Η ενηλικίωση του κλάδου των ΑΠΕ μπορεί να οδηγήσει σε ένα πιο ώριμο, ανθεκτικό και δίκαιο ενεργειακό πλαίσιο
του Ιωάννη Παπαδόπουλου

Η ενηλικίωση του κλάδου των ΑΠΕ μπορεί να οδηγήσει σε ένα πιο ώριμο, ανθεκτικό και δίκαιο ενεργειακό πλαίσιο

23 12 2024 | 14:37

Το 2024 υπήρξε ένα σημείο καμπής για τον κλάδο της ενέργειας και ειδικά για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) στην Ελλάδα, καθώς η αγορά ήρθε αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα, η οποία περιλαμβάνει σημαντικές δομικές αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας της. Σε κάποιο βαθμό, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια απότομη «ενηλικίωση» του κλάδου, καθώς μεταβαίνουμε σε ένα περιβάλλον μειωμένης στήριξης των ΑΠΕ και αυξημένου ρίσκου για νέα και υφιστάμενα έργα.

Αυτό σηματοδοτήθηκε από τη μετάβαση από τα γνωστά, σχετικά προβλέψιμα πλαίσια στήριξης – όπως οι εγγυημένες τιμές για έργα ανεξάρτητης παραγωγής με FiP και το net metering – σε ένα νέο, πιο αβέβαιο πλαίσιο, με απευθείας έκθεση στις διακυμάνσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Το τέλος του μοντέλου της ανεξάρτητης παραγωγής με εγγυημένες τιμές για μικρομεσαίους επενδυτές – είτε στο δίκτυο διανομής είτε στο σύστημα μέσω clusters – η αντικατάσταση του net metering από το net billing, οι αυξανόμενες περικοπές και η βεβιασμένη προώθηση εγκατάστασης συστημάτων τηλεποπτείας και τηλεδιαχείρισης σε μικρά έργα στο δίκτυο διανομής, παράλληλα με την απουσία στήριξης σε κατηγορίες έργων που παλαιότερα παρείχαν οικονομική «ασφάλεια», έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: ο κλάδος δεν μπορεί πλέον να βασιστεί σε εγγυημένες, σταθερές αποδόσεις, ακόμα και για έργα μικρής κλίμακας, όπως μια οικιακή φωτοβολταϊκή εγκατάσταση.

Παράλληλα, το 2024 ανέδειξε με ξεκάθαρο τρόπο τα όρια της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και των ΑΠΕ. Οι αυξανόμενες περικοπές παραγωγής και ο κορεσμός των δικτύων σε πολλές περιοχές ανέδειξαν ότι η περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου απαιτεί σημαντική ένταξη συστημάτων αποθήκευσης και αναβάθμιση των υποδομών των δικτύων.

Είδαμε, επίσης, τη σημαντική επίδραση των ΑΠΕ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αυτή αποτυπώθηκε από την έντονη διακύμανση των τιμών, τόσο σε ημερήσια όσο και σε εποχική βάση. Μηδενικές ή πολύ χαμηλές τιμές κατά τις ώρες αιχμής των φωτοβολταϊκών και γενικά σε περιόδους υψηλής διείσδυσης των ΑΠΕ, αλλά και δυσανάλογα υψηλές τιμές σε off-peak ώρες, οδήγησαν τη χονδρεμπορική αγορά σε επίπεδα αρκετά πάνω από το εύλογο οριακό κόστος ηλεκτροπαραγωγής από θερμικές μονάδες.

Ο κλάδος προχωράει

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν μια έντονα ανταγωνιστική και δυναμική πραγματικότητα για τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των ΑΠΕ, οι οποίοι μπήκαν σε έναν κόσμο όπου η απόδοση δεν είναι πλέον δεδομένη. Ωστόσο, αυτή η «ενηλικίωση» δεν είναι απαραίτητα αρνητική. Αντιθέτως, είναι ένα μήνυμα ότι ο κλάδος προχωράει, ωριμάζει και γίνεται πιο ανθεκτικός. Ναι, υπάρχει αβεβαιότητα και οι επενδυτικοί κίνδυνοι αυξάνονται. Υπάρχουν όμως και ευκαιρίες για όσους σταθμίσουν σωστά το επιχειρηματικό και επενδυτικό ρίσκο και προσαρμοστούν γρήγορα στα νέα δεδομένα. Θα πρέπει, ωστόσο, και το πλαίσιο να διαμορφωθεί με τρόπο που να επιτρέπει σε αυτούς που αναλαμβάνουν το επιχειρηματικό και επενδυτικό ρίσκο να διεκδικήσουν και μεγαλύτερες αποδόσεις.

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να μετατρέψουμε αυτή τη νέα πραγματικότητα σε ευκαιρία, ισότιμα προς όλους, χρειάζεται τη νέα χρονιά να προωθηθούν μια σειρά από δομικές αλλαγές, σημαντικό μέρος των οποίων αφορά την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και τις δυνατότητες αξιοποίησής της από μικρά και μεγάλα έργα.

Αποθήκευση

Η αποθήκευση αποτελεί κομβικό σημείο, καθώς παρέχει στις μονάδες ΑΠΕ την ευελιξία που χρειάζονται ώστε να μπορούν να σταθούν στις αγορές ενέργειας και να αντεπεξέλθουν στις μεγάλες διακυμάνσεις που παρατηρούνται κατά τη μετάβαση σε μια πλήρως ελεύθερη - και αναπόφευκτα κερδοσκοπική αγορά-, όπως προβλέπεται από το target model. Χωρίς το όπλο της ευελιξίας, οι εκτεθειμένοι στην ελεύθερη αγορά μικρομεσαίοι επενδυτές ΑΠΕ, ιδιαίτερα στα φωτοβολταϊκά, είτε είναι ανεξάρτητοι παραγωγοί είτε αυτοκαταναλωτές, θα είναι όμηροι της στοχαστικότητας των ΑΠΕ και, συνεπακόλουθα, των ευέλικτων θερμικών μονάδων των καθετοποιημένων εταιρειών ενέργειας.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα και, ενδεχομένως, επενδυτική στήριξη εκεί όπου οι λύσεις είναι άμεσα εφαρμόσιμες και μπορούν να αποδώσουν γρήγορα. Η προώθηση της αποθήκευσης πρέπει να εστιάσει στη behind-the-meter αποθήκευση σε υφιστάμενα και νέα έργα ΑΠΕ, τα οποία είναι και αυτά που πρακτικά δημιουργούν το πρόβλημα της αυξημένης διείσδυσης σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Τα έργα αυτά έχουν ήδη εξασφαλίσει τον απαιτούμενο ηλεκτρικό χώρο και διαθέτουν τις υποδομές σύνδεσης με τα δίκτυα, τις οποίες αξιοποιούν μόνο κατά ένα μικρό ποσοστό στη διάρκεια του 24ώρου.

