«Ενεργειακή Ασφάλεια και Καινοτομία: Η Διπλή Πρόκληση για μια Βιώσιμη και Ανθεκτική Μετάβαση»
Το πρόσφατο μπλακ άουτ σε Ισπανία και Πορτογαλία ενίσχυσε ακόμα περισσότερο το σήμα κινδύνου για την ενεργειακή ασφάλεια στην Ευρώπη. Παρά την πρόοδο στον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών δικτύων και τη στροφή στις ΑΠΕ, ένα τεχνικό πρόβλημα ήταν αρκετό για να βυθίσει στο σκοτάδι εκατομμύρια πολίτες στην Ιβηρική χερσόνησο. Το σημαντικό αυτό περιστατικό ανέδειξε τη σημασία της θωράκισης των ενεργειακών μας συστημάτων και της ενίσχυσης της ευστάθειάς τους σε μια εποχή που το ενεργειακό μείγμα μετασχηματίζεται ριζικά. Το περιστατικό αυτό, σε συνδυασμό με τις εγχώριες προκλήσεις, καταδεικνύει ότι χωρίς επένδυση σε αποθήκευση και ψηφιακές υποδομές, η ενεργειακή μετάβαση κινδυνεύει να μείνει ημιτελής και ευάλωτη. Σε μια Ευρώπη που επιδιώκει την απανθρακοποίηση και την κλιματική ουδετερότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και ανθεκτικότητα είναι θεμελιώδης προϋπόθεση και όχι απλώς ένα ζητούμενο.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο αυτής της μετάβασης. Το ενεργειακό μας σύστημα περνά γρήγορα σε μία νέα εποχή, με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, απολιγνιτοποίηση, ψηφιακό μετασχηματισμό και επιταχυνόμενη αποκέντρωση στην παραγωγή. Όμως, η μετάβαση αυτή θα έπρεπε να έχει και ορισμένες σημαντικές προϋποθέσεις. Η ενεργειακή ασφάλεια, η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια αλλά και η ενίσχυση της καινοτομίας είναι οι τρεις βασικοί άξονες που πρέπει να κινητοποιηθούν παράλληλα. Δίχως αποθήκευση, έξυπνα δίκτυα και σύγχρονα ρυθμιστικά εργαλεία, οι ΑΠΕ δεν επαρκούν για να προσφέρουν σταθερότητα και ανταγωνιστικότητα.
Η εγχώρια αγορά ενέργειας δείχνει συχνά τα όριά της με αυξανόμενες περικοπές και τεράστια αυξομείωση των τιμών. Καθημερινά βλέπουμε το παράδοξο: τιμές ηλεκτρικού ρεύματος κοντά στο μηδέν ή και μηδενικές το μεσημέρι, όταν η ηλιακή παραγωγή είναι στο απόγειο, και στα ύψη το απόγευμα, όταν η ζήτηση παραμένει υψηλή αλλά η παραγωγή από ΑΠΕ μειώνεται. Η απουσία συστημάτων αποθήκευσης σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη φθηνή ηλιακή ενέργεια εκείνες τις ώρες και να τη διοχετεύσουμε το απόγευμα ή αργότερα, όταν πραγματικά τη χρειαζόμαστε. Το αποτέλεσμα είναι η συνεχιζόμενη εξάρτηση από το φυσικό αέριο, το αυξημένο κόστος για τον καταναλωτή και η μειωμένη ανταγωνιστικότητα για ολόκληρη τη χώρα.
Η αποθήκευση ενέργειας στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Παρότι θεσμικά έχουν γίνει βήματα, καμία μεγάλη επένδυση δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Αντίθετα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες προχωρούν με ταχύτερα βήματα, ενσωματώνοντας μπαταρίες, αντλησιοταμίευση και τεχνολογίες όπως το πράσινο υδρογόνο στο ενεργειακό τους μείγμα. Το πράσινο υδρογόνο ειδικότερα μπορεί να διαδραματίσει άμεσα καταλυτικό ρόλο στο νέο ενεργειακό σύστημα, προσφέροντας λύσεις για την αποθήκευση, την ευελιξία και την απανθρακοποίηση τομέων που είναι δύσκολο να εξηλεκτριστούν, όπως η χημική βιομηχανία και οι βαριές μεταφορές. Η εμπειρία από ευρωπαϊκά έργα αποδεικνύει πως η στοχευμένη εφαρμογή τεχνολογιών αποθήκευσης και υδρογόνου μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική ενίσχυση της ανθεκτικότητας των συστημάτων.
Η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τους πόρους αλλά και από την τεχνολογική επάρκεια και την ορθολογική διαχείριση. Εδώ έρχεται ο ρόλος της καινοτομίας και της ψηφιοποίησης — το λεγόμενο “Twin Transition”, η ταυτόχρονη πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Με ευφυή δίκτυα, διασυνδέσεις, ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης της ζήτησης και ενεργή συμμετοχή των πολιτών (μέσω της απόκρισης στη ζήτηση - demand response), μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό ενεργειακό σύστημα. Και αυτό πρέπει να είναι ο στόχος της πολιτείας, όχι μόνο η συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες, αλλά η οικοδόμηση ενός ανταγωνιστικού και κοινωνικά δίκαιου μοντέλου.
