Η μάχη για την ενέργεια οδηγείται σε κυβερνητική αποτυχία
Η ενεργειακή πολιτική της χώρας, υπό το καθεστώς της επίτευξης των στόχων της Πράσινης Μετάβασης, απαιτεί μια πολυεπίπεδη, ευέλικτη, καλά σχεδιασμένη και διαφανή πρακτική, προκειμένου να είναι αποτελεσματική σε σχέση με τους στόχους, αλλά, ταυτόχρονα, συμπεριληπτική και δίκαιη για την κοινωνία.
Η ενέργεια ως βασικός συντελεστής, επηρεάζει οριζόντια το κόστος διαβίωσης των Ελλήνων πολιτών, αλλά και καταλυτικά τους όρους παραγωγής και ανάπτυξης για την Ελληνική οικονομία. Το 2024, η χώρα βίωσε δύο φορές τιμές ενεργειακής κρίσης (καλοκαίρι, Δεκέμβριος 2024), χωρίς να υπάρχει κρίση. Από αστοχίες και παραλείψεις της κυβέρνησης, οι καταναλωτές έχουν εγκλωβιστεί σε ένα μοτίβο αλλεπάλληλων κρίσεων και διακυμάνσεων της τιμής του ρεύματος, μία συνθήκη η οποία, όπως περιγράφεται και στον προϋπολογισμό του 2025, θα χρονίσει, αυξάνοντας επικίνδυνα το κόστος ζωής των ελληνικών νοικοκυριών και επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων κι εν γένει της Ελληνικής οικονομίας. Μεγάλος «ασθενής» από την ενεργειακή πολιτική της χώρας, είναι, επίσης, και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η οποία έχει γονατίσει από το υψηλό ενεργειακό κόστος, μετακυλίοντας το κόστος αυτό στους Δημότες, μέσω της αύξησης των τελών.
Η τιθάσευση, επομένως, των υψηλών τιμών ρεύματος μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές, θα μπορούσε να αποτελέσει μια από τις σημαντικότερες θετικές παρεμβάσεις για τον εξορθολογισμό του κόστους διαβίωσης, με μέτρα πολιτικής που εν πολλοίς, δεν θα δημιουργούσαν δημοσιονομική επιβάρυνση. Μια τέτοια πολιτική στόχευση, η οποία καθίσταται εθνική προτεραιότητα, απουσιάζει από τον προϋπολογισμό του 2025.
Ταυτόχρονα, επενδύσεις, οι οποίες δεσμεύουν κονδύλια από το ΤΑΑ και άλλους χρηματοδοτικούς πόρους (ΕΣΠΑ), όπως η αποθήκευση ενέργειας, προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας, δημιουργία χωροταξικού σχεδιασμού για ΑΠΕ και προγράμματα μείωσης ενεργειακού κόστους για ΟΤΑ, έχουν μείνει πολύ πίσω στην υλοποίησή τους, παρότι περιγράφονται στο Ετήσιο Σχέδιο Δράσης 2024 του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Τέλος, η διαχείριση τόσο των κονδυλίων του ΤΑΑ, όσο και ο διαμοιρασμός των δικαιωμάτων παραγωγής ενέργειας (δηλαδή ενός δημόσιου αγαθού), προκειμένου η χώρα να πλησιάσει τους στόχους της Πράσινης Μετάβασης, δεν διασφαλίζουν τον εκδημοκρατισμό και την αίσθηση μιας δίκαιης κατανομής, αλλά έχουν εδραιώσει και ενισχύσει την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς ενέργειας.
Η Πράσινη Μετάβαση από μία ευκαιρία για την χώρα για την αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου, ως ένα πεδίο μίας νέας συλλογικής έμπνευσης και δράσης, έχει μετατραπεί σε «βραχνά» για την κοινωνία και την οικονομία, με τους όρους που υλοποιείται, συσσωρεύοντας ολοένα και περισσότερη δυσαρέσκεια.
Οι χώρες της Ε.Ε. από 01/01/2024, επέστρεψαν σε καθεστώς «κανονικότητας», μετά τα έκτακτα μέτρα, που αφορούσαν την ενεργειακή κρίση την οποία προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Αυτό πρακτικά σήμαινε, ότι κάθε χώρα υποχρεώθηκε να περιοριστεί σε μέτρα πολιτικής με μικρό παρεμβατικό χαρακτήρα και να αφήσουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό να λειτουργήσει επ’ ωφελεία των καταναλωτών. Κάθε κράτος μέλος, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Οδηγιών που εκδόθηκαν, προσάρμοσε το ρυθμιστικό πλαίσιο ανάλογα με τις ανάγκες του για τον τρόπο τιμολόγησης ρεύματος στον τελικό καταναλωτή.
Η κυβέρνηση επέλεξε την πολιτική των χρωματιστών τιμολογίων, με αυτόματη μετατροπή όλων των τιμολογίων ρεύματος σε πράσινα τιμολόγια δίνοντας τη δυνατότητα επιλογής ενός εκ των υπολοίπων (κίτρινου, μπλε, πορτοκαλί) στους καταναλωτές. Επί της ουσίας, η κυβέρνηση «οδήγησε» τους καταναλωτές σε ένα κυμαινόμενο τιμολόγιο (πράσινο) συνδέοντάς το άμεσα με τις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς ρεύματος. Οι καταναλωτές με τον τρόπο αυτό έμειναν εντελώς απροστάτευτοι στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής ρεύματος και πολλοί έχουν μεταβληθεί –εκόντες άκοντες– σε αυτοσχέδιους διαπραγματευτές ενέργειας (traders), αναζητώντας μεταξύ των χρωματιστών τιμολογίων, την πιο χαμηλή τιμή κάθε μήνα. Η επιλογή αυτή της κυβέρνησης, στηλιτεύτηκε από την πρώτη στιγμή από το ΠΑΣΟΚ με αλλεπάλληλες παρεμβάσεις στο δημόσιο διάλογο και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο.
Δυστυχώς για τους πολίτες, το ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώθηκε και η κυβέρνηση αναγκάστηκε εντός του 2024, δύο φορές να λάβει πρόσκαιρα «ανακουφιστικά» μέτρα μέσω επιδοτήσεων στους καταναλωτές. Η κυβέρνηση, με μια πειραματική ανακύκλωση των χρημάτων των καταναλωτών και των φορολογουμένων, επιδοτεί τους λογαριασμούς ρεύματος για να αντιμετωπίσει την αύξηση των τιμών ρεύματος. Στην πραγματικότητα, δεν προχώρησε σε καμία αποτελεσματική κίνηση που να διατηρεί το κόστος των τιμών της λιανικής σε ανεκτά επίπεδα για τον καταναλωτή. Σε καμία Ευρωπαϊκή χώρα δεν αφέθηκαν τόσο απροστάτευτοι οι πολίτες, να αναζητούν δηλαδή το φθηνότερο χρωματιστό τιμολόγιο κάθε μήνα, δημιουργώντας υπέρογκα βραχυπρόθεσμα κέρδη για τις εταιρίες ενέργειας. Μετά από έναν χρόνο, επομένως, αποτυχημένης εφαρμογής του μέτρου, είναι η στιγμή η κυβέρνηση να παραδεχτεί την αστοχία της και να φροντίσει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να αντιμετωπίσει με δομικό τρόπο τα προβλήματα της αγοράς ηλεκτρισμού.
Είναι, πλέον, μονόδρομος η πολιτική βούληση, ώστε να αντικατασταθούν τα κυμαινόμενα πράσινα τιμολόγια, από σταθερά τιμολόγια με διάρκεια ένα ή δύο χρόνια, με τρόπο που ο τελικός καταναλωτής να μην βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένος στις διακυμάνσεις της χονδρικής τιμής ρεύματος. Παράλληλα, απαιτείται η διασφάλιση ότι η ΔΕΗ, στην οποία το Δημόσιο έχει την καταστατική μειοψηφία και η οποία έχει μερίδιο πάνω από 60% στη Χαμηλή Τάση (νοικοκυριά, Μ.Μ.Επιχειρήσεις), θα λειτουργήσει για την ωφέλεια του τελικού καταναλωτή, πρωτοπορώντας στη δημιουργία προσιτών σταθερών τιμολογίων για τους τελικούς καταναλωτές. Απαραίτητη κρίνεται, επίσης, η διεύρυνση των κριτηρίων για το Κοινωνικό Τιμολόγιο, όπως και η απλοποίηση των διαδικασιών για τα Προγράμματα «ΕΞΟΙΝΟΜΩ», τα οποία έχουν βαλτώσει τα τελευταία χρόνια.
Και βεβαίως είναι καλή η διαφήμιση των μεγάλων projects στην ενέργεια, τα αφηγήματα για τις ενεργειακές λεωφόρους, για τα μεγαλεπήβολα σχέδια που παραμένουν ουτοπίες, αλλά η μάχη της ενεργειακής πολιτικής κρίνεται και στα απλά και καθημερινά. Και εκεί η κυβέρνηση καταγράφει μια σημαντική αποτυχία. Υποτιμά την καθημερινότητα εκατομμυρίων Ελλήνων και γι’ αυτό δεν δίνει τις απαραίτητες λύσεις.
Ο κ. Φραγκίσκος Παρασύρης είναι Βουλευτής Ηρακλείου, Υπεύθυνος Κοινοβουλευτικού Τομέα Ενέργειας, ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής