερο δημοψήφισμα το 2011, μετά το ατύχημα της Φουκουσίμα. Παρ’ όλα αυτά, η Ρώμη έχει πλέον καταθέσει σχέδιο νόμου που ανοίγει τον δρόμο για επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια, αντανακλώντας τις αυξανόμενες ανησυχίες για την ενεργειακή εξάρτηση και τους κλιματικούς στόχους.
Το Βέλγιο και η Ιταλία συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των 11 κρατών-μελών που υπέγραψαν το 2024 κοινή διακήρυξη με στόχο την «πλήρη αξιοποίηση» του δυναμικού της πυρηνικής ενέργειας, ευθυγραμμιζόμενα περισσότερο με το φιλοπυρηνικό μπλοκ υπό τη Γαλλία.
Μια διχασμένη ήπειρος
Η Ευρώπη χωρίζεται όλο και πιο καθαρά σε δύο στρατόπεδα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η λεγόμενη Πυρηνική Συμμαχία, με επικεφαλής τη Γαλλία και τη στήριξη υφιστάμενων ή επίδοξων παραγωγών όπως η Πολωνία, η Κροατία και η Εσθονία.
Στον αντίποδα βρίσκεται η ομάδα των χωρών που υποστηρίζουν αποκλειστικά τις ανανεώσιμες πηγές, με ηγέτιδα τη Γερμανία και τη στήριξη της Αυστρίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες διαθέτουν μακροχρόνια αντιπυρηνική πολιτική.
Η Ισπανία βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Το σχέδιο απεξάρτησης έχει προκαλέσει αντιδράσεις από φιλοπυρηνικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προειδοποιώντας ότι το κλείσιμο των αντιδραστήρων θα επιβαρύνει περαιτέρω τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και θα αυξήσει την εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Κόστος, ρεαλισμός και μικροί αντιδραστήρες
Οι επικριτές της πυρηνικής επέκτασης υποστηρίζουν ότι ακόμη και όπου υπάρχει πολιτική βούληση, τα οικονομικά δεδομένα δεν ευνοούν την επιλογή αυτή. Αντιπυρηνικές οργανώσεις, όπως η γερμανική Ausgestrahlt, έχουν χαρακτηρίσει τα σχέδια σε Βέλγιο και Ολλανδία μη ρεαλιστικά και υπερβολικά δαπανηρά, επισημαίνοντας τις υπερβάσεις κόστους και τις καθυστερήσεις που έχουν σημαδέψει πρόσφατα πυρηνικά έργα στην Ευρώπη.
Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα κόστους και χρόνου κατασκευής, χώρες όπως η Εσθονία, η Ρουμανία, η Σουηδία και η Πολωνία εξετάζουν τους Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες (SMRs). Οι αντιδραστήρες αυτοί παράγουν μικρότερες ποσότητες ενέργειας, αλλά μπορούν να κατασκευάζονται σε εργοστάσια και να συναρμολογούνται επιτόπου, μειώνοντας θεωρητικά καθυστερήσεις και δαπάνες. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να παράγουν ραδιενεργά απόβλητα και δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί σε εμπορική κλίμακα.