Έρευνα για τις αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ διεξάγει η Επιτροπή Ανταγωνισμού – Συνεργασία με τη ΡΑΕ και κορυφαία διεθνή πανεπιστήμια
Ομάδα εργασίας με αντικείμενο τη διεξαγωγή έρευνας για τις αυξήσεις των τιμών στα τιμολόγια Χαμηλής Τάσης της ΔΕΗ έχει συστήσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, σύμφωνα με πληροφορίες του energypress.
Στα πλαίσια της ομάδας εργασίας, στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού συνεργάζονται με εμπειρογνώμονες που προέρχονται από κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού (π.χ. Cambridge, University of East Anglia κ.α.), αλλά και εγχώρια (π.χ. Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Παράλληλα, σε συνεργασία με τη ΡΑΕ, η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρακολουθεί επισταμένως την πορεία των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο στη χονδρική, όσο και στη λιανική.
Οι σχετικές έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη και τα στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι “σφίγγες” σε σχέση με τυχόν ευρήματα ή έστω ενδείξεις που προκύπτουν μέχρι στιγμής.
Πάντως, αυτό που επισημαίνουν είναι ότι εξ αρχής δεν αποκλείεται τυχόν πρακτικές ex post να εξεταστούν υπό το πρίσμα του αρ. 2 του ν. 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, για το οποίο, όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν πηγές του energypress, η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει αποκλειστική αρμοδιότητα.
Σημειώνεται ότι το αρ. 2 του ν. 3959/2011 αφορά την “καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης” και αναφέρει τα εξής:
“1.Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας.
2.Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως:
α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,
β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών,
γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, με αποτέλεσμα να περιέρχονται ορισμένες επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,
δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών”.