Έτσι όπως θα λειτουργήσει, το target model δεν ευνοεί τον ανταγωνισμό και τη μείωση των τιμών - Έξι μέτρα που πρέπει να ληφθούν επιπλέον
του Αντώνη Κοντολέοντος

Έτσι όπως θα λειτουργήσει, το target model δεν ευνοεί τον ανταγωνισμό και τη μείωση των τιμών - Έξι μέτρα που πρέπει να ληφθούν επιπλέον

08 09 2020 | 07:45

Στις σημερινές διαμορφούμενες συνθήκες η μετάβαση σε ένα ισόρροπο αναπτυξιακό μοντέλο, το οποίο θα στηρίζεται σε μία ισχυρή και ανταγωνιστική βιομηχανική βάση, θα πρέπει να αποτελεί διαχρονικά εθνικό στόχο άμεσης προτεραιότητας. 

Προς την κατεύθυνση αυτή, η Ελλάδα θα πρέπει να ακολουθήσει άμεσα το παράδειγμα των ευρωπαϊκών κρατών και να πάρει άμεσα μέτρα που θα εξασφαλίζουν ανταγωνιστικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας. Μία από τις προϋποθέσεις είναι η λειτουργία μιας σύγχρονης ανταγωνιστικής αγοράς σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. 

Η ΕΒΙΚΕΝ εδώ και πολλά χρόνια ζητούσε την κατάργηση του υφιστάμενου μοντέλου λειτουργίας (compulsory pool) καθώς επίσης και όλων εκείνων των ρυθμιστικών μέτρων και των επιδοτήσεων που αποφασίστηκαν τα τελευταία χρόνια  προς όφελος όλων των παραγωγών, τα οποία αυξάνουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και δεν δημιουργούν συνθήκες ανταγωνισμού, προς όφελος του καταναλωτή. 

Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω επισημαίνουμε ότι την τελευταία πενταετία, οι τιμές στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σταθερά  έως και 40% υψηλότερες σε σχέση με το μέσο όρο των τιμών στις ευρωπαϊκές αγορές.

 

image.png

Η μείωση του λιγνίτη στο μείγμα στην ηλεκτροπαραγωγή το τελευταίο τρίμηνο του 2019 μείωσε μεν τη διαφορά μεταξύ της τιμής της ελληνικής αγοράς και της μέσης ευρωπαϊκής, αλλά η ελληνική αγορά αφενός παραμένει η  ακριβότερη στην Ευρώπη (60 Ευρώ/MWH), αφετέρου οι τιμές της διατηρούνται σε επίπεδο υψηλότερο κατά 36%  από το μέσο όρο των ευρωπαϊκών αγορών (44 Ευρώ/MWH). 

Επιπλέον στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το πρώτο τρίμηνο του 2020 (Quarterly Report on European Electricity Markets 2020, Q1) επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι η υψηλότερη τιμή για το Q1  καταγράφεται για μια ακόμη φορά στην Ελλάδα (50Ευρώ/Mwh) συγκρινόμενη με τη μέση τιμή των ευρωπαϊκών αγορών, (34Ευρώ/MWH).  Ως κύριος λόγος αναφέρεται η εξάρτηση παραδοσιακά της ελληνικής αγοράς από τις εισαγωγές μαζί με την ταυτόχρονη μείωση της εγχώριας λιγνιτικής παραγωγής λόγω των υψηλών τιμών του CO2.     

Στην ίδια έκθεση στο διάγραμμα 20 παρουσιάζεται ο δείκτης του Ευρωπαϊκού Σημείου Αναφοράς (European Power Benchmark) των τιμών στις αγορές μαζί την χαμηλότερη και υψηλότερη τιμή (ίδε σκιασμένο μέρος) και η τυπική απόκλιση. Καταγράφεται λοιπόν στο Q1 του  2020 σημαντική αύξηση της τυπικής απόκλισης των κατά τόπους τιμών καθώς σε κάποιες χώρες η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη από άλλες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, όπου η πτώση των τιμών ήταν μικρότερη.

Από τα ανωτέρω  καταλήγουμε στο συμπέρασμα  ότι η κύρια αιτία για τις υψηλές τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική αγορά εντοπίζεται εκτός από το υφιστάμενο μοντέλο αγοράς, στα δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς, η οποία ελλείψει συνθηκών στοιχειώδους ανταγωνισμού καταλήγει να έχει χαρακτηριστικά εδραιωμένου ολιγοπωλίου.

Η λειτουργία της νέας αγοράς, στο πλαίσιο του target model μετά από πολλές σημαντικές καθυστερήσεις έχει προγραμματιστεί για τις 17 Σεπτεμβρίου.  Η απόφαση να μην υιοθετηθεί ένα δοκιμασμένο μοντέλο αγοράς π.χ nord pool ευθύνεται βασικά για όλες τις καθυστερήσεις μέχρι σήμερα και επομένως θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η επιλογή αυτή ενείχε σκοπιμότητα.  

Το επιχείρημα, ότι η λειτουργία της νέας αγοράς με την ταυτόχρονη σύζευξη της με εκείνες της Βουλγαρίας και της Ιταλίας, η αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ και η αλλαγή στο μείγμα με την απόσυρση του λιγνίτη, θα διαμορφώσουν από μόνες τους συνθήκες ανταγωνισμού, οι οποίες θα ρίξουν τις τιμές της αγοράς στα ευρωπαϊκά επίπεδα, δεν ευσταθεί. 

Αφενός, οι βασικές επιλογές της νέας αγοράς (central dispatch , unit based bidding), απηχούν μια ξεπερασμένη αντίληψη περί κεντρικού ελέγχου, ενώ και οι σχεδιαζόμενοι περιορισμοί στην προθεσμιακή αγορά, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε το χρονικό διάστημα για το οποίο θα ισχύσουν,  θα οδηγήσουν σε μια αγορά semi compulsory pool. 

Δηλαδή θα δημιουργήσουμε εκ νέου, ένα σχήμα με χαρακτηριστικά που δεν υφίστανται σε καμία σύγχρονη ευρωπαϊκή αγορά.  

Ελλείψει ουσιαστικής προθεσμιακής αγοράς, μόνο σε εποχές χαμηλής ζήτησης θα δημιουργηθούν συνθήκες στοιχειώδους ανταγωνισμού.  

Στο πλαίσιο αυτό, παράλληλα με την αναδιάρθρωση της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τη σύζευξή της με τις γειτονικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, θα πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για να δημιουργηθούν συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά και να αποτραπούν συμπεριφορές ολιγοπωλίου.

Ειδικότερα:

  • Λειτουργία εποπτικού μηχανισμού λειτουργία της αγοράς, ώστε να αποφευχθούν συμπεριφορές χειραγώγησης της αγοράς
  • Θέσπιση χρονοδιαγράμματος για την κατάργηση του περιορισμού επί των ποσοτήτων ενέργειας που θα μπορούν να διαπραγματεύονται, στη νέα διάρθρωση της αγοράς, οι καθετοποιημένες εταιρίες προμήθειας μέσω προθεσμιακών προϊόντων και διμερών συμβολαίων με φυσική παράδοση. 
  • Αναθεώρηση των όρων δημοπρασιών ΑΠΕ, ώστε να ευθυγραμμιστούν με τις τιμές της αγοράς και τις τιμές των αντίστοιχων δημοπρασιών σε ευρωπαϊκές χώρες, ειδικότερα για τα Φ/Β. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αφενός διατηρείται σε ισορροπία ο ΕΛΑΠΕ, αφετέρου δημιουργείται κίνητρο στους παραγωγούς ΑΠΕ να συμμετέχουν στην αγορά προσφέροντας PPAs, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν εναλλακτική πηγή προμήθειας για τη βιομηχανία.
  • Αύξηση της δημοπρατούμενης δυναμικότητας των βόρειων διασυνδέσεων της χώρας σταδιακά στο 70% της δυναμικότητας μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 8 του Κανονισμού 2019/943 σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
  • Μεσο-μακροπρόθεσμα  αύξηση των διεθνών διασυνδέσεων της χώρας, έτσι ώστε η σύζευξη της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας να καταστεί στην πράξη εφικτή και πλήρως λειτουργική.  
  • Διασφάλιση της ισότιμης συμμετοχής της Ζήτησης (demand response) σε όλες τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, μεμονωμένα ή μέσω σωρευτικής εκπροσώπησης, ώστε να ανταγωνίζεται με δίκαιους όρους τους λοιπούς συμμετέχοντες της αγοράς.

Θεωρούμε αυτονόητο ότι αυτή τη φορά η δέσμευση των υπευθύνων για έναρξη λειτουργίας της αγοράς στις 17/9 θα τηρηθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται, η παράταση των υφιστάμενων συμβάσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας με τη ΔΕΗ με χρονικό ορίζοντα το 2023, είναι κομβικής σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών βιομηχανιών έντασης ενέργειας και η ουσιαστική συμμετοχή τους στον ενεργειακό μετασχηματισμό της χώρας.    

Εν κατακλείδι εάν για τη χώρα μας στόχος είναι η ανάταξη της παραγωγικής οικονομίας και η ενθάρρυνση νέων βιομηχανικών επενδύσεων, η διασφάλιση ανταγωνιστικού ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία θα πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα. Το ενεργειακό κόστος είναι μια παράμετρος που δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοείται κατά το σχεδιασμό της ενεργειακής πολιτικής. Στη νέα αγορά δεν μπορεί να συντηρούνται στρεβλώσεις που ευθύνονται για την αναποτελεσματικότητα του σημερινού συστήματος. 

Η αβεβαιότητα γύρω από το ενεργειακό κόστος αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για νέες βιομηχανικές επενδύσεις και ακυρώνει νέα επενδυτικά πλάνα.  Οφείλουν όλοι να συνειδητοποιήσουν ότι χωρίς ανταγωνιστική τιμή ενέργειας η χώρα θα παραμείνει βιομηχανικός ουραγός της Ευρώπης και δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει τη νέα κρίση. 

* Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι πρόεδρος του ΔΣ  της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας

Το άρθρο εντάσσεται στο πλαίσιο αφιερώματος του energypress για την επερχόμενη μεγάλη τομή του target model

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM