Δρ Αντώνης Μεταξάς: Μηχανισμός διαιτησίας στη ΡΑΕ - Μια σημαντική εξέλιξη
Προ ολίγων ημερών εγκρίθηκε από την Ολομέλεια της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας ο Κανονισμός Διαιτησίας της ΡΑΕ. Με τη θέσπιση του εν λόγω Κανονισμού ολοκληρώθηκε η συγκρότηση του απαραίτητου κανονιστικού πλαισίου, προκειμένου να εκκινήσει τη λειτουργία του ο θεσμός της μόνιμης διαιτησίας που διοργανώνεται υπό την οργανωτική αιγίδα της ΡΑΕ, σύμφωνα με τις προβλέψεις των διατάξεων του άρθρου 37 του Ν. 4001/2011. Καθότι είχα την τύχη να συμμετάσχω μαζί με άλλους συναδέλφους στη συγγραφή του Σχεδίου Κανονισμού που υπεβλήθη προς έγκριση στην Ολομέλεια της Αρχής, στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να περιγράψω συνοπτικά, χωρίς να εισέλθω σε νομικές λεπτομέρειες, κάποιους βασικούς άξονες του περιεχομένου του Κανονισμού αλλά και τους κύριους λόγους που συγκροτούν τα πλεονεκτήματα αυτού του εναλλακτικού δικαιοδοτικού μηχανισμού.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί η ιδιαίτερα θετική πρωτοβουλία της Αρχής να συγκροτήσει υπό την αιγίδα της ένα μηχανισμό διαιτητικής επίλυσης διαφορών ενεργοποιώντας στην πράξη τη δυνατότητα που προδιαγράφει το προαναφερθέν άρθρο του Ν. 4001/2011. Η σημασία της ύπαρξης ενός τέτοιου δικαιοδοτικού μηχανισμού στο πλαίσιο της ενεργειακής αγοράς είναι σχεδόν αυταπόδεικτη: Η δικαστηριακή επίλυση των διαφορών που αναφύονται στους επιμέρους ενεργειακούς κλάδους είναι στη χώρα μας μια κατά κανόνα εξόχως χρονοβόρα διαδικασία, όπως εξάλλου συμβαίνει γενικότερα με τις κάθε είδους διαφορές που άγονται προς δικαιοδοτική διερεύνηση στα υπερβεβαρημένα ελληνικά δικαστήρια. Η βραδεία επίλυση διαφορών είναι, όμως, κατεξοχήν αναποτελεσματική σε «δυναμικούς» τομείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως στην ενέργεια, όπου «ο χρόνος μετρά».
Πράγματι, στην πλειοψηφία των ενεργειακών διενέξεων μια ετεροχρονισμένη, καθυστερημένη επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς ισοδυναμεί σχεδόν με «μη επίλυσή» της, με την έννοια ότι αμβλύνεται ή και εξανεμίζεται η αποτελεσματικότητα της εννόμου προστασίας του θιγόμενου μέρους. Η διαιτητική επίλυση διαφορών, η οποία στηρίζεται στη λογική της οικειοθελούς, από την πλευρά και των δύο διαδίκων μερών, υπαγωγή της εκκρεμούς διαφοράς τους σε αυτόν τον εναλλακτικό μηχανισμό δικαιοδοτικής κρίσης, συνιστά μια κατά κανόνα (ειδικά αν και αμφότερα μέρη διευκολύνουν προς αυτή την κατεύθυνση) πιο γρήγορη και ευέλικτη διαδικασία.
Αν σε αυτό προστεθεί και το στοιχείο της εξειδίκευσης στις επιστημονικές και πρακτικές ιδιαιτερότητες του αντικειμένου των προς επίλυση διαφορών που οφείλουν να διαθέτουν οι διαιτητές που θα επιλεγούν από τα μέρη, τότε συγκροτείται και ένα σαφές πρόσθετο πλεονέκτημα της διαιτησίας έναντι της δικαστηριακής διαδικασίας. Και τούτο διότι ειδικά στην ενεργειακή αγορά η επιστημονικά άρτια προσέγγιση των ανακυπτόντων ζητημάτων απαιτεί κατά κανόνα εξειδικευμένες και όχι μόνο γενικές νομικές γνώσεις αλλά και συνηθέστατα προϋποθέτει διεπιστημονική και όχι αμιγώς νομική προσέγγιση και διερεύνηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αναγκαίας διεπιστημονικής προέλευσης αποτελεί ο συγκροτηθείς από τη ΡΑΕ Κατάλογος Διαιτητών, ο οποίος περιλαμβάνει πολλούς μη νομικούς επιστήμονες.
Ο θεσμός της διαιτησίας της ΡΑΕ έχει συγκροτηθεί κατάλληλα ώστε να ενδείκνυται για την επίλυση τόσο εσωτερικών, όσο και διεθνών διαφορών. Η στόχευση αυτή αποδεικνύεται και από την ευέλικτη δομή που έχει υιοθετηθεί στον Κανονισμό, με διακριτά κεφάλαια ανάλογα με τους εφαρμοστέους κανόνες στην εσωτερική και τη διεθνή διαιτησία, σύμφωνα πάντα και με τις σχετικές διατάξεις περί διαιτησίας του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Ν. 2735/1999 περί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας.
Οι διαφορές που δύνανται να υπαχθούν στη μόνιμη διαιτησία της ΡΑΕ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 37 του Ν. 4001/2011 και στο κείμενο του Κανονισμού, αναφύονται μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων, τα οποία δραστηριοποιούνται στον τομέα της ενέργειας, καθώς και μεταξύ επιλεγόντων πελατών, όπως αυτοί ορίζονται στο Ν. 4001, και επιχειρήσεων που ασκούν ενεργειακές δραστηριότητες, στο πλαίσιο της εφαρμογής της ισχύουσας εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Για τη συγκρότηση του Κανονισμού Διαιτησίας και προκειμένου αυτός να καταστεί κατά το δυνατόν πιο άρτιος και περιεκτικός, ελήφθησαν υπόψη, εκτός από την κείμενη σχετική εγχώρια νομοθεσία, αντίστοιχοι κανονισμοί Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας και άλλων κρατών, καθώς και οι κανονισμοί διαιτησίας διεθνών διαιτητικών οργανισμών.
Βεβαίως, όπως προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο του Κανονισμού Διαιτησίας, για την κατάλληλη και εύρυθμη λειτουργία του θεσμού αναγκαία είναι και η οργάνωση και λειτουργία ειδικής υπηρεσίας μόνιμης διαιτησίας στη ΡΑΕ, στην οποία θα ανατίθεται η εκτέλεση όλων των διαδικαστικών αρμοδιοτήτων και ενεργειών στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας (λ.χ. γνωστοποιήσεις, επιδόσεις, κλπ). Θα πρέπει, δε, στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι ο μηχανισμός της διαιτησίας θα αυτοχρηματοδοτείται από πόρους που θα προκύπτουν από την ίδια τη διαδικασία της διαιτησίας, καθώς τα διάδικα μέρη που θα καταφεύγουν στη διαιτησία θα επιβαρύνονται και με την κάλυψη των σχετικών εξόδων. Συνεπώς, η λειτουργία της εν λόγω υπηρεσίας δεν θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της ΡΑΕ αλλά θα καλύπτεται από τις προβλεπόμενες στο σχετικό Παράρτημα του Κανονισμού Δαπάνες Διαιτησίας, ενώ ταυτοχρόνως θα καταστήσει επί της ουσίας εφικτή τη βιωσιμότητα και θα ενισχύσει τη λειτουργικότητα του θεσμού, υποστηρίζοντας τη ΡΑΕ στο έργο με το οποίο έχει επιφορτιστεί δυνάμει του πρόσφατου Ν. 4001/2011.
Κλείνοντας ας επιτραπεί μια καταληκτική επισήμανση: Έχει πλέον συγκροτηθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο δίδει τη δυνατότητα εκκίνησης της λειτουργίας του μηχανισμού διαιτησίας επί του συνόλου των διαφορών που δύναται να ανακύψουν στην ενεργειακή αγορά.
Όπως κάθε κανονιστικό πλαίσιο και αυτό θα αξιολογηθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής του και οι όποιες ατέλειες ή ελλείψεις αναδείξει η πράξη δύνανται και στο μέλλον να διορθωθούν. Εντούτοις, κανένα νομικό ή οργανωτικό πλαίσιο δεν μπορεί από μόνο του να καταστήσει θελκτικό έναν δικαιοδοτικό θεσμό. Απαραίτητη γι’ αυτό είναι η ενεργητική δημιουργική συνδρομή όλων των συμμετεχόντων, της Ρυθμιστικής Αρχής, των κατά περίπτωση διαδίκων μερών, αλλά και των διαιτητών και επιδιαιτητών, για να προσδοθεί κύρος, αξιοπιστία και λειτουργικότητα στο νεοπαγή αυτό μηχανισμό προς όφελος όλης της ενεργειακής αγοράς.
Ο Δρ. Αντώνης Μεταξάς είναι Managing Partner, Δικηγορικό Γραφείο "Mεταξάς & Συνεργάτες", Λέκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών