Η ενεργειακή διάσταση της ρωσοτουρκικής αντιπαράθεσης
του δρ.Κωνσταντίνου Φίλη

Η ενεργειακή διάσταση της ρωσοτουρκικής αντιπαράθεσης

06 12 2015 | 16:50

Οι σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας έχουν εισέλθει σε νέα φάση. Η πρώτη δεν θα αφήσει αναπάντητη την κατάρριψη του μαχητικού της, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που στοίχισε τη ζωή σε ένα πιλότο. Ήδη έχουν εκκινήσει μία σειρά αντιποίνων στον εμπορικό τομέα, με τα σενάρια για διακοπή ενεργειακών projects, όπως ο Turkish Stream να λαμβάνουν σάρκα και οστά. Προσώρας, δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο με τη συμφωνία για την κατασκευή εργοστασίου παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. 

Αυτή η εξέλιξη έχει την εξήγηση της: ο μεν αγωγός φυσικού αερίου είχε περιορισμένες προοπτικές υλοποίησης και αντιμετώπιζε ήδη σειρά εμποδίων, το δε πυρηνικό εργοστάσιο αποτελεί μία τεράστια επένδυση με αντίστοιχα οφέλη για τις ρωσικές εταιρείες. Στην πρώτη περίπτωση η διακοπή ίσως είναι οριστική, στη δεύτερη, αν αποφασιζόταν, μάλλον προσωρινή.

Η κατάσταση αυτή τη στιγμή είναι ιδιαίτερα τεταμένη, ωστόσο, ορισμένες από τις αποφάσεις δύνανται να τροποποιηθούν ανάλογα με τις εξελίξεις, καθώς την τελευταία δεκαετία οι οικονομικοί και ενεργειακοί δεσμοί έχουν ισχυροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε τυχόν διατήρηση της κρίσης θα έχει αρνητικές συνέπειες σε πολλά επίπεδα. 

Ας σταθούμε, όμως, στο φυσικό αέριο, καθότι η αλληλεξάρτηση είναι αξιοσημείωτη. Από τα σχεδόν 40 δις κ.μ. αερίου που καταναλώνει η Τουρκία ετησίως, τα 26 δις κ.μ. προέρχονται από τη Ρωσία. Με την υλοποίηση της πρώτης φάσης του Turkish Stream, επιπλέον 16 δις κ.μ. θα διοχετεύονταν στην τουρκική αγορά, με στόχο εντός δεκαετίας η  Gazprom να τροφοδοτούσε την τουρκική αγορά με 45+ δις κ.μ. από τα 70 δις κ.μ., σε μία εκρηκτική αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης. 

Πλέον, αυτές οι εκτιμήσεις αναθεωρούνται για δύο λόγους: οι ρυθμοί της τουρκικής οικονομίας έχουν επιβραδυνθεί άρα είναι αρκετά πιθανό οι ανάγκες της να απομειωθούν σημαντικά και το κυριότερο, με την αναστολή των προπαρασκευαστικών εργασιών του Turkish Stream, απομακρύνεται αισθητά το ενδεχόμενο επιπρόσθετων εισαγωγών από τη Ρωσία. 

Η «τύχη» του Turkish Stream και οι αυξημένες πιθανότητες για επέκταση του Nord Stream

Ως προς το εν λόγω έργο, ήρθε στην επιφάνεια κατόπιν της άρνησης ΕΕ και Βουλγαρίας να αποδεχθούν τη συμφωνία του South Stream. 

Η Μόσχα, θέλοντας να δείξει την αποφασιστικότητά της να παρακάμψει το προβληματικό Κίεβο, προώθησε την αντικατάσταση του αγωγού Νοτίου Ρεύματος, παραβλέποντας τα ρίσκα που αυτό συνεπαγόταν. Πιο συγκεκριμένα, το μειωμένο ενδιαφέρον από πλευράς πελατών, η συμμετοχή κρατών με περιορισμένη εμβέλεια και επιρροή στα κέντρα λήψης αποφάσεων, το κόστος κατασκευής, οι σαφώς μικρότερες ποσότητες προς διάθεση, καθώς και ο κομβικός ρόλος της απρόβλεπτης Τουρκίας, ήταν μερικοί από τους λόγους προβληματισμού. 

Μάλιστα, πριν την ανακοπή του, ο Turkish Stream «έμπαζε νερά», είτε λόγω απροθυμίας συμμετοχής FYROM και Σερβίας (ενώ βρισκόντουσαν στον αρχικό σχεδιασμό), είτε γιατί η Τουρκία επιχείρησε να συνδέσει την πρόοδο του με τις εν εξελίξει διαβουλεύσεις με τη Ρωσία γύρω από τις τιμές φυσικού αερίου, είτε εξαιτίας της πτώσης των τιμών του πετρελαίου που το επιβάρυναν οικονομικά, και ειδικότερα λόγω των ενστάσεων και αντιστάσεων εντός της ΕΕ σχετικά με την αναγκαιότητα υλοποίησής του.     

Η απόφαση της Ρωσίας να επεκτείνει τις κυρώσεις και στο εν λόγω project, δεδομένης και της πολεμικής, που έχει πάρει προσωπικά χαρακτηριστικά μεταξύ των δύο προέδρων (κίνδυνος εκτροπής της κατάστασης, αν λάβουμε υπόψη τον υπερσυγκεντρωτικό τρόπο διακυβέρνησης τους), κλονίζει την εμπιστοσύνη εκατέρωθεν σε έναν ευαίσθητο και αμοιβαία επωφελή τομέα, όπως της ενέργειας, ενώ εύλογα υποχρεώνει και τα δύο μέρη να αναζητήσουν εναλλακτικές διαχείρισης των νέων δεδομένων. 

Η μεν Ρωσία θα στρέψει το βλέμμα της εξ’ ολοκλήρου στην επέκταση του Nord Stream, ενός project  που όχι μόνο την φέρνει απευθείας (με υποθαλλάσιο αγωγό στην καρδιά της Ευρώπης και κατόπιν τη διασυνδέει μέσω δύο αγωγών (OPAL & NEL) με τις πλέον ώριμες αγορές της Γηραιάς Ηπείρου, αλλά εξαιτίας της στήριξης που έχει λάβει από ενεργειακούς κολοσσούς, όπως η Shell και η BASF και της συνακόλουθης πολιτικής, μπορεί ευκολότερα να ξεπεράσει τα όποια εμπόδια/αντιρρήσεις τεθούν από κάποια κράτη-μέλη της ΕΕ. 

Παράλληλα, η σχετική –έστω και αργή- αποκλιμάκωση στην Ουκρανία, δεν αποκλείεται να συνοδευθεί από κινήσεις καλής θέλησης (η σχεδόν άτεγκτη μέχρι σήμερα στάση της Μόσχας της δίνει μεγάλα περιθώρια ελιγμών), στις οποίες ενδέχεται να ενταχθεί και η διατήρηση χρήσης μικρότερου μέρους του ουκρανικού δικτύου, όχι, πάντως, η πλήρης κατάργηση του. 

Οι εναλλακτικές της Τουρκίας, το Κυπριακό και η ανατολική Μεσόγειος
Η Τουρκία, από την πλευρά της, βρίσκεται σε δυσχερέστερη θέση, εφόσον προμηθεύεται φυσικό αέριο από όλες τις πηγές, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας, σε υψηλές τιμές. Τώρα, εύλογα θα αναζητήσει περαιτέρω διαφοροποίηση και εισαγωγή μεγαλύτερων ποσοτήτων από προμηθευτές, όπως το Αζερμπαϊτζάν αλλά και το Κατάρ (το τελευταίο τη στηρίζει με διάφορους τρόπους εδώ και καιρό), εκκινώντας, ωστόσο, από θέση αδυναμίας τις διαπραγματεύσεις. 

Θετικό στοιχείο για την Άγκυρα αποτελούν οι μειωμένες τιμές παγκοσμίως, εντούτοις, η έλλειψη διασυνδέσεων στο εσωτερικό της δυσκολεύει την προσπάθεια εξασφάλισης καλύτερης τιμής. Υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων, η Τουρκία πιθανότατα να βλέπει στη λύση του Κυπριακού την πρόσβαση της στους υδρογονάνθρακες της ανατολικής Μεσογείου. Ο Ερντογάν προσβλέπει στη δορυφοροποίηση της Μεγαλονήσου, ποντάροντας στην ευαίσθητη συγκυρία, όπου η επίλυση μίας χρόνιας σύγκρουσης θα «ανακουφίσει» το μεγαλύτερο κομμάτι του διεθνούς παράγοντα, προκειμένου να καλύψει το χαμένο έδαφος, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα απείχε από τις ενεργειακές διεργασίες. 

Ασφαλώς, προϋπόθεση για την εμπλοκή της αποτελεί η αποκατάσταση των σχέσεων με Ισραήλ και Αίγυπτο και με τις δύο περιπτώσεις να μοιάζουν ιδιαίτερα δύσκολες. Από καθαρά εμπορική σκοπιά, η γειτνίαση με μία μεγάλη και διψασμένη αγορά, δεν μπορεί να αγνοηθεί –ιδίως από τις εταιρείες- και ακριβώς εκεί αποσκοπεί η Άγκυρα για να υπερβεί τις έντονες επιφυλάξεις εκ μέρους των ηγεσιών του Τελ Αβίβ και του Καϊρου.   

Κοντολογίς, τυχόν ουσιαστική και παρατεταμένη διάρρηξη των διμερών σχέσεων Ρωσίας-Τουρκίας δεν μπορεί παρά να επηρεάσει αρνητικά και την ενεργειακή διάσταση αυτών. Κατά πόσο και ποιος θα ωφεληθεί ή θα ζημιωθεί και μέχρι ποιου σημείου δύνανται να φέρουν τα δύο μέρη την αντιπαράθεση θα φανεί το επόμενο διάστημα. Πολλές φορές, άλλωστε, οι συγκρούσεις για λόγους τιμής υπερβαίνουν την ορθολογική σκέψη. Αντέχουν Μόσχα και Άγκυρα να πράξουν το ίδιο;

* του Δρ. Κωνσταντίνου Φίλη, Διευθυντή Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων

(protothema.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM