Ενεργειακή μετάβαση - μια εξίσωση συνέπειας με πολλαπλασιαστικά οφέλη
Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους και ζωτικής σημασίας για την καθημερινότητα στόχους για τη χώρα μας τις επόμενες δεκαετίες. Στο πλαίσιο της παγκόσμιας προσπάθειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η μετάβαση από τις συμβατικές πηγές ενέργειας στις ανανεώσιμες αποτελεί κλειδί για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν είναι απλή. Εκτός των σημαντικών προοπτικών, που προβλέπεται να επηρεάσουν θετικά τόσο το περιβάλλον όσο και την οικονομία, υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις τις οποίες όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, πολιτεία και επενδυτές, πρέπει να αντιμετωπίσουμε συνεργαζόμενοι από κοινού, συντονισμένα και με προσήλωση στον τελικό στόχο
Μία από τις βασικές προκλήσεις είναι η εξάρτηση της Ελλάδας από τα ορυκτά καύσιμα, κυρίως τον λιγνίτη, τα οποία σήμερα έχουν καταστεί ιδιαίτερα κοστοβόρα λόγω των δικαιωμάτων ρύπων που συνοδεύουν τη χρήση τους. Παρόλο που η χώρα έχει κάνει βήματα προς τη μείωση αυτής της εξάρτησης, με τη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα να φτάνει ακόμη και στο 60%, η αντικατάσταση των συμβατικών πηγών ενέργειας απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογία, αλλά και μακρόπνοο σχεδιασμό για την επόμενη μέρα.
H μεγιστοποίηση απορρόφησης της παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ είναι άλλο ένα ζήτημα που καθιστά την αναβάθμιση του ηλεκτρικού δικτύου κορυφαία προτεραιότητα. Χρειάζονται σημαντικές επενδύσεις που θα αυξήσουν τη χωρητικότητα του και θα αποτρέψουν τις περεταίρω περικοπές στην ηλεκτροπαραγωγή, οι οποίες επηρεάζουν τη βιωσιμότητα των έργων ΑΠΕ και στέκονται εμπόδιο ανάμεσα στους πολίτες και τα οφέλη της πράσινης ενέργειας, δημιουργώντας χώρο για αμφισβήτηση της ανάγκης για δράση απέναντι στην κλιματική αλλαγή αλλά και του αυταπόδεικτα βιώσιμου μέλλοντος που φέρνει η μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Ενέργειας για την ένταξη τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας, όπως οι μπαταρίες, αν και δεν αποτελεί πανάκεια, κινείται σίγουρα προς τη σωστή κατεύθυνση και επιτρέψει τη μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα. Επιπλέον , ιδιαίτερα ωφέλιμη θα ήταν μία αλλαγή της προτεραιοποίησης μεταξύ των φωτοβολταϊκών και των αιολικών πάρκων, με βαρύτητα στα δεύτερα. Στόχος αυτής της αλλαγής είναι να ισορροπήσει η εγχεόμενη παραγωγή από τις δυο τεχνολογίες ώστε να αποφευχθούν οι όλο και αυξανόμενες περικοπές που επηρεάζουν τα έσοδα των εγκατεστημένων πάρκων, καθώς τις ώρες με τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια επικρατούν συνθήκες υπερεπάρκειας πράσινης ενέργειας, την οποία αδυνατούμε να καταναλώσουμε αλλά και να εξάγουμε στις γειτονικές μας χώρες, αφού και εκεί επικρατούν αντίστοιχες κλιματικές συνθήκες και συνεπώς παρατηρείται παρόμοια παραγωγή από ΑΠΕ..
