Δρ. Αντώνης Μεταξάς: Αδήριτη η ανάγκη άμεσης ουσιαστικής οργανωτικής στήριξης της λειτουργίας της ΡΑΕ

Δρ. Αντώνης Μεταξάς: Αδήριτη η ανάγκη άμεσης ουσιαστικής οργανωτικής στήριξης της λειτουργίας της ΡΑΕ

Δρ. Αντώνης Μεταξάς: Αδήριτη η ανάγκη άμεσης ουσιαστικής οργανωτικής στήριξης της λειτουργίας της ΡΑΕ
20 02 2012 | 18:54

Ο πιο «αποτελεσματικός» τρόπος για την, ασχέτως προθέσεων, αντικειμενική υπονόμευση της λειτουργίας μιας Δημόσιας Αρχής είναι η ανάθεση σε αυτήν ουσιαστικών, κομβικών αλλά και διευρυμένων αρμοδιοτήτων χωρίς παράλληλη λήψη πρόνοιας για τη διασφάλιση των στοιχειωδώς απαραίτητων οικονομικών και λειτουργικών προϋποθέσεων για την επιτέλεση αυτού του ρόλου της. Με αυτή τη συνοπτική διατύπωση, θεωρώ, αποτυπώνεται ανάγλυφα η προσέγγιση που υιοθετεί η Ελληνική Πολιτεία και η παρούσα πολιτική ηγεσία των διαφόρων συναρμοδίων Υπουργείων στην περίπτωση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ).

Συγκεκριμένα, με τον πρόσφατο νόμο 4001/2011 έχουν ανατεθεί στη ΡΑΕ εξόχως κρίσιμες αλλά και ευρείες αρμοδιότητες ρύθμισης και εποπτείας του συνόλου της ενεργειακής αγοράς (αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου κ.λ.π.). Κατά νομική ακριβολογία, η ΡΑΕ συνεποπτεύει με τον εκάστοτε Υπουργό ΠΕΚΑ το σύνολο των «ενεργειακών δραστηριοτήτων» στη χώρα (βλ. άρθρο 3 παρ. 1), μεριμνά για την ύπαρξη συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού στο σύνολο της ενεργειακής αγοράς και εν γένει «ελέγχει, ρυθμίζει και εποπτεύει» όλους τους επιμέρους κλάδους της εν λόγω αγοράς (άρθρο 4 παρ. 1). Οι γνωρίζοντες αντιλαμβάνονται την ευρύτητα αυτής της διατύπωσης και, συνακόλουθα, το εύρος της ανατιθέμενης ρυθμιστικής και εποπτικής αρμοδιότητας, επομένως και το εύρος των επιστημονικών και πρακτικών εξειδικεύσεων αλλά και της αριθμητικής διάστασης του προσωπικού που προϋποτίθεται ότι η Αρχή θα πρέπει να διαθέτει.

Παράλληλα η ΡΑΕ έχει, κατά το γράμμα του νόμου τουλάχιστον, "διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και δικό της προϋπολογισμό, κατά την εκτέλεση του οποίου διαθέτει πλήρη αυτονομία” (άρθρο 6 παρ. 1). Στην πράξη δυστυχώς, η τελευταία αυτή νομοθετική πρόβλεψη ακυρώνεται κατ’ ουσίαν σήμερα από μια σειρά άλλες παραλλήλως ισχύουσες διάσπαρτες νομοθετικές διατάξεις και υποχρεωτικά ακολουθούμενες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Αυτές οι διαδικασίες από κοινού μαζί με τις επιβαλλόμενες δημοσιονομικές “προσαρμογές” των απολαβών του υπάρχοντος και την αδυναμία πρόσληψης νέου, επιπρόσθετου και απολύτως απαραίτητου νέου προσωπικού συνθέτουν ένα πλαίσιο που κατατείνει σε απόλυτη αντικειμενική δυσλειτουργικότητα του Ρυθμιστή αλλά και ψυχολογική δυσθυμία του στελεχιακού του δυναμικού καταδεικνύοντας παντελή έλλειψη ουσιαστικής αρωγής από τους αρμόδιους κυβερνητικούς φορείς προς την Αρχή, για να επιτελέσει η τελευταία τον νομοθετικά επιβαλλόμενο ρόλο της.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι το σύνολο της ενεργειακής “αγοράς” προσέβλεπε και προσβλέπει σε μια ουσιαστική ενίσχυση του εποπτικού και ελεγκτικού ρόλου του Ρυθμιστή για την επίλυση σειράς δυσλειτουργιών και στρεβλώσεων της αγοράς, ένα θετικό έργο που βάσει των ιδιαιτέρως θετικών δειγμάτων δουλειάς της η ΡΑΕ δείχνει ότι μπορεί, αν υποβοηθηθεί, να φέρει εις πέρας, στην Αρχή δεν παρέχεται ουσιαστική διευκόλυνση για την κάλυψη των απαραιτήτων προϋποθέσεων (επαρκής στελέχωση και ευελιξία κατανομής των υπαρχόντων (!) οικονομικών μέσων) για την επιτέλεση αυτού του ρόλου. Σημειωτέον δε προς επίρρωση του συνολικού παραλόγου, ότι οι πόροι που συγκροτούν τον προϋπολογισμό της ΡΑΕ προέρχονται από ανταποδοτικές εισφορές των ίδιων των παικτών της ενεργειακής αγοράς και όχι από κονδύλια που κατά τον οιοδήποτε τρόπο επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Ποιος λοιπόν ο απώτερος νομιμοποιητικός λόγος γι' αυτή την καταναγκαστική καθήλωση της Αρχής σε ένα πλαίσιο εν τοις πράγμασι οργανωτικής παράλυσης;

