Ελληνικό VS Ισπανικό μοντέλο στους διαγωνισμούς αποθήκευσης με ζητούμενο την βιωσιμότητα των έργων - Τα υπέρ και τα κατά
Προβληματισμούς συνεχίζει να εγείρει στα πλαίσια της επιχειρηματικής κοινότητας το ελληνικό μοντέλο δημοπρασιών για standalone μπαταρίες ενόψει και του δεύτερου διαγωνισμού που θα πραγματοποιηθεί το επόμενο διάστημα.
Ο «σκεπτικισμός» της αγοράς εστιάζει τόσο στο ενδεχόμενο επανάληψης χαμηλών προσφορών σε επίπεδα που γεννούν ερωτηματικά για την βιωσιμότητα των έργων όσο και στην ίδια την φυσιογνωμία του μοντέλου που περιλαμβάνει ενίσχυση τόσο στο CAPEX όσο και στο OPEX.
Σημειώνεται ότι, όπως μεταφέρει στο energypress ο Καθηγητής Μανώλης Καραπιδάκης και Πρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Συστημάτων Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΣΑΗΕ), ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Αποθήκευσης (European Association for Storage of Energy) έχει ζητήσει την γνώμη του ελληνικού συνδέσμου για τα τρέχοντα ζητήματα προκειμένου να εξετάσει πιο διεξοδικά την ελληνική πραγματικότητα, τόσο του νέου ΕΣΕΚ ως προς την αποθήκευση, όσο και των διαγωνισμών αποθήκευσης υπό το φόντο και των αποτελεσμάτων του πρώτου διαγωνισμού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η βασική συζήτηση που διεξάγεται εντός και εκτός Ελλάδας εστιάζει στην επιλογή στην ελληνική περίπτωση, να υπάρξει τόσο επενδυτική όσο και λειτουργική ενίσχυση για τα έργα.
Ειδικότερα, ο αντίλογος στο υφιστάμενο «ελληνικό γίγνεσθαι» σημειώνει ότι η ενίσχυση στο OPEX δεν συνάδει με την λογική της ελεύθερης αγοράς, πράγμα που υποχρεωτικά σε τέτοιες συνθήκες καταλήγει σε στρέβλωση της αγοράς. Ως βασική ανησυχία για τον διαγωνισμό και την επιτυχία αυτού και μάλιστα με δεδομένες τις χαμηλές προσφορές που υποβλήθηκαν στο πρώτο κύκλο, αποτελεί κατά πόσο τα έργα θα είναι βιώσιμα υπό τα υφιστάμενα κόστη της τεχνολογίας αποθήκευσης και των μπαταριών.
Παράγοντας της αγοράς με γνώση των μοντέλων που υπάρχουν σε επίπεδο Ευρώπης σημειώνει χαρακτηριστικά πως «Εναλλακτικά, οι επενδυτές εικάζουν για πολύ χαμηλό κόστος συστήματος, υποτιμημένο κόστος ανάπτυξης του έργου ή εκτιμούν πολύ υψηλές αποδόσεις των έργων μετά την δεκαετία της λειτουργικής ενίσχυσης». Συμπληρώνει δε, πως «σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι θα μπορούσε να υπάρξει χειραγώγηση σε αυτό τον διαγωνισμό».
Σε αντιδιαστολή, παράγοντες της αγοράς προκρίνουν ως καταλληλότερο μοντέλο, αυτό της Ισπανίας, όπου η ενίσχυση περιορίζεται στο CAPEX και με τα έσοδα του έργου να προκύπτουν αμιγώς από την συμμετοχή του στην αγορά. Σε μια τέτοια περίπτωση, όλα τα έργα έχουν κίνητρο να ενσωματωθούν πλήρως στην αγορά και να βελτιστοποιήσουν τα έσοδά τους, κάτι που γενικά, όπως αναφέρουν, αποτελεί και το ευρύτερα επιθυμητό σενάριο.
Με τον τρόπο αυτό, τα έργα θα κατασκευαστούν γρηγορότερα ή αν μη τι άλλο θα έχουν καλύτερο δείκτη βιωσιμότητας και άρα προοπτικές για την υλοποίησή τους, όντας σε θέση να πετύχουν υψηλότερα έσοδα από την αγορά.
Επιπρόσθετα, σε ένα τέτοιο μοντέλο, όπως υπογραμμίζεται, τα projects, τα οποία μπορούν να προσφέρουν υψηλότερου επιπέδου τεχνικές υπηρεσίες, όπως αδράνεια δικτύου, θα λαμβάνουν υψηλότερη επενδυτική ενίσχυση. Προς επεξήγηση της λογικής του ισπανικού μοντέλου και κύρια της σημασίας της σαφούς κινητροδότησης για την προώθηση έργων αποθήκευσης με αυτούς τους όρους, σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι «τα συστήματα ενέργειας του μέλλοντος απαιτούν τέτοιου είδους υπηρεσίες από τις μπαταρίες και ως εκ τούτου φαίνεται σωστό να κινητροδοτηθούν τέτοιες λύσεις».