Η περίπτωση της Δυτικής Μακεδονίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρόκλησης αλλά και της ευκαιρίας. Η απολιγνιτοποίηση, δηλαδή η αποσύνδεση από τον λιγνίτη που επί δεκαετίες στήριξε την ηλεκτροπαραγωγή ολόκληρης της χώρας ως το κύριο καύσιμο βάσης και που σήμερα είναι οικονομικά και περιβαλλοντικά μη βιώσιμος, απαιτεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Στο πλαίσιο αυτό ολόκληρη η Δυτική Μακεδονία μετασχηματίζεται με εμβληματικά ενεργειακά έργα αυτό ενώ η Κοζάνη σε τοπικό επίπεδο εντάχθηκε στις 100 πόλεις της Ευρώπης που επιδιώκουν να γίνουν κλιματικά ουδέτερες και έξυπνες έως το 2030. Πρόκειται για έναν φιλόδοξο, αλλά απολύτως εφικτό στόχο, εφόσον ενισχυθεί η τοπική καινοτομία, η διασύνδεση φορέων, η αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων αλλά και δοθεί η απαραίτητη επιπλέον εθνική χρηματοδότηση.
Σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο μετασχηματισμού, το CluBE – Cluster Βιοοικονομίας και Περιβάλλοντος Δυτικής Μακεδονίας – δρα ως καταλύτης. Από το 2014 έως σήμερα, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς πυλώνες καινοτομίας, μεταφοράς τεχνογνωσίας και διαμόρφωσης πολιτικών για την ενεργειακή και οικονομική μετάβαση. Μέσα από τη συμμετοχή σε περισσότερα από 70 ευρωπαϊκά έργα, το CluBE φέρνει στην πράξη τεχνολογίες αιχμής: από το LIFE GreenH2orn για τον πρώτο σταθμό ανεφοδιασμού πράσινου υδρογόνου με επιτόπια παραγωγή, έως το i-STENTORE για λύσεις αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, το HEDGE-IoT για τον ψηφιακό μετασχηματισμό στον τομέα της ενέργειας και τα GreenSkills4H2 και SEED για την ανάπτυξη δεξιοτήτων στις τεχνολογίες υδρογόνου και στις πράσινες ενεργειακές τεχνολογίες. Μέσα από αυτή την εμπλοκή, αναδεικνύονται καλές πρακτικές και πολιτικές που μπορούν να αποτελέσουν βάση για έναν εθνικά συνεκτικό σχεδιασμό της ενεργειακής μετάβασης.
Μέσα από τέτοιες δράσεις και έργα, ενισχύεται η καινοτομία, η έρευνα και η επανακατάρτιση, στηρίζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ενδυναμώνεται το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η καινοτομία σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο δεν είναι πολυτέλεια, είναι η κύρια απάντηση στις σύνθετες προκλήσεις της ενεργειακής φτώχειας, της κοινωνικής συνοχής και της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η ενεργειακή πολιτική της χώρας πρέπει να αποκτήσει σαφή προσανατολισμό. Να ενσωματώνει τη καινοτομία, τη γνώση και τις καλές πρακτικές, να επενδύει στη συνέργεια και να στηρίζει τις περιφερειακές πρωτοβουλίες με εθνικό σχεδιασμό. Η αγορά ενέργειας χρειάζεται διαφάνεια, ανταγωνισμό, ρυθμιστική σταθερότητα και προσβασιμότητα. Ο καταναλωτής πρέπει να αισθανθεί ασφαλής και να δει στην πράξη τη μείωση του κόστους. Οι επιδοτήσεις δεν είναι πανάκεια και κύριος στόχος της χώρας θα πρέπει να είναι η ενεργειακή αυτονομία με χαμηλό κόστος παραγωγής και ευέλικτη διαχείριση. Η χάραξη στρατηγικής με ρεαλιστικά στάδια εφαρμογής, ξεκινώντας με την αποσυμφόρηση των επενδύσεων αποθήκευσης και την ενίσχυση των τοπικών ενεργειακών κοινοτήτων, μπορεί να δώσει άμεσα αποτελέσματα.
Η επόμενη μέρα της ενέργειας στην Ελλάδα πρέπει να χτιστεί πάνω σε σταθερές βάσεις: βιωσιμότητα, τεχνολογική επάρκεια, κοινωνική ευημερία. Και το εργαλείο για αυτό δεν είναι άλλο από την καινοτομία. Οι τεχνολογίες είναι διαθέσιμες. Το ζητούμενο είναι η πολιτική βούληση, ο συντονισμός και η υιοθέτηση ενός ξεκάθαρου οράματος.
Η ενεργειακή ασφάλεια και η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι απλώς τεχνικά ζητήματα, είναι στρατηγικά και κοινωνικά ζητούμενα. Εάν καταφέρουμε να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητές μας και να ενισχύσουμε τις δομές καινοτομίας, μπορούμε να εξασφαλίσουμε όχι μόνο ενεργειακή αυτάρκεια, αλλά και ένα νέο πρότυπο ευημερίας και ανάπτυξης για την Ελλάδα του μέλλοντος. Και αυτό μπορεί να ξεκινήσει από στοχευμένες ενέργειες: αποκεντρωμένη παραγωγή, αποθήκευση και ενίσχυση των τοπικών οικοσυστημάτων καινοτομίας, με σαφή υποστήριξη από το κράτος και τις ρυθμιστικές αρχές.
------------------------
Ο Νικόλαος Ντάβος είναι Συνιδρυτής και Διαχειριστής του CluBE (Cluster Βιοοικονομίας και Περιβάλλοντος Δυτικής Μακεδονίας) και μεταξύ άλλων είναι ο Εθνικός Εκπρόσωπος του European Hydrogen Observatory μέσω του οργανισμού Hydrogen Europe.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2025 που εξέδωσε για 14η χρονιά η ομάδα του energypress.