Η φαντασία στην εξουσία…
Θα αναρωτηθεί κανείς τι δουλειά έχει το σύνθημα του γαλλικού Μάη του 1968 σε ένα τέτοια άρθρο. Φαντασία είναι σύμφωνα με τα λεξικά ή ικανότητα της αναπαραστάσεως με το νου πραγμάτων ή γεγονότων, ή της δημιουργίας νέων παραστάσεων, και είναι αυτή ακριβώς η ικανότητα που χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε σαν συμμετέχοντες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κατά τα επόμενα χρόνια.
Το 2023 αποτέλεσε, παρότι δεν έλλειψαν οι δυσάρεστες εξελίξεις, μια επιστροφή σε πιο ομαλές συνθήκες για τις αγορές ενέργειας. Πολλές από τις αιτίες που οδήγησαν στις διαδοχικές κρίσεις των προηγούμενων ετών εξακολουθούν να παραμένουν, αλλά είτε τις έχουμε (εν μέρει τουλάχιστον) αντιμετωπίσει, είτε οι συνέπειες τους δεν είναι πλέον τόσο δυσμενείς, είτε (μετά το αρχικό σοκ) τις συνηθίσαμε.
Παρόλα αυτά η πρόσφατη εμπειρία μας από τα έντονα γεγονότα που προηγήθηκαν υπογράμμισε με έμφαση τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την έκθεση στις αγορές.
Σαν αποτέλεσμα, είναι δεδομένο πως για όσους προσπαθούν σήμερα να προβλέψουν τις συνθήκες που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια και να πάρουν αποφάσεις, αναπόφευκτα τα γεγονότα της προηγούμενης τριετίας θα βαρύνουν στην κρίση τους.
Η τάση να κοιτάμε στο παρελθόν (και δη στο πρόσφατο) για να προβλέψουμε το μέλλον είναι μάλλον συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση, αλλά εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε σφάλματα. Είναι σαν να προσπαθεί κάποιος να πάει μπροστά κοιτώντας μόνο πίσω του.
Όπως για τους αναλυτές που προσπαθούσαν να προβλέψουν το 2018 τι θα συμβεί κατά την επόμενη πενταετία τίποτα δεν τους προετοίμασε γι’ αυτά που έρχονταν, έτσι και σήμερα η προσήλωση σε μέτρα και στρατηγικές που θα αντιμετώπιζαν αυτά που έχουν ήδη συμβεί δεν εξασφαλίζει ασφαλή πορεία στο μέλλον.
Είναι ενδιαφέρον πόσο διστακτικά είναι τα ευρωπαϊκά κράτη να απαγκιστρωθούν από τα έκτακτα μέτρα που έλαβαν κατά την περίοδο της κρίσης, ακόμη και αν είναι προφανές πως πλέον δυσχεραίνουν παρά διευκολύνουν τις δραστηριότητες της αγοράς.
Εδώ θα πρέπει να διακρίνουμε βέβαια και κάποια ιδιοτέλεια, αφού μοιάζουν να θέλουν να διατηρήσουν τον έλεγχο που απέκτησαν στις αγορές αφού τους κατέστησε βασικούς παράγοντες σε δραστηριότητες στις οποίες μέχρι πρόσφατα δεν είχαν πρόσβαση.
Ελέγχοντας το κόστος και την κερδοφορία των συμμετεχόντων, και την κατανομή των κερδών/ζημιών ανάμεσά τους οι κυβερνήσεις απέκτησαν τον ρόλο του «Μεγάλου Εξισορροπιστή», τον οποίο δεν μοιάζουν διατεθειμένες να τον απεμπολήσουν. Το πρόβλημα είναι πως, όπως έχει επανειλημμένως αποδειχθεί, τα κράτη δεν είναι σχεδόν ποτέ αποτελεσματικά σε τέτοιους ρόλους γιατί εκτός των άλλων, οι αποφάσεις τους κοιτούν, όπως αναφέραμε, στο παρελθόν κι όχι στο μέλλον.
Παρόμοιες συμπεριφορές όμως παρατηρούμε και από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Η πρωτοφανής μεταβλητότητα και τα θηριώδη επίπεδα τιμών που εμφανίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια δείχνουν να είναι καθοριστικές για τις αποφάσεις τους
Η εισβολή των συμβάσεων PPA (Power Purchase Agreements) στην ζωή μας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιμετώπισης των φόβων παραγωγών και καταναλωτών. Μακροχρόνιες, σύνθετες, και μη δοκιμασμένες συμβάσεις, οι οποίες κρίνονται αναγκαίες (και μάλλον υποχρεωτικές) για τους παραγωγούς ΑΠΕ, αλλά επιδιώκονται και από τους μεγάλους καταναλωτές.
Οι μεν παραγωγοί έχοντας το προηγούμενο της κρατικής υποστήριξης (feed-in-tariff/premium) αλλά πιεζόμενοι και από τις Τράπεζες προσπαθούν μέσω των PPAs να εξασφαλίσουν μία ικανοποιητική μακροχρόνια απόδοση στην επένδυσή τους. Στην αγωνία τους για εξασφάλιση σταθερής τιμής, τόσο οι παραγωγοί, όσο και οι τράπεζες δείχνουν να υποτιμούν τον κίνδυνο του αντισυμβαλλόμενου (counterparty risk) σε μία τόσο μακροχρόνια συμφωνία.
