Εκτός από τις επιδοτήσεις απαιτείται συνεχής ουσιαστικός έλεγχος της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας
Το 2026 είναι ένα κρίσιμο έτος για να δούμε εάν θα αναστραφεί η τάση αποβιομηχάνισης στην Ευρώπη. Και τούτο διότι υφίσταται πλέον η δυνατότητα των κρατών μελών να επιδοτήσουν τις βιομηχανίες τους για να μειώσουν το κόστος ρεύματος, με αντάλλαγμα οι βιομηχανίες να προχωρήσουν σε επενδύσεις απανθρακοποίησης του μείγματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της κάθε χώρας.
Από την άλλη όμως, έχουμε τη σταδιακή μείωση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών που δίδονται σε κρίσιμους βιομηχανικούς κλάδους (τσιμέντο, χάλυβα, αλουμίνιο και λιπάσματα), γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά ιδιαίτερα τις εξαγωγές τους, λόγω αύξησης του κόστους παραγωγής. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι για όσες βιομηχανίες χρησιμοποιούν το φ.α σαν καύσιμο θα υπάρχει μια επιπλέον επιβάρυνση των 8 €/MWh στην τρέχουσα τιμή προμήθειας του φ.α π.χ των 27 €/MWh.
Θεωρούμε ότι η εισαγωγή του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM) που εξαγγέλθηκε σαν αντιστάθμισμα της μείωσης των δωρεάν δικαιωμάτων δεν θα πετύχει τα αναμενόμενα.
Από τα παραπάνω συνάγουμε το πόσο σημαντικό είναι η κυβέρνηση να προχωρήσει στην επιδότηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Η άποψη μας όμως είναι ότι αυτό δεν είναι αρκετό. Το ερώτημα παραμένει, θα συνεχιστεί η ανυπαρξία ουσιαστικού ελέγχου στη λειτουργία της αγοράς;
Το τελευταίο χρονικό διάστημα εντείνεται η προσπάθεια από θεσμικούς φορείς της αγοράς ενέργειας, αλλά και από κατευθυνόμενα άρθρα να μας πείσουν ότι οι υψηλές τιμές στις ώρες αιχμής, όπως πέρυσι το καλοκαίρι, έως και 940€/MWh, είναι φυσιολογικές και αντανακλούν το «κόστος ευκαιρίας».
Ως λύση για να μην υπάρχει επιβάρυνση του καταναλωτή από τις υψηλές τιμές προτείνεται από ορισμένους να εγκριθεί ένας μηχανισμός διαθεσιμότητας ισχύος, ο οποίος θα συνοδεύεται από μια ρήτρα (reliability options), που θα συνδέει τα έσοδα των επιδοτούμενων μονάδων με μια τιμή αναφοράς. Ξεχνούν σκοπίμως τις αμοιβές των μονάδων φ.α από την αγορά εξισορρόπησης, για τις ώρες που ο ΑΔΜΗΕ τις εντάσσει στην αγορά, όταν οι πλεονάζουσες ΑΠΕ τις εκτοπίζουν από το ημερήσιο πρόγραμμα.
Προτείνεται λοιπόν ένας μηχανισμός που θα αμείβει τη διαθέσιμη ισχύ όλων των μονάδων φ.α (7.000 MW) και όχι μόνο το έλλειμμα ισχύος, που θα προκύψει από τη μελέτη επάρκειας ισχύος και ευελιξίας του συστήματος π.χ 800 MW. Κάτι που εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες μέσω μηχανισμού στρατηγικών αποθεμάτων, ώστε οι παλαιές μονάδες φ.α, που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις νέες σύγχρονες μονάδες να παραμείνουν σε εφεδρεία.
Όλα αυτά εν αναμονή της μελέτης επάρκειας και ευελιξίας του συστήματος που εκπονεί ο Διαχειριστής, μελέτη η οποία καθυστερεί για περισσότερο από ένα έτος, καθώς αναθεωρούνται συνεχώς οι υποθέσεις του ΕΣΕΚ αναφορικά με το ύψος των MW και τον χρόνο που θα λειτουργήσουν οι μπαταρίες στο σύστημα.
Είναι σαφές ότι οι μπαταρίες μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες ευέλικτης ισχύος στις ώρες αιχμής, όπως οι μονάδες φ.α και τα ευέλικτα βιομηχανικά φορτία, εάν βέβαια αρθούν τα εμπόδια που συνεχώς τους τίθενται.
Σε περίπτωση έγκρισης ενός φαραωνικού μηχανισμού ισχύος θα υπάρξει μια περαιτέρω επιβάρυνση του καταναλωτή της τάξης των 6-7 €/MWh ή των 400-500 εκ €/έτος, την ώρα που το υπουργείο αδυνατεί να ελέγξει το συνεχώς αυξανόμενο κόστος της αγοράς εξισορρόπησης, που έφθασε να αποτελεί το 28% των εσόδων των ηλεκτροπαραγωγών.
Η ΕΒΙΚΕΝ έχει δηλώσει σε όλους του τόνους ότι η έγκριση ενός τέτοιου μηχανισμού αποτελεί κόκκινη γραμμή και επιμένει ότι η βασική αιτία για τη διαμόρφωση των υψηλών τιμών στις ώρες αιχμής, όπως και πέρυσι το καλοκαίρι είναι η ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς και η ανυπαρξία συστηματικών ελέγχων.
Μάλιστα οι ίδιοι κύκλοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER), αναφορικά με τη διαμόρφωση των πολύ υψηλών τιμών στην ελληνική αγορά πέρυσι το καλοκαίρι.
Η εν λόγω έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι προσφορές των συμμετεχόντων στην αγορά (πώληση-προμήθεια) άλλαζαν όταν οι συνθήκες στην αγορά ήταν «σφικτές», ώστε να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Υπήρξε μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά στις 4 Σεπτεμβρίου 2024, κατά την οποία καταγράφεται ανυπαρξία προσφοράς πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας σε τιμές μεταξύ 200 και 900€/MWh στις 20.00, γεγονός που παραπέμπει σε ενδεχόμενη παρακράτηση ισχύος.
Ο ACER κατέληγε ζητώντας από τις Εποπτικές Αρχές της Ελλάδας να προχωρήσουν σε ανάλυση των προσφορών των συμμετεχόντων στην αγορά, ώστε να διαπιστωθεί εάν χρησιμοποιήθηκε «δύναμη αγοράς» για να διαμορφωθούν υψηλές τιμές, όπως επίσης εάν υπήρξε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης με τη μορφή παρακράτησης ισχύος, αναφερόμενος στο συμβάν της 4 Σεπτεμβρίου.
Στην ίδια κατεύθυνση «παράγοντες της αγοράς» στην αγωνία τους να μας πείσουν για το πόσο σημαντικές είναι οι μονάδες φ.α, προώθησαν δημοσιεύματα που υποστήριζαν ότι χάριν των ευέλικτων μονάδων φ.α η μέση τιμή του χρηματιστηρίου ενέργειας στις 26/11 ήταν η χαμηλότερη στην Ευρώπη, όταν ήταν ηλίου φαεινότερο ότι αυτό οφειλόταν 100% στην πολύ υψηλή παραγωγή των ΑΠΕ και ιδιαίτερα της αιολικής ενέργειας που ξεπέρασε όλες τις ώρες της ημέρας την παραγωγή από μονάδες φ.α.
Όλα αυτά τη στιγμή που ο ACER δημοσίευσε μια ακόμη έκθεση, που άσκησε κριτική στους υφιστάμενους μηχανισμούς διαθεσιμότητας ισχύος στην Ευρώπη (πέντε τον αριθμό) με κόστος 6.5 δις €/έτος και στους μηχανισμούς ευελιξίας που άρχισαν να εφαρμόζονται στην Ευρώπη και θα αποτελέσουν τον κανόνα στο προσεχές μέλλον.
Έκανε μάλιστα ιδιαίτερη μνεία στο ότι οι μηχανισμοί ισχύος πρέπει να γίνουν πιο καθαροί, δηλαδή να περιλαμβάνουν τεχνολογίες με μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα, όπως η Ζήτηση και η Αποθήκευση και στο ότι πρέπει να υπάρχει περιφερειακή συνεργασία, ώστε να μειωθεί το κόστος τους.
Ως ΕΒΙΚΕΝ δεν διεκδικούμε απλά τη λήψη μέτρων στήριξης της βιομηχανίας στο πλαίσιο που διαμόρφωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά διεκδικούμε ταυτόχρονα να γίνουν τα αυτονόητα. Δεν είναι δυνατόν να μην εισπράττονται 70εκ €/ έτος από το 2022 από την ορθή εφαρμογή του ΕΤΜΕΑΡ και να μην επιστρέφονται 17εκ €/έτος στις επιλέξιμες για μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ βιομηχανίες. Είναι φανερό ότι το γεγονός αυτό δικαιολογεί γιατί υπάρχει εμπλοκή στην κοινοποίηση του μηχανισμού μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ στην ευρωπαϊκή Επιτροπή προς έγκριση, που καθυστερεί από το 2023.
Από τα παραπάνω συνάγουμε ότι θα απαιτηθεί πολύ μεγάλη προσπάθεια ώστε η λειτουργία της εγχώριας αγοράς να θυμίζει ευνομούμενη ευρωπαϊκή αγορά. Το ερώτημα παραμένει, εάν με αυτές τις συνθήκες ακόμη και εάν επιδοτηθούν οι βιομηχανίες της χώρας θα είναι ανταγωνιστικές ή θα συρρικνωθούν περαιτέρω.
______
Ο Αντώνης Κοντολέων είναι πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ).
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2025, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2026.