Φορολογικά μέτρα εισηγείται ο ΟΟΣΑ για τον περιορισμό των εκπομπών CO2 – Το παράδειγμα της Αυστραλίας
Το νέο αναπτυξιακό πρότυπο στο οποίο στρέφεται η διεθνής οικονομία περνά μέσα από τον περιορισμό των εκπομπών CO2 και τα μέτρα που λαμβάνονται για την κλιματική αλλαγή, με τον ΟΟΣΑ να αναπτύσσει την εργαλειοθήκη του σε αυτή την κατεύθυνση. Στις στοχευμένες μελέτες του για τις προοπτικές των οικονομιών διαφόρων κρατών που δημοσιοποιούνται το τελευταίο διάστημα, σημαντικό μέρος των συστάσεων που απευθύνει ο ΟΟΣΑ στις εκάστοτε κυβερνήσεις αφορά τα φορολογικά μέτρα τα οποία μπορούν να επιστρατεύσουν για να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους στόχους.
Το παράδειγμα της Αυστραλίας είναι χαρακτηριστικό, αφού πέρα από το περιεχόμενο των συστάσεων του ΟΟΣΑ, υπάρχει κι ενδιαφέρον παρασκήνιο, καθώς ο Αυστραλός νεοαναδειχθείς (από τον φετινό Ιούνιο) Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, κ. Mathias Cormann έχει διατελέσει υπουργός Οικονομικών της χώρας της Ωκεανίας για περίπου 7 χρόνια, από το 2013 έως το 2020.
Μια θητεία που, σύμφωνα τουλάχιστον με περιβαλλοντικές οργανώσεις, στιγματίστηκε από τουλάχιστον ανεπαρκείς επιλογές σε ό,τι αφορά περιβαλλοντικά ζητήματα, με αποκορύφωμα την κατάργηση του φόρου για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα το 2014.
Φαίνεται, όμως, ότι στις νέες συνθήκες και από το νέο του πόστο ο κ. Cormann έχει αλλάξει προσέγγιση στα περιβαλλοντικά θέματα, καθώς στην πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ για την οικονομία της Αυστραλίας περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, σύσταση για την επιβολή υψηλότερων φόρων στις επιχειρήσεις για τις εκπομπές διοξειδίου, προκειμένου να ωθηθούν στη χρήση “πράσινων” τεχνολογιών.
Φορολογικά μέτρα για την ενίσχυση της “πράσινης” στροφής προκρίνονται όχι μόνο ως αντικίνητα, αλλά και ως κίνητρα, μιας και ο ΟΟΣΑ εισηγείται ταυτόχρονα και την φορολογική επιβράβευση επιχειρήσεων που επιτυχνάνουν μειωμένες εκπομπές, διαπιστώνοντας ότι η υφιστάμενη νομοθεσία στην Αυστραλία δεν παρέχει επαρκή κίνητρα στην κατεύθυνση αυτή.
Στην έκθεση του ΟΟΣΑ αναλύεται η ανάκαμψη της αυστραλιανής οικονομίας μετά την οικονομική ύφεση που επέτεινε η πανδημία της COVID-19. Όμως, ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι η δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική πολιτική της Αυστραλίας έχει δομικές αδυναμίες, που ενδέχεται να απειλήσουν την μελλοντική πορεία της. Μεταξύ άλλων, ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι η Αυστραλία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και, ως εκ τούτου, χρειάζεται να εφαρμόσει πιο αποφασιστικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Μάλιστα, η ανάλυση των προκλήσεων που θέτει η κλιματική αλλαγή στην οικονομία της Αυστραλίας καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της μελέτης του ΟΟΣΑ.
Ο Οργανισμός επισημαίνει ότι, παρά τις αυξημένες δυνατότητες αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Αυστραλία βρίσκεται μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ανά μονάδα ΑΕΠ, ενώ ταυτόχρονα η οικονομία της εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων (άνθρακα, φυσικό αέριο) που συνδέονται με ρυπογόνες διαδικασίες εξόρυξης.
Στη μελέτη διαπιστώνεται ανισομετρία σε ό,τι αφορά την πορεία των εκπομπών CO2 μεταξύ των διαφόρων κλάδων της οικονομίας της Αυστραλίας. Ενώ σε τομείς όπως η υλοτομία, η γεωργία και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας παρουσιάζεται σημαντική μείωση των εκπομπών μεταξύ 2005-2019, σε άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως οι μεταφορές και οι εξορύξεις άνθρακα και φυσικού αερίου, οι εκπομπές καταγράφουν αύξηση.
Μεταξύ άλλων, στη μελέτη σημειώνεται ότι η Αυστραλία είναι μία από τα λίγα μέλη του G20 όπου δεν εφαρμόζονται πρότυπα για την ποιότητα των καυσίμων και τις εκπομπές ρύπων των οχημάτων, με τον ΟΟΣΑ να εισηγείται την άμεση εισαγωγή τέτοιων προτύπων.
Τέλος, διαπιστώνοντας υστέρηση και στην ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, καθώς τα ηλεκτρικά οχήματα αντιστοιχούσαν το 2020 μόνο στο 1% των συνολικών νέων αγορών οχημάτων, έναντι 10% στην ΕΕ. Στην κατεύθυνση αυτή, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η Αυστραλία θα πρέπει να ενισχύσει την ανάπτυξη σχετικών υποδομών και να αναπτύξει σύστημα παροχής οικονομικών κινήτρων για την αγορά ηλεκτρικού οχήματος.