Οι δε καταναλωτές, έχοντας στο μυαλό τους τις πρόσφατες υψηλές τιμές, ελπίζουν πως εξασφαλίζουν χαμηλό κόστος ενέργειας, ενώ στην πράξη εξασφαλίζουν σταθερές τιμές οι οποίες δεν είναι δεδομένο πως στην διάρκεια του χρόνου θα παραμείνουν ανταγωνιστικές .
Τέλος το κράτος (ο Μεγάλος Εξισορροπιστής) επίσης παρεμβαίνει ορίζοντας προτεραιότητες στην υλοποίηση έργων, βάσει σύναψης τέτοιων συμφωνιών PPA, και δη με συγκεκριμένες ομάδες.
Τα γεγονότα των προηγούμενων χρόνων όμως μπορεί να αποδειχθούν κακός οδηγός.
Οι απανωτές κρίσεις από την μία πλευρά φώτισαν κάποιες παραμέτρους οι οποίες είχαν τα προηγούμενα χρόνια αγνοηθεί (πχ risk management), αλλά έκρυψαν τις επιπτώσεις δομικών αλλαγών οι οποίες θα μας επηρεάσουν τα επόμενα χρόνια.
Η σημαντική αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, γίνεται εν μέρη εμφανής κάποιες ημέρες του χρόνου, αλλά το σημαντικά αυξημένο επίπεδο τιμών (λόγω υψηλού κόστους καυσίμων) δεν επέτρεψε να γίνει αισθητή σε μεγάλο βαθμό η επίδρασή τους.
Είναι πολύ πιθανό μεγάλος αριθμός αναλύσεων να υποτιμούν τις συνέπειες της συνεχούς διείσδυσης τους.
Οι υποδομές και τα έργα που γίνονται σαν απότοκο της κρίσης (LNG terminals, διασυνδέσεις κτλ), παρέχουν ασφάλεια σήμερα, αλλά μπορεί να αποτελέσουν λόγους περαιτέρω πίεσης των τιμών αν οι συνθήκες προσφοράς φυσικού αερίου ομαλοποιηθούν στο μέλλον.
Σημαντική υποχώρηση των τιμών θα διευκόλυνε τις συνθήκες για τους καταναλωτές, αλλά θα καθιστούσε πολλές από τις επενδύσεις, συμφωνίες, στρατηγικές, που υλοποιούνται σήμερα, βαθιά προβληματικές με αποτέλεσμα την επαναφορά όρων όπως «missing money problem» που συχνά αναφέρονταν την προηγούμενη δεκαετία, αλλά και την πίεση προς τον «Μεγάλο Εξισορροπιστή» για την λήψη μέτρων στήριξης, των παραγωγών αυτή την φορά ή καταναλωτών που έχουν δεσμευτεί με δυσβάστακτες μακροχρόνιες συμφωνίες.
Θα μπορούσε κανείς να πει πως στον αντίποδα των προαναφερθέντων, η αύξηση της ζήτησης, λόγω της ολοένα και μεγαλύτερης χρήσης της ηλεκτρικής ενέργειας στην θέρμανση, στις μετακινήσεις κτλ, θα απορροφήσει την αυξανόμενη προσφορά και θα διατηρήσει τις τιμές σε υψηλότερα επίπεδα.
Η μεταβολή της ζήτησης, όμως, είναι πιο σύνθετο φαινόμενο και θα βασιστεί στην οικονομική ανάκαμψη του ευρωπαϊκού χώρου, στην ανάπτυξη υποδομών (πχ για την ηλεκτροκίνηση) και στο κόστος των χρησιμοποιούμενων τεχνολογιών, ενώ είναι πιθανό πως κάποιες βιομηχανικές δραστηριότητες (πχ παραγωγή λιπασμάτων) που έχουν διακοπεί δεν θα επανέλθουν.
Σαν συμμετέχοντες ερχόμαστε λοιπόν να απαντήσουμε σε ερωτήματα για τα οποία μικρή υποστήριξη μπορούμε να πάρουμε από το παρελθόν. Είναι επίσης μάλλον ανέφικτο να μεταφέρουμε όλη την αβεβαιότητα σε κάποιον άλλο, γιατί ακόμη κι αν κάποιος είναι διατεθειμένος να την αναλάβει (πχ το κράτος) είναι σχεδόν βέβαιο πως όταν έρθει αντιμέτωπος με την δύσκολη πραγματικότητα θα αναγκαστεί να υπαναχωρήσει ή θα προσπαθήσει να μεταφέρει ένα υπέρογκο κόστος στο κοινωνικό σύνολο.
Στο άρθρο αυτό δεν προσπαθούμε να προβλέψουμε τις τιμές, ή τις συνθήκες αγοράς των επόμενων χρόνων (παραφράζοντας άλλωστε και το γνωστό ρητό στον χώρο μας: «The quickest way to make a fool of yourself is to predict the price of electricity»), αλλά να τονίσουμε πως δεν είναι αυτές των προηγούμενων που θα τις καθορίσουν.
Κάθε συμμετέχων στην δύσκολη αυτή αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να αντιληφθεί τον ρόλο του, να αναλάβει τα ρίσκα που του αναλογούν και να προσπαθήσει να τα διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο, χρησιμοποιώντας τα μαθήματα του παρελθόντος, αλλά κυρίως κοιτώντας το μέλλον και χρησιμοποιώντας την δημιουργική ικανότητα του πνεύματος, την φαντασία του.
Ο κ. Ηρόδοτος Αντωνόπουλος είναι πρόεδρος του ΕΣΕΠΗΕ και Manager - Energy Management & Trading Department της MORE Energy
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες στον ενεργειακό τομέα το 2024.