"Απασφαλισμένη" η βόμβα… ΕΤΜΕΑΡ , παρά την αισιοδοξία που εκπέμπεται
Εάν το σκεπτικό της αίτησης ακύρωσης κατά του ΕΤΜΕΑΡ από μεγάλη βιομηχανία γίνει αποδεκτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας -έστω και εάν η ίδια επικαλείται τώρα το γεγονός ότι είναι αυτοπαραγωγός- τότε αμφισβητείται η βάση πάνω στην οποία επιβάλλεται το ειδικό τέλος και το οικοδόμημα της αγοράς κινδυνεύει με κατάρρευση.
Αυτός είναι ο φόβος στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς θα προστεθεί ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα σε εκείνα που ήδη υπάρχουν. "Η βόμβα του ΕΤΜΕΑΡ έχει ήδη απασφαλιστεί" λέγεται χαρακτηριστικά από παράγοντες της αγοράς.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, υπάρχουν στοιχεία αισιοδοξίας για την τελική κατάληξη της υπόθεσης, η οποία, όπως αποκάλυψε το Εnergypress αφορά την προσφυγή μεγάλης ενεργοβόρου και αυτοπαραγωγού βιομηχανίας στο ΣτΕ, κατά της νομιμότητας επιβολής του ΕΤΜΕΑΡ.
Επισημαίνουν δηλαδή ότι ακόμη και το γεγονός ότι η προσφεύγουσα, ενώ σε πρώτη φάση αμφισβήτησε την ουσία του ΕΤΜΕΑΡ στη συνέχεια πραγματοποιεί στροφή δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο γεγονός ότι η ίδια είναι αυτοπαραγωγός, δείχνει πιθανόν ότι η εκδίκαση της υπόθεσης «γέρνει» υπέρ των θέσεων της πολιτείας και της ΡΑΕ. Ωστόσο, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η εισήγηση του εισηγητή Συμβούλου δεν ευνοεί τις θέσεις του υπουργείου...
Τι λέει η βιομηχανία στην προσφυγή της
Σύμφωνα με πληροφορίες του Energypress, το σκεπτικό της αίτησης ακύρωσης δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες αφού στις 18 σελίδες υπάρχει εκτενής ανάλυση και νομική επιχειρηματολογία υποστηρίζοντας ότι το ΕΤΜΕΑΡ δεν είναι ανταποδοτικό τέλος αλλά φόρος και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιβάλλεται με τυπικό νόμο που θα καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας, το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο νόμος. Κατά το ίδιο σκεπτικό ο προσδιορισμός των αριθμητικών συντελεστών του τέλους από τη ΡΑΕ αντίκειται στο Σύνταγμα.
«Ο φόρος επιβάλλεται με τυπικό νόμο, ο οποίος ρυθμίζει τα ουσιώδη στοιχεία του φόρου» αναφέρει χαρακτηριστικά το σκεπτικό της αίτησης, στο οποίο γίνεται αναφορά και στα ανταποδοτικά τέλη, για τα οποία «αντιθέτως δεν αποκλείεται η κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ρύθμιση».
Σε ό,τι αφορά τη διάκριση μεταξύ φόρου και τέλους, η αίτηση της βιομηχανίας αναφέρει ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα φόρος είναι η «άμεση χρηματική εισφορά των ιδιωτών προς το κράτος, καταβαλλόμενη αναγκαστικά υπό μορφή οριστική και άνευ ειδικού ανταλλάγματος, έχει δε ουσιώδη σκοπό την επί τη βάσει της φοροδοτικής ικανότητας των ιδιωτών κάλυψη των δημοσίων βαρών.
Ανταποδοτικό δε τέλος είναι κάθε χρηματική παροχή από τον ιδιώτη προς το κράτος ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έναντι ειδικής αντιπαροχής του κράτους ή του ΝΠΔΔ προς τον ιδιώτη, η οποία συνίσταται συνήθως σε παροχή δημόσιας υπηρεσίας ή σε χρήση ενός δημοσίου πράγματος»… «η διαπίστωση δε της εξατομικευμένης εξυπηρέτησης των πολιτών από την παρεχόμενη υπηρεσία είναι τέτοιας σημασίας ώστε να μη θεωρείται τέλος αλλά φόρος, βάρος το οποίο από τη φύση του ωφελεί αόριστο κύκλο προσώπων και όχι τις βαρυνόμενες κατηγορίες υπόχρεων».
Και καταλήγοντας στο σκεπτικό της η αίτηση αναφέρει «το ΕΤΜΕΑΡ συνιστά φόρο και όχι ανταποδοτικό τέλος η δε νομοθετική εξουσιοδότηση για τον προσδιορισμό των συντελεστών του εν λόγω φόρου και των αριθμητικών τιμών τους από την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση αντίκειται στις ρητές διατάξεις του Συντάγματος περί απαγόρευσης της κανονιστικής φορολογικής αρμοδιότητας».
Βεβαίως έχοντας ήδη με την επιχειρηματολογία της αίτησης, προσπαθήσει να αποδομήσει το συνολικό οικοδόμημα του ΕΤΜΕΑΡ, η προσφεύγουσα ζητεί να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα της αυτοπαραγωγής και της ιδιοκατανάλωσης προκειμένου να μην υπάγεται στις γενικές κατηγορίες πελατών και να της επιβάλλεται ΕΤΜΕΑΡ.
Τι θα σήμαινε
Σε περίπτωση πάντως που η αίτηση γίνει δεκτή τότε στην πραγματικότητα πρόκειται για μία «βόμβα» στα θεμέλια της αγοράς, αφού η χρηματοδότηση των ΑΠΕ μέσω του ΕΤΜΕΑΡ τίθεται σε αμφισβήτηση: θα πρέπει για την αναπροσαρμογή του τέλους, κάθε φορά γίνεται νομοθετική ρύθμιση.
Αυτό πρακτικά μεταφράζεται σε προβλήματα, χρονικές καθυστερήσεις αλλά και αντιδράσεις, οι οποίες θα δυσχεράνουν -εάν δεν καταστήσουν ανέφικτη- τη χρηματοδότηση της λειτουργίας της αγοράς των ΑΠΕ από το ΕΤΜΕΑΡ.