Θετική εξέλιξη αποτελεί και η πρόοδος που έχει σημειωθεί με τα πράσινα PPAs, τα διμερή συμβόλαια προμηθειών ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ παραγωγών ΑΠΕ και μεγάλων καταναλωτών, τα οποία προσελκύουν κεφάλαια μεγάλων εταιρειών που επιθυμούν να μειώσουν το ενεργειακό τους αποτύπωμα, συμβάλλοντας παράλληλα στη μόχλευση κεφαλαίων για περισσότερες επενδύσεις και την επί της ουσίας αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης. Άλλωστε πρόκειται για ένα πάγιο αίτημα και της εγχώριας βιομηχανίας, η οποία ιδίως από την εποχή της πανδημίας, αναζητά φθηνότερες και καθαρότερες ενεργειακές λύσεις προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της Είναι ανάγκη λοιπόν να δημιουργηθούν εκείνες οι ρυθμιστικές, οικονομικές και τεχνικές προϋποθέσεις για την περεταίρω ωρίμανση ς της πολύ σημαντικής αγοράς των διμερών συμβολαίων.
Από οικονομική άποψη, η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να καταστήσει την Ελλάδα πρωτοπόρο στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης στον τομέα της καθαρής ενέργειας. Οι εξαγωγές καθαρής ενέργειας και η παροχή τεχνογνωσίας σε άλλες χώρες μπορούν να ενισχύσουν τη διεθνή θέση της χώρας. Παράλληλα, η ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας μπορεί να προστατεύσει την ελληνική οικονομία από τις διακυμάνσεις στις τιμές του φυσικού αερίου. Μέρος της απάντησης στην ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια, φθηνότερη ενέργεια και μεγαλύτερο βαθμό απεξάρτησης από τις παραδοσιακές πηγές ενέργειας αποτελούν σίγουρα οι προγραμματισμένες ηλεκτρικές διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες. Ιδιαίτερα σημαντική δε, είναι η προοπτική υλοποίησης της ευρωπαικής ηλεκτρικής λεωφόρου η οποία θα εδινε τη δυνατότητα να εξάγετε προς την Κεντρική Ευρώπη το πλεόνασμα καθαρής ενέργειας που παράγετε στη χώρα. Σημαντικές γεωστρατηγικές συμφωνίες που όσο ταχύτερα ολοκληρωθούν τόσο δραστικότερα θα αλλάξουν τις ενεργειακές ισορροπίες στην περιοχή αναβαθμίζοντας τον ρόλο της Ελλάδας και ενδυναμώνοντας την προσπάθειά της να πετύχει τις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις της.
Στην Aquila Clean Energy πιστεύουμε πως η ενεργειακή μετάβαση είναι μία σύνθετη εξίσωση συνέπειας, που απαιτεί στρατηγική, συνεργασία και αποφασιστικότητα. Το σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο και ο σχεδιασμός με ορίζοντα δεκαετιών θα ελαχιστοποιήσουν το επενδυτικό ρίσκο και θα επιτρέψουν στην χώρα να απελευθερώσει τις ανεξερεύνητες προοπτικές της και να μετατραπεί σε έναν ενεργειακό κόμβο τεράστιας γεωστρατηγικής σημασίας για ολόκληρη την Ευρώπη. Με νομοτεχνικές βελτιώσεις ακριβείας, επενδύσεις μακράς πνοής και την ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας, η Ελλάδα μπορεί να πετύχει έναν διπλό στόχο: να εξασφαλίσει ένα καθαρότερο, πιο βιώσιμο μέλλον για τις επόμενες γενιές και να μεταμορφωθεί σε έναν ισχυρό περιφερειακό ενεργειακό παίκτη με ειδικό βάρος για τις ενεργειακές ανάγκες ολόκληρης της Ευρώπης, που σήμερα επαναξιολογεί την ενεργειακή της πολιτική συνολικά.
Ο κ. Σταμάτης Βουρνέλης είναι Διευθυντής Ανάπτυξης Έργων και Κατασκευών της Aquila Clean Energy στην Ελλάδα
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress: Η αγορά των ΑΠΕ μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα – Φόβοι και προσδοκίες από τη νέα χρονιά