Ας μου επιτραπεί εδώ μια προσωπική αναφορά σε σχέση με μια εξέλιξη που είδε ήδη το φως της δημοσιότητας: Μαζί με έγκριτους συναδέλφους συμμετέχουμε σε μια νομοπαρασκευαστική ομάδα, η οποία επεξεργάζεται και θα υποβάλλει στην Ολομέλεια της ΡΑΕ σχέδιο Κανονισμού Διαιτησίας της Αρχής που θα θεσπισθεί, αφού τεθεί προηγουμένως σε δημόσια διαβούλευση. Αυτή η άκρως θετική, σε σχέση και με τις υφιστάμενες ανάγκες της αγοράς, πρωτοβουλία του νομοθέτη, ο οποίος στο άρθρο 37 του Ν. 4001/2011 προβλέπει την οργάνωση μηχανισμού μόνιμης διαιτησίας στη ΡΑΕ, κατά το παράδειγμα και άλλων ρυθμιστικών αρχών του εξωτερικού, θα αποδειχθεί “κενό γράμμα”, αν λ.χ. δεν υφίσταται η δυνατότητα στήριξης του συγκροτηθησόμενου μηχανισμού με μια μόνιμη Γραμματεία, η οποία θα παρακολουθεί και συντονίζει την όλη διαδικασία. Θα συγκροτηθεί εν προκειμένω η απαραίτητη πολιτική βούληση για την αναγκαία οργανωτική υποστήριξη αυτής της νεοπαγούς διαδικασίας, η οποία θα μπορούσε να αποβεί πολλαπλώς επωφελής και απαραίτητη για την ενεργειακή αγορά, όπως αποδεικνύεται ήδη από την εκδηλωθείσα βούληση ενεργειακών παρόχων να υπαγάγουν διαφορές τους στον εν λόγω δικαιοδοτικό μηχανισμό; Σημειωτέον και πάλι, ότι, υπό την προϋπόθεση της δημιουργίας ενός συγκροτημένου, αξιόπιστου και φιλικού προς τα διάδικα μέρη μηχανισμού διαιτησίας υπό την αιγίδα της ΡΑΕ, ο συγκεκριμένος μηχανισμός όχι μόνο θα είναι εν τέλει αυτοχρηματοδοτούμενος αλλά θα δύναται να προσφέρει και επιπλέον έσοδα στον προϋπολογισμό της Αρχής, συντείνοντας μάλιστα και στην αποσυμφόρηση των εσωτερικών της υπηρεσιών μέσω της παροχής και εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης ενεργειακών διαφορών παράλληλα με τον υφιστάμενο μηχανισμό των πολυπληθών καταγγελιών που υποβάλλουν οι πάροχοι και επί των οποίων καλείται σήμερα να αποφαίνεται η ίδια η Αρχή.    

Κλείνοντας, ας επιτραπεί η διατύπωση ενός σχολίου με αφορμή τις σχετικές με την ενεργειακή αγορά αναφορές που περιέχονται στη δεύτερη μνημομονιακή σύμβαση. Οι επιβαλλόμενες (ή συμφωνούμενες, όπως προτιμά ο καθένας) εκτεταμένες παρεμβάσεις που προδιαγράφονται για όλους ουσιαστικά τους τομείς της ενεργειακής αγοράς στο συγκεκριμένο κείμενο δεν δύναται να πραγματοποιηθούν με συντεταγμένο και συγκροτημένο τρόπο χωρίς ένα Ρυθμιστή με διαφαλισμένες τις δυνατότητές του να λειτουργήσει με επάρκεια και αποτελεσματικότητα. Η πολιτική ηγεσία του αρμοδίου Υπουργείου και της χώρας ευρύτερα ας πράξει λοιπόν τα αυτονόητα, το άλλοθι του ισχυρισμού ότι δεν γνώριζε ή δεν κατανοούσε δεν μπορεί πάντως σε καμία περίπτωση να το έχει.   

------------ 

Ο Δρ. Αντώνης Μεταξάς είναι Διευθύνων Εταίρος, "Μεταξάς & Συνεργάτες - Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι", Λέκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών  

      

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM