Η απελευθέρωση στην αγορά αερίου μπορεί να περιμένει (τις αποφάσεις της ΡΑΕ)
Έτοιμες να μπουν ακόμα πιο δυναμικά στη μάχη της προσέλκυσης πελατών είναι οι τρείς ΕΠΑ (Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης), καθώς η μείωση στον ΕΦΚ του αερίου δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερο εμπορικό πλεονέκτημα για το καύσιμο σε σχέση με το βασικό του ανταγωνιστή, το πετρέλαιο θέρμανσης. «Οι τιμές του αερίου για τα νοικοκυριά θα είναι οι χαμηλότερες των τελευταίων χρόνων, καθώς δεν θα έχουν καν σύγκριση με εκείνες του πετρελαίου», αναφέρουν χαρακτηριστικά στελέχη των εταιρειών.
Παράλληλα οι τρείς εταιρείες προετοιμάζονται εσωτερικά για την πλήρη αυτονόμηση των δραστηριοτήτων της εμπορίας και της διανομής, έτσι ώστε, με βάση όσα προβλέπει το νέο θεσμικό πλαίσιο, να υπάρξειπλήρης διαχωρισμός των εμπορικών δραστηριοτήτων από εκείνες που σχετίζονται με την κατασκευή και διαχείριση των δικτύων.
Παρά την προεργασία που έχει γίνει από τις ΕΠΑ σε εταιρικό επίπεδο, ρυθμιστικά το θέμα βρίσκεται στον αέρα καθώς η ΡΑΕ δεν έχει προχωρήσει στις αποφάσεις που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της αγοράς με όρους Νομικού, Λειτουργικού και Λογιστικού διαχωρισμού των εταιρειών προμήθειας και διανομής. Εκκρεμεί συγκεκριμένα η έγκριση εκ μέρους της ΡΑΕ της Μεθοδολογίας Τιμολόγησης της χρήσης των δικτύων διανομής που έχουν υποβάλλει οι τρείς ΕΠΑ και η έγκριση του αντίστοιχου Κανονισμού Τιμολόγησης της χρήσης των Δικτύων Διανομής.
Σημειωτέον ότι οι χρόνοι είναι πλέον «σφιχτοί» καθώς από την 1η του έτους θα πρέπει να λειτουργεί η αγορά υπό το νέο καθεστώς.
Το τιμολόγιο διανομής βασίζεται, ως γνωστόν, σε ετήσιο υπολογισμό του απαιτούμενου εσόδου, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την αναπόσβεστη αξία παγίων από επενδύσεις που έχουν υλοποιηθεί, το κεφάλαιο κίνησης, τις νέες επενδύσεις, το μεσοσταθμικό κόστος κεφαλαίου, λειτουργικά κόστη, αποσβέσεις και ενδεχόμενες επιχορηγήσεις.
Οι αποφάσεις της ΡΑΕ είναι όμως κρίσιμες όχι μόνον διότι αποτελούν προϋπόθεση για να λειτουργήσει η αγορά, αλλά και επειδή οι εταιρείες πρέπει να τις γνωρίζουν έγκαιρα ώστε να διαμορφώσουν την πολιτική τους. Υπενθυμίζεται, για παράδειγμα, ότι οι βιομηχανικοί καταναλωτές έχουν διατυπώσει ηχηρές ενστάσεις σε σχέση με την προοπτική να αυξηθούν σημαντικά τα τέλη διανομής, επιβαρύνοντας έτσι το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεών τους.