Η δημιουργία του πρώτου Εθνικού Συμβουλίου Ενέργειας και ο ρόλος του Ηλία Γυφτόπουλου
Οι όροι «ενεργειακή πολιτική» και «εθνική ενεργειακή στρατηγική» είναι γέννημα και θρέμμα της πρώτης κρίσης πετρελαίου του 1973. Μέχρι τότε αναφέρονταν κατά καιρούς οι όροι «πετρελαϊκή πολιτική», «πολιτική εξηλεκτρισμού», ακόμη και «πολιτική άνθρακα και χάλυβα», δεν ακούγονταν όμως ο όρος «ενεργειακή στρατηγική». Οι πιο πολλοί εθνικοί ή παγκόσμιοι οργανισμοί που σήμερα περιέχουν τον όρο ενέργεια, δεν είχαν ακόμη ιδρυθεί ενώ Υπουργείο Ενέργειας υπήρχε σε μία μόνο χώρα. Κανείς, τέλος, δεν ασχολείτο με την εξοικονόμηση ενέργειας αλλά αντίθετα, η αυξημένη κατανάλωση ήταν επιθυμητή αφού αποτελούσε μέτρο του βαθμού οικονομικής ευημερίας.
Με το πετρέλαιο στα δύο δολάρια το βαρέλι, το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία (με ελάχιστες εξαιρέσεις), για τη γεωργία, τις λοιπές επιχειρήσεις ή τον ιδιώτη καταναλωτή, αποτελούσε ένα μικρό έως αμελητέο τμήμα του συνολικού κόστους λειτουργίας ή διαβίωσης, για αυτό και η ενέργεια δεν θεωρείτο αντικείμενο στρατηγικής σημασίας. Ο απότομος τετραπλασιασμός της τιμής του αργού πετρελαίου που ακολουθήθηκε από δεκαπλασιασμό και στη συνέχεια άγγιξε τον εκατονταπλασιασμό, ανάγκασε τις κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο να αναγνωρίσουν ότι η επιλογή του μίγματος των μορφών ενέργειας και η κατανομή τους στους διάφορους κλάδους της κατανάλωσης, έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο ενιαίας μελέτης και συγκροτημένης στρατηγικής.
Την ανάγκη δημιουργίας ενός οργάνου που να αντιμετωπίζει ενιαία και σφαιρικά τον τομέα της ενέργειας, πρώτος συνειδητοποίησε στην Ελλάδα ο τότε Διοικητής της ΔΕΗ καθηγητής του ΕΜΠ Μιχάλης Αγγελόπουλος ο οποίος μετέφερε τον προβληματισμό του στον Αναπληρωτή Υπουργό Συντονισμού Γιάννη Μπούτο και στον Οικονομικό Σύμβουλο του Πρωθυπουργού Γιώργο Σπέντσα. Οι τρεις άνδρες αναζήτησαν την κατάλληλη μορφή που έπρεπε να πάρει ένα τέτοιο όργανο και κατέληξαν στην επιλογή ενός υψηλού επιπέδου Εθνικού Συμβουλίου με αρμοδιότητα τη διατύπωση τεκμηριωμένης άποψης για την ακολουθητέα ενεργειακή στρατηγική. Ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας έγινε ο Υπουργός Συντονισμού Παναγής Παπαληγούρας ο οποίος και την εισηγήθηκε στον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Ο ίδιος ο Καραμανλής αναγνώριζε ότι η αντιμετώπιση του ενεργειακού προβλήματος απαιτούσε μια προσέγγιση που να υπερβαίνει τις γνώσεις και εμπειρίες που διέθετε τότε το Ελληνικό κατεστημένο. Είχε επίγνωση ότι το έργο διάφορων «συμβουλίων σοφών» που κατά καιρούς είχαν συσταθεί στην Ελλάδα, είχε υπάρξει αναποτελεσματικό. Έβλεπε ότι ένα όργανο ικανό για την αντιμετώπιση του ενεργειακού, απαιτούσε συνδυασμό γνώσης των τελευταίων τεχνολογικών εξελίξεων, των διεθνών οικονομικών δυνάμεων και επιρροών και των συστημάτων αποτελεσματικής διοικήσεως. Καταλάβαινε επίσης ότι θα ήταν χρήσιμο να υπήρχε στην κορυφή αυτού του οργάνου ένα πρόσωπο με κύρος που να προσελκύει τους αριστούχους ως υφιστάμενους συνεργάτες και ως τέτοιο πρόσωπο δέχθηκε τον καθηγητή του ΜΙΤ Ηλία Γυφτόπουλο.
Ο Ηλίας Γυφτόπουλος, διεθνούς κύρους ήδη επιστήμων, παρέμενε σε όλη του τη ζωή υπερήφανος για την καταγωγή από τη Στεμνίτσα της Αρκαδίας και για το ξεκίνημά του ως μικρό μπακαλόπαιδο. Εκεί, στην ταβέρνα-παντοπωλείο του πατέρα του κυρ Παναή στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα, η ικανότητα του «μικρού γαλανομάτη» να προσθέτει το λογαριασμό ενώ γέμιζε το καλάθι με τα ψώνια, είχε εντυπωσιάσει τους πελάτες του παντοπωλείου και αυτοί, με πολλούς εξέχοντες Αθηναίους ανάμεσά τους, ενεθάρρυναν τον πατέρα να αναπτύξει μεγάλες φιλοδοξίες για το μέλλον του γιού του.
Έτσι, ο Ηλίας δεν πήγε σε ένα από τα σχολεία της γειτονιάς αλλά στο σπουδαίο Πειραματικό Σχολείο, το Βαρβάκειο, πέρασε από το γνωστό φροντιστήριο της εποχής, του Κανέλλου, και μπήκε στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο όπου, κατά την υπ’ αριθ.πρωτ. 2747/1953 βεβαίωση «κατά τάς είσαγωγικάς έξετάσεις καί κατά τήν Πρώτην, Δευτέραν καί Τετάρτην τάξιν φοίτησίν του ἦλθεν πρώτος κατά σειράν έπιτυχίας κατά τάς προαγωγικάς έξετάσεις μεταξύ τῶν σπουδαστῶν ἑκάστης τάξεως εἰς ἥν φοιτᾶ».
Μετά το Πολυτεχνείο, χάρη στην ευεργεσία ενός Στεμνιτσιώτη στην καταγωγή ιερέα, ο Ηλίας έγινε δεκτός ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΜΙΤ. Η λέξη «απογείωση» είναι η πιο κατάλληλη για να περιγράψει την ακαδημαϊκή εξέλιξή του στο κορυφαίο αυτό Ινστιτούτο όπου, αφού πήρε τα πτυχία μάστερ και διδακτορικό, ανέβηκε γρήγορα τις βαθμίδες της καθηγητικής ιεραρχίας και έφθασε στον πλήρη τίτλο του Καθηγητή Πυρηνικής Τεχνολογίας.
Ο Γυφτόπουλος δεν ήταν στην αρχή της σταδιοδρομίας ειδήμων στην ενέργεια γενικά, αλλά ειδικευμένος στην πυρηνική τεχνολογία. Πίστευε στη χρησιμότητα της ατομικής ενέργειας, παρόλο ότι είχε επίγνωση των κινδύνων της, για αυτό άλλωστε η κυριότερη επιστημονική συνεισφορά του ήταν στο θέμα της ασφάλειας των αντιδραστήρων. Η κρίση του 1973 ήταν αυτή που διεύρυνε τα ενδιαφέροντά του στο γενικότερο ενεργειακό πρόβλημα, του οποίου γρήγορα έγινε βαθύς γνώστης και υπήρξε ένας από τους πρώτους συγγραφείς ειδικού βιβλίου για την χρήση της ενέργειας στη βιομηχανία.
Η ανάληψη της προεδρίας του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργείας δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Γυφτόπουλος προσπαθούσε «να σώσει την Ελλάδα» όπως συχνά του έλεγα χαριτολογώντας. Πριν ακόμη εδραιωθεί στην θέση του στο ΜΙΤ, του είχαν γίνει προτάσεις επαναπατρισμού και ανάληψης έδρας καθηγητή στο ΕΜΠ ή της Διεύθυνσης του Δημόκριτου. Ακολούθησε μια επίμονη προσπάθεια κατά την οποία έπεισε το Κέντρο Διεθνών Σπουδών του ΜΙΤ να αναλάβει την εκπόνηση μελέτης για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Τότε είχε γνωρίσει τον Καραμανλή και τον Μπούτο, είχε συνεργαστεί με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Γεράσιμο Αρσένη, αλλά η προσπάθεια δεν καρποφόρησε λόγω απροθυμίας της Ελληνικής Κυβέρνησης.
Είχε αργότερα προσπαθήσει να προωθήσει την ιδέα να εγκατασταθεί στην Ελλάδα το Διεθνές Τεχνολογικό Ινστιτούτο που συζητούσε το ΝΑΤΟ να δημιουργηθεί στην Ευρώπη κατά το πρότυπο του ΜΙΤ. Η Βασίλισσα Φρειδερίκη του είχε αναθέσει μελέτη για την οργάνωση του Δημόκριτου και είχε μάλιστα δυσαρεστηθεί μαζί του επειδή δεν δέχθηκε να διαγράψει κάποια πρόταση η οποία δεν συμφωνούσε με τις δικές της απόψεις. Του είχε γίνει πρόταση επαναπατρισμού και ανάληψης υψηλών θέσεων από τον συνταγματάρχη-πρωθυπουργό Παπαδόπουλο, την οποία ούτε δέχθηκε να συζητήσει. Αυτή τη φορά όμως δέχθηκε με ενθουσιασμό και αφιέρωσε όλες τις φυσικές και πνευματικές του δυνάμεις στη θέση του Προέδρου του ΕΣΕ, η οποία άλλωστε δεν απαιτούσε μόνιμο επαναπατρισμό του.
Στο Συμβούλιο κρίθηκε σκόπιμη η συμμετοχή προσώπων προερχόμενων από δημόσιους φορείς όπου υπήρχε σχετική τεχνογνωσία καθώς και ένας αριθμός έμπειρων με το αντικείμενο ιδιωτών. Υπογραμμίζω τις λέξεις «προερχόμενων από» που χρησιμοποιήθηκε στο Νόμο αντί του καθιερωμένου «οριζόμενων από» επειδή χάρη σε αυτή τη διατύπωση, μπόρεσαν να γίνουν αξιοκρατικές επιλογές και αποφεύχθηκε η συγκρότηση ενός Συμβουλίου που θα αποτελείτο από τους ευνοούμενους του κάθε Υπουργού ή Διοικητού.
Ο Νόμος περί δημιουργίας του Ε.Σ.Ε. δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 146/19.07.1975 και προέβλεπε, εκτός από την Ολομέλεια του Συμβουλίου, μια 4μελή Εκτελεστική Επιτροπή και μια Επιστημονική Γραμματεία της οποίας προϊστάμενος επελέγη ο γράφων. Χαρακτηριστικό των αξιοκρατικών κριτηρίων με τα οποία συγκροτήθηκε η Επιστημονική Γραμματεία είναι το γεγονός ότι από τα στελέχη της, τέσσερις έγιναν αργότερα Πανεπιστημιακοί Καθηγητές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ένας Διευθυντής της Εθνικής Επιτροπής Έρευνας και Ανάπτυξης, ένας Διοικητής της ΔΕΗ, ένας Πρόεδρος της ΡΑΕ και αρκετοί άλλοι μόνιμοι σύμβουλοι στους διαδοχικούς Υπουργούς Ενέργειας για αρκετές δεκαετίες.
a2.png

Πρώτη Συνεδρίαση του ΕΣΕ Από αριστερά: Κωνσταντίνος Κονοφάγος, Υπουργός Βιομηχανίας, Παναγής Παπαληγούρας, Υπουργός Συντονισμού, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γιάννης Μπούτος, Υπουργός Αναπληρωτής Συντονισμού και Ηλίας Γυφτόπουλος.
Το Συμβούλιο συνεδρίασε για πρώτη φορά υπό την προεδρία του Πρωθυπουργού στο γραφείο του Υπουργικού Συμβουλίου τότε στο κτίριο της Βουλής. Στη συνέχεια, η Ολομέλεια συνεδρίαζε ανά δίμηνο περίπου, οπότε ερχόταν στην Ελλάδα ο Πρόεδρός της. Στα τρία χρόνια της υπό τον Γυφτόπουλο λειτουργίας του, το ΕΣΕ έθεσε τα θεμέλια της ενεργειακής στρατηγικής πάνω στα οποία διαμορφώθηκε μέχρι και σήμερα η ενεργειακή πολιτική της χώρας, εκσυγχρονιζόμενη βέβαια με τον καιρό και ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις και επιταγές.
Το ΕΣΕ ασχολήθηκε με όλα τα θεμελιώδη θέματα στρατηγικής, όπως με την αξιοποίηση των λιγνιτικών κοιτασμάτων, την ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών, την αναδιάρθρωση του πετρελαϊκού συστήματος –που περιελάμβανε την επιστροφή στην ιδιοκτησία του Δημοσίου του διυλιστηρίου Ασπροπύργου, τον προγραμματισμό προσθήκης του φυσικού αερίου στο ενεργειακό σύστημα, τη γεωθερμία, τη μικρή τότε προοπτική των ΑΠΕ, την κατάρτιση ολοκληρωμένου ενεργειακού ισοζυγίου, την εισαγωγή ενιαίας τιμολογιακής πολιτικής για τις διάφορες ενεργειακές μορφές και βεβαίως το πυρηνικό δίλλημα. Μέγιστη σημασία έδινε το ΕΣΕ στην εξοικονόμηση ενέργειας την οποία ο Γυφτόπουλος χαρακτήριζε ως την πλέον εγχώρια, περισσότερο οικονομική, καθαρότερη και ανεξάντλητη ενεργειακή πηγή της Ελλάδας.
Εκτός όμως από τα παραπάνω θέματα στρατηγικής, το ΕΣΕ καλείτο να διατυπώσει τεκμηριωμένη από τη Γραμματεία άποψη για διάφορα ζητήματα τρέχουσας σημασίας. Είχε κληθεί, π.χ. να υποστηρίξει τη σκοπιμότητα συμμετοχής της Ελλάδος στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Εισηγήθηκε την απαγόρευση χρήσεως μαζούτ για θέρμανση στις πόλεις. Τη σκοπιμότητα εφαρμογής της θερινής ώρας. Τη δημιουργία ηλιακού χωριού στο Φραγκοκαστέλλο Σφακίων Κρήτης. Την κατάρτιση σχεδίου εκτάκτου ανάγκης για κρίσεις πετρελαίου. Προώθησε την φορολογική απαλλαγή για δαπάνες εγκατάστασης ηλιακού θερμοσίφωνα. Ανέπτυξε κριτήρια αξιολόγησης της σκοπιμότητας ίδρυσης νέων ενεργοβόρων βιομηχανιών. Από στελέχη της Γραμματείας, τέλος καταρτίστηκε νέος Νόμος για Έρευνα και Τεχνολογία.
Οι προτάσεις του ΕΣΕ διατυπώθηκαν ως αποκορύφωμα σε δύο μεγάλες εκθέσεις. Η πρώτη, το 1976, με τίτλο «Έκθεσις επί της Ενεργειακής Στρατηγικής της Ελλάδος» και η δεύτερη το 1977 ως «Έκθεση για την Ενεργειακή Στρατηγική της Ελλάδας» με εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας που μόλις είχε επίσημα καθιερωθεί. Τον πρόλογο της πρώτης υπογράφει ως Υπουργός Συντονισμού ο Παναγής Παπαληγούρας ενώ τη δεύτερη ο Γεώργιος Ράλλης που τον διαδέχθηκε.
Υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά στη φιλοσοφία του ενεργειακού σχεδιασμού εκείνης της εποχής και αυτής που διέπει τη σημερινή: Σκοπός της ενεργειακής στρατηγικής τότε ήταν η επίτευξη του πιο ανταγωνιστικού ενεργειακού κόστους για την οικονομία μας με τη μικρότερη δυνατόν επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Τώρα είναι η αποτροπή επιβάρυνσης του περιβάλλοντος με τη μικρότερη δυνατόν επίπτωση στο ανταγωνιστικό κόστος. Η κλιματική αλλαγή επέβαλε τη διαφοροποίηση.
Η πολιτική «Αλλαγή» του 1981 σήμανε το τέλος της εποχής Γυφτόπουλου και της Ολομέλειας του ΕΣΕ όχι όμως ενός αριθμού των στελεχών της Επιστημονικής Γραμματείας που συνέχισαν να υποστηρίζουν την εκάστοτε Κυβέρνηση στις ενεργειακές της επιλογές.
Ο Ηλίας Γυφτόπουλος, επιστρέφοντας στα πλήρη καθήκοντά του στο ΜΙΤ, συγκέντρωσε τα ενδιαφέροντά του στο θεωρητικό υπόβαθρο της ενέργειας που είναι η επιστήμη της θερμοδυναμικής και ανέπτυξε μια δική του διατύπωση των βασικών νόμων που διέπουν αυτόν τον σημαντικό κλάδο της φυσικής, εντελώς διαφορετική από την καθιερωμένη.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα, στη συντριπτική της πλειοψηφία, δεν συμφώνησε ποτέ με την κατά Γυφτόπουλο θερμοδυναμική, παρόλο ότι δεν βρέθηκε κανείς που να εντοπίσει σε ποιό σημείο αυτή είναι λαθεμένη. Έτσι, ο Ηλίας Γυφτόπουλος, αυτός ο εξαίρετος επιστήμων, υπερήφανος Έλληνας και αγαπητός σε όλους που τον γνώρισαν, έφυγε από τη ζωή βαθειά πικραμένος για τη μη αναγνώριση της θεωρίας του.
Ο γράφων, αν και απομακρυσμένος εδώ και πολλά χρόνια από τον χώρο της επιστημονικής έρευνας, παρακολουθώ τις ανακοινώσεις πάνω στο αντικείμενο με την ελπίδα ότι κάτι θα ανακαλυφθεί που θα δικαιώνει τον Γυφτόπουλο. Κάτι τέτοιο δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα, δέκα σχεδόν χρόνια μετά το θάνατό του.
