Αρχές 2024 οι μελέτες βυθού για το νέο καλώδιο Ελλάδας- Ιταλίας - Συμφωνούν ΑΔΜΗΕ και TERNA στην ανάγκη «λεωφόρων» ΑΠΕ από Νότο προς Κεντρική Ευρώπη
Στο δύσκολο εγχείρημα, αυτό της διεξοδικής απεικόνισης του βυθού κατά μήκος των 220 χιλιομέτρων της υποβρύχιας διαδρομής, μπαίνει το έργο του τριπλασιασμού της μεταφορικής ικανότητας ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ Ελλάδας - Ιταλίας.
Οι μελέτες θα ξεκινήσουν αρχές του 2024, όπως συμφώνησαν προχθές η επικεφαλής της TERNA Giuseppina Di Foggia που μαζί με ηγετικά στελέχη επισκέφθηκε την Αθήνα και συναντήθηκε τη Τρίτη με τον επικεφαλής του ΑΔΜΗΕ, Μ.Μανουσάκη, σε μια συνάντηση με πλούσια ατζέντα. Το δείχνει και το γεγονός ότι την ιταλίδα CEO συνόδευσε στην Αθήνα μια ομάδα από ανώτερα στελέχη, όπως ο CFO και ο επικεφαλής μεγάλων έργων και διεθνούς ανάπτυξης.
Το ένα θέμα αφορά το καλώδιο, όπου η Ελλάδα επίγεται να βρει εξαγωγικούς διαδρόμους για την περίσσεια πράσινη ενέργεια που παράγει. Τα μεσημέρια γίνεται πλέον όλο και πιο συχνά εξαγωγέας, η πλεονάζουσα παραγωγή αναζητά πιεστικά διεξόδους και οι δύο Διαχειριστές μελετούν, σύμφωνα με πληροφορίες, κάθε δυνατή λύση συνεργασίας, με βάση τις εμπειρίες κάθε οργανισμού, για να επιταχυνθεί η επέκταση του καλωδίου από τα 500 στα 1.500 MW. Και σημειωτέον ότι η Ιταλία παραμένει ο ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη (σε καθαρή βάση).
Το άλλο θέμα, για το οποίο έχει ξεκινήσει μεγάλη συζήτηση και σε ευρωπαικό επίπεδο αφορά την πολύ μεγάλη ανάγκη για διαδρόμους μεταφοράς ενέργειας από τα σημεία που παράγονται οι ΑΠΕ προς την κεντρική Ευρώπη, καθώς και για διάφορα εναλλακτικά σενάρια. Εδώ, η άποψη της TERNA, που είναι ο μεγαλύτερος Διαχειριστής στην Ευρώπη, με 26 διεθνείς διασυνδέσεις και παρουσία σε τρεις ηπείρους, έχει βαρύνοντα ρόλο.
Στην πράξη, Μανουσάκης και Di Foggia συζήτησαν για πρωτοβουλίες που μπορούν να αναλάβουν για την απρόσκοπτη ανάπτυξη των δικτύων ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, πάνω σε προτάσεις που τέθηκαν στο τραπέζι τον Σεπτέμβριο κατά το φόρουμ Future of our Grids που διοργάνωσε ο ENTSO-E στις Βρυξέλλες.
Σε εκείνη τη συνάντηση, 200 στελέχη της ευρωπαικής βιομηχανίας, διαχειριστές πολλών χωρών και policy makers, παρουσία της Επιτρόπου Κάντρι Σίμσιον, συζήτησαν πόσο καταλυτική είναι η σημασία αναβάθμισης των δικτύων για να πετύχει το εγχείρημα της πράσινης μετάβασης. Και ο ENTSO-E’s παρέθεσε στοιχεία του 10ετούς του πλάνου, που δείχνουν ότι αν η Ευρώπη θέλει να επιταχυνθεί το green transition και να μειωθεί ο λογαριασμός για τους καταναλωτές κατά 9 δισ. ετησίως, πρέπει να επενδύονται 6 δισ ευρώ το χρόνο μόνο σε διασυνοριακές διασυνδέσεις μέχρι το 2040. Διαφορετικά το εγχείρημα θα αποτύχει.
Τέσσερα είναι τα προαπαιτούμενα για να συμβάλλουν τα δίκτυα στην πράσινη μετάβαση: Χρηματοδότηση των απαραίτητων επενδύσεων, κινήσεις σε ρυθμιστικό αλλά και πολιτικό επίπεδο, μέριμνα πάνω σε ζητήματα αλυσίδων εφοδιασμού και καλύτερη συνεργασία. Στο ίδιο φόρουμ, η Επίτροπος Σίμσον δεσμεύθηκε ότι θα φέρει προς συζήτηση το θέμα των δικτύων σε πολιτικό επίπεδο.
Και το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου που αφορά ειδικά τους Διαχειριστές χωρών του Νότου, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, είναι τι θα γίνει με τις νέες διασυνοριακές διασυνδέσεις, χωρίς τις οποίες δεν πρόκειται να απορροφηθούν οι μεγάλοι όγκοι ΑΠΕ της Μ.Ανατολής και Β.Αφρικής, με ποια εργαλεία θα χρηματοδοτηθούν, πότε και σε τι βαθμό θα απλοποιηθούν οι διαδικασίες αδειοδότησης.
Η επέκταση της διασύνδεσης Ελλάδας - Ιταλίας που επιβάλλεται και από τα ανοίγματα της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο, συνδέεται με τα παραπάνω. Το πρώτο βήμα είναι η αναβάθμιση από τα 500 στα 1.500 MW. Αλλά σε βάθος χρόνου, όπως είχε αναφέρει παλαιότερα ο σύμβουλος του Πρωθυπουργού Νίκος Τσάφος, αυτός ο διάδρομος μπορεί να απορροφήσει μέρος από το πλεόνασμα της ελληνικής παραγωγής ΑΠΕ, αλλά και να μεταφέρει πολύ περισσότερη ενέργεια.
Στα τεχνικά του έργου, η νέα διασύνδεση θα είναι συνεχούς ρεύματος, με υπερσύγχρονη τεχνολογία μετατροπέων πηγής τάσης (Voltage Source Converters – VSC), υποβρύχιο μήκος διαδρομής 220 χλμ. και χερσαία όδευση σε Ελλάδα και Ιταλία, 55 χλμ. Επίσης, ο ΑΔΜΗΕ προβλέπεται να αναπτύξει ένα νέο ΚΥΤ στη Θεσπρωτία, που θα εξυπηρετεί επίσης τη νέα διεθνή διασύνδεση με την Αλβανία.
Των παραπάνω είχε προηγηθεί το 2022 η ολοκλήρωση της μελέτης σκοπιμότητας (εκπόνηση μελετών αγοράς και δικτύου και ανάλυση κόστους – οφέλους) από κοινή ομάδα εργασίας μεταξύ των δύο Διαχειριστών. Και κατόπιν αξιολόγησης των αποτελεσμάτων, είχαν καταλήξει ότι η βέλτιστη τεχνοοικονομικά λύση είναι η κατασκευή νέας διασύνδεσης με μεταφορική ικανότητα 1.000 MW, προκειμένου να τριπλασιαστεί το περιθώριο των ανταλλαγών ηλεκτρικής ενέργειας.