Ανακύκλωση φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα: Προκλήσεις, το “αγκάθι” του περιβαλλοντικού τέλους και μια αέναη αντιπαράθεση για το ποιος πληρώνει τα “παλαιά” έργα

Reed Smith για ανακύκλωση φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα: Το «αγκάθι» του περιβαλλοντικού τέλους και μια αέναη αντιπαράθεση για το ποιος πληρώνει τα «παλιά» έργα

Ανακύκλωση φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα: Προκλήσεις, το “αγκάθι” του περιβαλλοντικού τέλους και μια αέναη αντιπαράθεση για το ποιος πληρώνει τα “παλαιά” έργα
28 11 2025 | 07:30

Πονοκέφαλος για τον κλάδο των φωτοβολταϊκών στη χώρα μας παραμένει το ζήτημα της ανακύκλωσης των μονάδων, διαδικασία που επί του πρακτέου τείνει να μείνει στα χαρτιά, εξαιτίας ρυθμιστικών και άλλων θεμάτων, αλλά και της μη καταβολής των περιβαλλοντικών τελών από την πλειοψηφία της αγοράς. 

Όπως αναφέρεται σε σχετική ανάλυση του ελληνικού γραφείου της διεθνούς νομικής εταιρείας Reed Smith, καθώς αυξάνει ραγδαία ο αριθμός των φωτοβολταϊκών συστημάτων στη χώρα, αυξάνεται και η ανάγκη για υπεύθυνη διαχείριση των αποβλήτων τους, σύμφωνα με την σχετική ευρωπαϊκή οδηγία.

Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην ανάλυση, το ελληνικό ρυθμιστικό πλαίσιο, παρότι έχει εξελιχθεί σε ένα λειτουργικό σύστημα, παραμένει ατελές, με τα κύρια ζητήματα να αναλύονται παρακάτω.

Το πρόβλημα με τα «παλιά» φωτοβολταϊκά

Ένα πρωταρχικό θέμα που προκύπτει για την ελληνική αγορά, αφορά στη διάκριση «παλιών» και «νέων» έργων, δηλαδή σε εκείνα που μπήκαν στην αγορά πριν και μετά το 2020. Όσον αφορά τα νέα έργα, οι κανόνες είναι σαφείς, σύμφωνα με την αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει, πράγμα που σημαίνει ότι οι παραγωγοί οφείλουν να καταβάλουν εκ των προτέρων το τέλος ανακύκλωσης, κατά την εγκατάσταση των συστημάτων. Έτσι, αν ένας ιδιοκτήτης δεν συμμετάσχει σε ένα συλλογικό σύστημα επεξεργασίας ή διακόψει τις δραστηριότητές του χωρίς να έχει εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις, η ευθύνη βαραίνει τον ίδιο.

Αντίθετα, για τα πάνελ που πουλήθηκαν πριν από το 2020 δεν είχε διαμορφωθεί ο μηχανισμός διαχείρισης αποβλήτων και επομένως δεν είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν περιβαλλοντική εισφορά. Αυτό ως συνέπεια σήμερα, το κόστος της ανακύκλωσης να βαραίνει πλέον τον τελικό χρήστη, τον υφιστάμενο δηλαδή ιδιοκτήτη του έργου. Το γεγονός αυτό έχει εγείρει διαμάχη για το ποιος θα πρέπει τελικά να πληρώσει το τέλος, ο ιδιοκτήτης/παραγωγός του φωτοβολταϊκού ή αυτός που διέθεσε για αρχικά τον εξοπλισμό στην αγορά.

Αντιπαράθεση για το περιβαλλοντικό τέλος

Το ελάχιστο υποχρεωτικό τέλος ανακύκλωσης που έχει ορίσει ο ΕΟΑΝ, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 300 ευρώ/τόνο, αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα στον κλάδο.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι, το ποσό αυτό είναι πολύ υψηλότερο από το πραγματικό κόστος επεξεργασίας, ιδίως με τα σημερινά δεδομένα, που οι εγχώριες μονάδες ανακύκλωσης έχουν μειώσει τα έξοδα μεταφοράς και επεξεργασίας. Ορισμένοι φορείς ανακύκλωσης εκτιμούν ότι το πραγματικό κόστος είναι πιο κοντά στα 80-100 ευρώ ανά τόνο και υποστηρίζουν ότι, το τρέχον τέλος αποθαρρύνει τη δραστηριότητα και καθυστερεί την αποξήλωση παλαιότερων συστημάτων.

Όπως σημειώνει το άρθρο, η Φωτοκύκλωση είχε προτείνει τη μείωση της εισφοράς από τα 150 ευρώ/τόνο σε 90 ευρώ/τόνο, επικαλούμενη επικαιροποιημένα στοιχεία κόστους και πρακτική εμπειρία από τις τοπικές υποδομές ανακύκλωσης. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή πρόσθετων συστημάτων συλλογικής επεξεργασίας, το ελάχιστο υποχρεωτικό τέλος ανακύκλωσης αυξήθηκε απροσδόκητα αντί να μειωθεί.

Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι μόνο το Υπουργείο Περιβάλλοντος μπορεί να παρέχει τη νομική σαφήνεια που απαιτείται για την επίλυση αυτής της διαφοράς και τη σταθεροποίηση του συστήματος, ενώ η EOAN ανέθεσε την προετοιμασία της ανάλυσης κόστους και τον υπολογισμό του υποχρεωτικού τέλους ανακύκλωσης των υπόχρεων παραγωγών στην PricewaterhouseCoopers Business Solutions.

Προκλήσεις και κόστη

Όπως τονίζεται στη συνέχεια, η αφαίρεση και η μεταφορά φωτοβολταϊκών μονάδων μπορεί να είναι δαπανηρή και περίπλοκη, ειδικά για απομακρυσμένες ή πυκνές εγκαταστάσεις. Η ικανότητα ανακύκλωσης μολονότι αυξάνεται, ενδέχεται να αντιμετωπίσει πιέσεις καθώς η Ελλάδα ξεκινά την αναβάθμιση των πρώτων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε μεγάλη κλίμακα. Επιπλέον, η ανάκτηση υλικών υψηλής αξίας παραμένει τεχνολογικά δύσκολη, γεγονός που επηρεάζει την οικονομική αποδοτικότητα της ανακύκλωσης.

Ταυτόχρονα, ο προγραμματισμός είναι ιδιαίτερα σημαντικός: οι παραγωγοί υποχρεούνται να συνεισφέρουν οικονομικά σήμερα, αλλά τα φωτοβολταϊκά συστήματα ενδέχεται να μην φτάσουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους για δεκαετίες, γεγονός που απαιτεί προσεκτικό μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.

Τι πρέπει να γίνει

Σύμφωνα με την ανάλυση, η βελτίωση του συστήματος επεξεργασίας θα απαιτήσει συνεργασία σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας. Οι παραγωγοί θα πρέπει να προγραμματίζουν εκ των προτέρων τους μελλοντικούς όγκους αποβλήτων και να συμμορφώνονται έγκαιρα με τα συστήματα, ιδανικά μέσω μακροπρόθεσμων συμβάσεων.

Επιπλέον, οι πάροχοι υπηρεσιών μηχανικής, προμηθειών και κατασκευών, καθώς και υπηρεσιών λειτουργίας και συντήρησης, θα επωφεληθούν από την ενσωμάτωση του σχεδιασμού παροπλισμού από την αρχή ενός έργου, αντί να τον αντιμετωπίζουν ως δευτερεύον ζήτημα. Αντίστοιχα, οι εταιρείες ανακύκλωσης πρέπει να συνεχίσουν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και να υιοθετούν ευέλικτες τεχνολογίες ικανές να προσαρμόζονται στις διακυμάνσεις των ροών αποβλήτων.

Τέλος, σε πολιτικό επίπεδο, απαιτούνται σαφέστερες αποφάσεις από την ΕΟΑΝ και το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας – ιδίως όσον αφορά τις διατάξεις για τα τέλη και τις οφειλές των “παλιών” έργων, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη στο σύστημα.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM