Ελλάδα – ένας κρίσιμος διακομιστής ενέργειας με προοπτική να γίνει ένα σημαντικός περιφερειακός ενεργειακός πάροχος
Αν και είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε το πότε ακριβώς ξεκίνησε, μπορούμε μάλλον να συμφωνήσουμε ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες ο κόσμος μας αλλάζει πολύ γρήγορα. Αλλαγές που είτε είναι προοδευτικές και περνάνε σχετικώς απαρατήρητες, είτε τις αντιλαμβανόμαστε ως όλο και πιο συχνές και έντονες ανατροπές της καθημερινότητας μας και όσων έχουμε συνηθίσει και θεωρούσαμε αναμενόμενα. Σημαντικά γεγονότα παγκόσμιας κλίμακας, όπως η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και η παγκόσμια πιστωτική κρίση, η διείσδυση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η κλιματική αλλαγή αλλά και η πρόσφατη πανδημία έχουν συντελέσει στη διαμόρφωση ενός διασυνδεδεμένου κόσμου, όπου οι κοινωνίες ενημερώνονται, αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στις εξελίξεις με πολύ μεγάλη ταχύτητα, που όμοιά της δεν έχουμε ξαναζήσει. Όλα αυτά είναι ίσως πιο εύκολο να γίνουν αντιληπτά αν αναλογιστούμε την συχνότητα με την οποία βιώνουμε πλέον τις επονομαζόμενες κρίσεις (οικονομικές, μεταναστευτικές, υγειονομικές, ενεργειακές και εσχάτως πολεμικές).
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας σχετικής κρίσης, αποτελεί η αλληλουχία των γεγονότων που συνετέλεσαν στην εκδήλωση της αραβικής άνοιξης το 2010. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες που προηγήθηκαν, οδήγησαν σε μια πολύ χαμηλή γεωργική παραγωγή, και η κατάσταση επιδεινώθηκε από την στροφή καλλιεργητών προς την παραγωγή βιοκαυσίμων πρώτης γενιάς, τα οποία προσφέρονταν σε υψηλότερες τιμές από τις παραδοσιακές καλλιέργειες. Το αποτέλεσμα ήταν το κόστος του ψωμιού και του ρυζιού να φθάσει σε απαγορευτικά επίπεδα για μεγάλες κοινωνικές ομάδες χαμηλού εισοδήματος, με συνέπεια οι υποβόσκουσες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και συγκρούσεις να τροφοδοτηθούν και από απελπισία που οδήγησε σε μια σειρά αναταραχών και επαναστάσεων που συντάραξαν τον αραβικό κόσμο και όχι μόνο.
Η ενεργειακή κρίση που βιώνουμε σήμερα αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα του πώς αντιδρά στις αλλαγές ένας κόσμος αλληλένδετων κοινωνιών και οικονομιών.
Μπροστά στον κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής αλλά και υπό το πρίσμα της ανάγκης ανεξαρτητοποίησης του ενεργειακού της εφοδιασμού, η Ευρώπη, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ξεκίνησε και ηγείται του ενεργειακού μετασχηματισμού με στόχο την μετάβαση σε μια οικονομία απαλλαγμένης από εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Το παράδειγμα αυτό το ακολουθούν με διαφορετική ταχύτητα οι περισσότερες μεγάλες οικονομίες του κόσμου. Δεν είναι συνεπώς υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ζούμε την εποχή όπου σχεδιάζουμε και εκτελούμε ένα πρωτοφανές εγχείρημα που παρόμοιο του δεν έχουμε ξαναζήσει. Έχοντας κατανοήσει τους υπαρξιακούς κινδύνους που ελλοχεύουν από την συνέχιση της μη αειφόρου ανάπτυξης, επιλέγουμε να εκσυγχρονίσουμε το παγκόσμιο παραγωγικό μας μοντέλο μεταβαίνοντας προοδευτικά από την οικονομία του άνθρακα σε μια οικονομία χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα. Αυτό σημαίνει μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια να αντικαταστήσουμε όχι μόνο τις πρώτες ύλες από τις οποίες παράγουμε ενέργεια, αλλά συνολικά τον τρόπο παραγωγής, τα μέσα μεταφοράς και αποθήκευσης καθώς και τα μέσα κατανάλωσης ενέργειας. Ξεκινώντας από τους μεγάλους βιομηχανικούς παραγωγούς και καταναλωτές ενέργειας, με στόχο στις επόμενες δεκαετίες να μετασχηματιστούν όλοι οι καταναλωτές.
Η μετάβαση αυτή θα είναι δύσκολη, κοπιώδης και θα μας κοστίσει αρκετά. Η δυσκολία του εγχειρήματος όμως, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας οδηγήσει στην αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης μας, καθώς η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης θα μας εξασφαλίσει την αειφορία, εξουδετερώνοντας γνωστούς κινδύνους και θα μας επιτρέψει να απολαμβάνουμε ένα καθαρό περιβάλλον στο οποίο θα ονειρευόμαστε ένα υγιές μέλλον για τα παιδιά μας.
Η τραγική εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία, έρχεται να επιβαρύνει την ενεργειακή κρίση και να την αναγάγει από μια αρχική κρίση με οικονομικές διαστάσεις σε μια κρίση με ενδεχόμενους κινδύνους για την εθνική, την ευρωπαϊκή έως και την παγκόσμια ασφάλεια. Μια ανάλυση για το ρόλο που μπορεί να έπαιξε η ενεργειακή κρίση στην απόφαση της Ρωσίας, του δεύτερου μεγαλύτερου παραγωγού πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο, να κλιμακώσει τη δεδομένη χρονική στιγμή, την σύγκρουση στην Ουκρανία, είναι δευτερευούσης σημασίας. Αντίθετα, οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες είναι πολύ πιο σημαντικές και απαιτούν την προσοχή μας. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ανάμεσα στις επαπειλούμενες συνέπειες, αναδεικνύονται τώρα και ο κίνδυνος επισιτιστικής κρίσης καθώς και μια νέα ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας. Είμαστε συνεπώς στη μέση ενός κυκλώνα ο οποίος αν πάρει λάθος κατεύθυνση μπορεί να καταστρέψει την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και ασφάλεια, είτε το περιβάλλον και το μέλλον μας, είτε και όλα αυτά μαζί. Μπροστά στην πρόκληση αυτή η κοινωνία μας οφείλει να θέσει τις σωστές προτεραιότητες και να έχει ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης ικανό να αποσοβεί τον εκάστοτε κίνδυνο, έγκαιρα και αναλογικά του ρίσκου που επιφέρει.
Ένα τέτοιο σχέδιο έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μονοδιάστατο. Δεν υπάρχει με άλλα λόγια η χρυσή λύση που να μας λύνει όλα τα επαπειλούμενα προβλήματα. Η λύση οφείλει να είναι πολυδιάστατη, και να συνυπολογίζει τον τελικό στόχο της αειφόρου ανάπτυξης, προωθώντας την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίζει τον ενεργειακό μας εφοδιασμό και το αποδεκτό κόστος της ενέργειας που αποτελεί ένα απαραίτητο κοινωνικό αγαθό. Βασική συνεπώς προϋπόθεση αποτελεί η αποφυγή ενεργειακών ελλείψεων και ταυτόχρονα η διασφάλιση των τιμών ενέργειας σε οικονομικά ανεκτά επίπεδα από όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει πρωτοστατήσει με μέτρα περιορισμού του κόστους της ενέργειας για τους πολίτες και βρίσκεται συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, σε πολύ καλύτερη θέση για να διαχειριστεί το κίνδυνο του ενεργειακού της εφοδιασμού. Βασικό όπλο της για την άμεση αντιμετώπιση των κινδύνων είναι τα στρατηγικά και εμβληματικά έργα υποδομών για το φυσικό αέριο (ο αγωγός ΤΑP, ο τερματικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου στη Ρεβυθούσα και ο πλωτός σταθμός αποθήκευσης και επαναυγροποίησης στην Αλεξανδρούπολη). Είναι όμως αρκετά και για πόσο μπορούν να μας προστατέψουν στο μέλλον;
Στο κρίσιμο αυτό ερώτημα, η Ελλάδα, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση, απαντά με επιτάχυνση των ρυθμών υλοποίησης έργων ΑΠΕ, καθώς και έργων υποδομών για την διασυνοριακή μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας. Τα έργα όμως αυτά θα απαιτήσουν τουλάχιστο μια δεκαετία για να υλοποιηθούν και ακόμα και τότε δεν θα αποτελέσουν τη μοναδική λύση καθώς θα απαιτηθεί πολύ περισσότερος χρόνος και κόστος για τον πλήρη εξηλεκτρισμό των κοινωνιών μας.
Ο μοναδικός τρόπος για να προστατευτούμε είναι να εξασφαλίσουμε την τροφοδοσία μας σε όλες τις μορφές ενέργειας που αποτελούν σήμερα σημαντικό μέρος του ενεργειακού μας μείγματος. Δεδομένου ότι καμία διακοπή τροφοδοσίας δεν μπορεί να είναι αποδεκτή, το επίπεδο σημαντικότητας για κάθε μορφή ενέργειας θα πρέπει να προσδιοριστεί αναφορικά με το εκάστοτε ενεργειακό πλεόνασμα που θα μπορούμε να εγγυηθούμε. Για κάθε μορφή ενέργειας που ξεπερνά σε ποσοστιαία συμμετοχή στο ενεργειακό μας μείγμα τις διαθέσιμες εφεδρείες, οφείλουμε να εξασφαλίσουμε την αντίστοιχη τροφοδοσία για τις επόμενες δεκαετίες, όσο θα διαρκεί η ενεργειακή μετάβαση.
Είναι επίσης κρίσιμο να ενδυναμώσουμε τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη όλων των ενεργειακών μας έργων και παράλληλα να απαλείψουμε τους απρόβλεπτους κινδύνους που εγκυμονούν οι υπεραπλουστευμένες και μαξιμαλιστικές προσεγγίσεις που διακρίνουν τα ενεργειακά έργα σε καλά και σε κακά. Ούτε οι κρατικές επιδοτήσεις μπορούν και πρέπει να συντηρούνται επί μακρόν, ούτε οι απειλές ενάντια κρίσιμων και καθόλα απαραίτητων μεταβατικών έργων, προσφέρουν αξία. Και οι δυο πρακτικές υποθάλπουν κινδύνους, καθώς αφενός μειώνουν την πίεση για βελτιστοποίηση των επιλογών μας, αφετέρου προσθέτουν μη αποδεκτά επίπεδα κινδύνου που αποτρέπουν τους επενδυτές από το να υλοποιήσουν απαραίτητα έργα. Η εποχή που οι παραπάνω πρακτικές μπορεί να εξυπηρετούσαν ένα σκοπό, έχουν πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί καθώς οι κοινωνίες έχουν πλέον αντιληφθεί το δίλημμα της προστασίας του περιβάλλοντος και το διακύβευμα δεν είναι πλέον αποδεκτό. Η επίλυση του πολύπλοκου προβλήματος της ενεργειακής μετάβασης, θα πρέπει να βασίζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές, αυτή της μείωσης των εκπομπών αεριών του θερμοκηπίου και αυτή της μείωσης της υπερβολικής εξάρτησης από οποιαδήποτε μορφή ενέργειας την οποία δεν μπορούμε να ελέγχουμε επαρκώς.
Στην κατεύθυνση αυτή, η Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ), εργάζεται εντατικά και σε συνεργασία με τους επενδυτές, με στόχο να συνεισφέρουμε στην υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Πρωταρχικός στόχος μας η ολοκλήρωση των ερευνών για την ανακάλυψη αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Τα δυνητικά οφέλη της προσπάθειας αυτής, ξεπερνούν το αμιγώς οικονομικό όφελος, καθώς η χρήση φυσικού αερίου, επιτρέπει την έως και πενήντα τις εκατό (50%) μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, όταν αντικαθιστά περισσότερο ρυπογόνα καύσιμα όπως ο λιγνίτης. Η πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού και οι δηλώσεις στήριξης της προσπάθειας αυτής, δίνουν νέα ώθηση στην επί σειρά πολλών ετών προσπάθεια της χώρας μας να ανακαλύψει και ενδεχομένως να αξιοποιήσει πιθανά κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Πολλά έχουν ειπωθεί συγκριτικά με τα σχετικά λίγα που έχουν γίνει. Η αδιαμφησβήτητη όμως πραγματικότητα είναι ότι σήμερα εξερευνούμε συστηματικά και περιοχές που δεν έχουν εξερευνηθεί στο παρελθόν. Η ανακήρυξη των συγκεκριμένων έργων σε έργα εθνικής σημασίας αποτελεί το επιστέγασμα της πολιτικής βούλησης και στήριξης της προσπάθειάς μας. ΕΔΕΥ όμως δε σταματά την προσπάθεια της να συνδράμει στην υλοποίηση του ΕΣΕΚ, με την εξερεύνηση δυνητικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Εργαζόμαστε εντατικά για την ανάπτυξη του πρώτου έργου με αρνητικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα, ενός έργου δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα εντός των εξαντλημένων γεωλογικών ταμιευτήρων πετρελαίου στο Πρίνο. Παράλληλα όμως δηλώνουμε έτοιμοι να συνδράμουμε, με τα μέσα που διαθέτουμε και την σχετική εμπειρία και τεχνογνωσία της εταιρίας μας, στην ανάπτυξη των – στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα – υπεράκτιων έργων αιολικής ενέργειας. Η δυσμενής παγκόσμια συγκυρία της ενεργειακής κρίσης ενισχύει την προοπτική της Ελλάδας για να προχωρήσει με ταχύτατους ρυθμούς στον μετασχηματισμό της χώρας από ένα κρίσιμο διακομιστή ενέργειας σε ένα ολοκληρωμένο περιφερειακό ενεργειακό κέντρο.
--------------------------
Ο Αριστοφάνης Στεφάτος είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΔΕΥ Α.Ε.
(Το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο Greek Energy 2022 του energypress)