Επιπλέον, είναι αυτά που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα των περικοπών. Η έγκαιρη ενσωμάτωση αποθήκευσης στις υφιστάμενες και νέες εγκαταστάσεις μπορεί να μειώσει άμεσα τις απώλειες πράσινης ενέργειας, να προστατεύσει τις επενδύσεις και να ενισχύσει τη συνολική ευστάθεια του συστήματος. Αντιθέτως, η προώθηση μεγάλης κλίμακας stand-alone σταθμών αποθήκευσης δεν θα μπορέσει – για διάφορους λόγους – να εντάξει εγκαίρως στο σύστημα την προδιαγεγραμμένη αποθήκευση ισχύος 1GW εντός του 2025, ώστε να περιοριστούν οι περικοπές και να ισορροπήσει η αγορά, παρά την άμεση επενδυτική στήριξη που θα λάμβαναν τα έργα αυτά. Οι πρόσφατες παρεμβάσεις δείχνουν ότι η Πολιτεία έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται την ανάγκη επανεξέτασης της κατεύθυνσης της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Είναι επίσης σημαντικό να ενεργοποιηθεί άμεσα ο μηχανισμός αντιστάθμισης των τεχνικών περικοπών των ΑΠΕ από τους διαχειριστές, ο οποίος θα καλύψει το κενό που θα υπάρξει μέχρι την ανάπτυξη των απαιτούμενων έργων αποθήκευσης και την υλοποίηση των υποδομών τηλεποπτείας και τηλεδιαχείρισης που απαιτούνται για την πλήρη εφαρμογή των προγραμμάτων αγοράς από όλους τους σταθμούς χωρίς προτεραιότητα κατανομής. Οι παραγωγοί, οι οποίοι έχουν επενδύσει σε έργα υπό συγκεκριμένους όρους, βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με απώλειες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί – ή τουλάχιστον να περιοριστούν – αν μπορούσαν να τηρηθούν πλήρως τα προγράμματα αγοράς και αν είχε προωθηθεί εγκαίρως η ένταξη της αποθήκευσης στην αγορά. Συνεπώς, είναι δίκαιο και απαραίτητο να υπάρξει ένας μηχανισμός που θα αντισταθμίζει αυτές τις απώλειες, έως ότου περιοριστούν οι τεχνικές περικοπές και δοθούν τα κατάλληλα εργαλεία στους, κατά κανόνα, μικρομεσαίους επενδυτές για να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους.

Αυτοπαραγωγή

Στη νέα χρονιά θα δούμε επίσης και τα πρώτα έργα net-billing. Η αυτοκατανάλωση δεν είναι απλώς μια λύση για τη μείωση του κόστους ενέργειας, αλλά και ένα εργαλείο για την αντιμετώπιση του συγκεντρωτισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση. Το νέο πλαίσιο για την αυτοκατανάλωση κινείται στη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης.

Μια από αυτές, είναι η βελτίωση του ρυθμιστικού και αδειοδοτικού πλαισίου για μικρές και μεσαίες μονάδες αποθήκευσης αυτοκαταναλωτών, ακόμα και ως stand-alone behind-the-meter συστήματα, τα οποία θα αξιοποιούν τα δυναμικά «πορτοκαλί» τιμολόγια. Αυτή η προσέγγιση θα ξεκλειδώσει το πραγματικό δυναμικό της αποθήκευσης, δίνοντας σε οικιακούς και βιομηχανικούς καταναλωτές τη δυνατότητα πρόσβασης σε χαμηλές τιμές κατά τις περιόδους μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ.

Η δυνατότητα των μικρών και μεσαίων αυτοκαταναλωτών να προσφέρουν ευελιξία, να αποθηκεύουν και να διαχειρίζονται την ενέργεια που παράγουν πρέπει να υποστηριχθεί θεσμικά και οικονομικά. Η προώθηση του demand response και η εισαγωγή νέων μορφών αποζημίωσης για την ευελιξία στην κατανάλωση μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο. Με δυναμικά τιμολόγια και έξυπνες λύσεις διαχείρισης φορτίου σε συνδυασμό με αποθήκευση, οι καταναλωτές – ιδιαίτερα οι βιομηχανικοί και εμπορικοί – θα αποκτήσουν την ικανότητα να ανταποκρίνονται στις διακυμάνσεις της αγοράς, μειώνοντας το ενεργειακό τους κόστος και ενισχύοντας την ευστάθεια του συστήματος.

Τα εξαγγελθέντα στοχευμένα μέτρα στήριξης της αυτοκατανάλωσης για βιομηχανικούς καταναλωτές πρέπει να προχωρήσουν χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις, καθώς διαφορετικά θα αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα για την αγορά. Παράλληλα, η άμεση αναβάθμιση του Δικτύου διανομής, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές περιοχές, είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Χωρίς την αναβάθμιση των υποδομών του ΔΕΔΔΗΕ, οι βιομηχανικοί καταναλωτές δεν θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν το μεγάλο δυναμικό των ΑΠΕ, ώστε να μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους, αφήνοντας έτσι ανεκμετάλλευτη μια κρίσιμη ευκαιρία.

Αντίστοιχα, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω μέτρα στήριξης των οικιακών αυτοκαταναλωτών, πέρα από τις φοροαπαλλαγές, με κυριότερο τη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ, δεδομένου ότι, λόγω της δυνατότητας συμψηφισμού στις επιχειρήσεις, οι οικιακοί καταναλωτές είναι η μοναδική κατηγορία που επιβαρύνεται πραγματικά με αυτόν.

Η επόμενη μέρα

Σημαντικό είναι, ωστόσο, να δούμε και την επόμενη μέρα της αγοράς, πέρα από το 2025, καθώς στη νέα χρονιά πρέπει να τεθούν οι βάσεις για τα επόμενα έτη. Η πλατφόρμα διμερών συμβολαίων εκτιμάται ότι θα κάνει ντεμπούτο το 2025 και αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς τα μακροχρόνια διμερή συμβόλαια είναι απαραίτητα τόσο για τις ΑΠΕ όσο και για την ομαλή λειτουργία της αγοράς χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις. Επίσης, μπορούν να συμβάλουν στην εποπτεία της χονδρεμπορικής αγοράς, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια και τη δίκαιη λειτουργία του κλάδου με συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.

Στη μετάβαση προς την επόμενη μέρα, πρέπει να τεθεί το πλαίσιο για αγορές ευελιξίας και για τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι τεχνολογίες grid-forming από μονάδες ΑΠΕ με αποθήκευση. Η αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ και η μείωση της συμμετοχής των θερμικών μονάδων στο ενεργειακό μείγμα, που έως σήμερα διασφαλίζουν τη σταθερότητα του συστήματος, δημιουργούν νέες προκλήσεις. Τεχνολογίες grid-forming και grid-support, που επιτρέπουν σε συστήματα ΑΠΕ με αποθήκευση να παρέχουν στήριξη τάσης και συχνότητας, μπορούν να αποτελέσουν το θεμέλιο για μια μελλοντική αποκεντρωμένη ενεργειακή αρχιτεκτονική βασισμένη 100% στις ΑΠΕ.

Η δημιουργία ενός πλαισίου συμμετοχής των μονάδων ΑΠΕ με αποθήκευση σε μηχανισμούς αποζημίωσης για την προσφορά ευελιξίας είναι μονόδρομος. Αυτό το μοντέλο θα εξασφαλίσει την ομαλή και ασφαλή λειτουργία του συστήματος, υποκαθιστώντας σταδιακά τις θερμικές μονάδες, που σήμερα παρέχουν τις υπηρεσίες σταθερότητας. Ταυτόχρονα, θα λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στην αναπόφευκτη αύξηση των συστημάτων αυτοκατανάλωσης αλλά και των on/off-grid συστημάτων, που αυξάνουν τους κινδύνους αποσταθεροποίησης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης παραγωγής με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ.

Η συνδυαστική αξιοποίηση αυτών των λύσεων δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά και σχεδιαστικής προτεραιότητας: πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η επόμενη μέρα θα είναι συμβατή με τις απαιτήσεις ενός πλήρως αποκεντρωμένου ενεργειακού συστήματος, το οποίο θα ενσωματώνει διαφορετικούς παίκτες και τεχνολογίες χωρίς να θυσιάζει τη σταθερότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού.

Είναι βέβαιο ότι το 2025 θα φέρει μια νέα σελίδα για τις ΑΠΕ, με αρκετές προκλήσεις. Όμως, με προσεκτικό σχεδιασμό και στοχευμένες παρεμβάσεις, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι η «ενηλικίωση» του κλάδου θα μας οδηγήσει σε ένα πιο ώριμο, ανθεκτικό και δίκαιο ενεργειακό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που θα διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για μικρούς και μεγάλους επενδυτές, θα προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη, θα εγγυάται τη σταθερότητα, θα βελτιστοποιεί την αποδοτικότητα και θα ενισχύει την ενεργό συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
 

Ο κ. Ιωάννης Παπαδόπουλος είναι COO της εταιρείας Engaia

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress: Η αγορά των ΑΠΕ μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα – Φόβοι και προσδοκίες από τη νέα χρονιά

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM