Αναγκαία μια ευρωπαϊκή «μετάλλαξη» ρεαλισμού μετά από ένα έτος «αποκάλυψης»
Το 2021 ήταν ένα έτος «αποκάλυψης», με κάθε εκδοχή του όρου, αλλά και αντιφάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Ανέδειξε με δραματικό τρόπο την ένταση της κλιματικής κρίσης, που δεν άφησε ανεπηρέαστο κανένα σημείο του πλανήτη, πλήττοντας ακόμη και τις πλέον ισχυρές χώρες. Παράλληλα ωστόσο, αποκάλυψε έντονες ασυμμετρίες στην προσέγγιση των κρατών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Η ανομοιογένεια αυτή αποτυπώθηκε με ηχηρό τρόπο στην COP 26 και ειδικότερα, στις αναδιατυπώσεις των συμπερασμάτων της, που περιείχαν λιγότερες δεσμεύσεις και από τις πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις.
Μετέωρος ο ρόλος του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή πολιτική
Επιπρόσθετα, το έτος που διανύσαμε αποκάλυψε πτυχές της ευρωπαϊκής πολιτικής για την πράσινη μετάβαση που είχαν ίσως υποτιμηθεί, ή τουλάχιστον δεν εμπεριέχονταν ούτε στις αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ούτε στις εκτιμήσεις των αγορών.
Μεταξύ αυτών, διακρίνεται η συνεχιζόμενη ασάφεια σχετικά με τον ρόλο του φυσικού αερίου ως μεταβατικό καύσιμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία διετία έχει αλλάξει 4 φορές η ευρωπαϊκή προσέγγιση αναφορικά με τη συμπερίληψη του φυσικού αερίου στην πράσινη ταξινομία, από την πλήρη απόρριψη έως την πιθανή ένταξη, υπό συνθήκες. Μια πρόσφατη εκδοχή μάλιστα, περιγράφει ένα δυνητικό μενού επιλογών για τους επενδυτές, ώστε να έχουν την ευχέρεια να εξαιρούν ή να προσθέτουν το ορυκτό καύσιμο στο χαρτοφυλάκιο τους.
Η παρατεταμένη έλλειψη σύγκλισης, σε συνδυασμό με την νέα πολιτική χρηματοδότησης των τραπεζών προς τα ορυκτά καύσιμα, προκάλεσε αναμφίβολα, επενδυτική αβεβαιότητα σε όλη την αλυσίδα του φυσικού αερίου. Αντίστοιχους κλυδωνισμούς δημιούργησε η αναθεώρηση του Κανονισμού για τα έργα κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (PCI), που πρότεινε ως προϋπόθεση στήριξης των νέων υποδομών αερίου την πλήρη μετάπτωση σε υδρογόνο έως το 2030, μεταξύ άλλων εκδοχών, όπως ο πλήρης αποκλεισμός.
Οι συγκεχυμένες προοπτικές για το αέριο δεν περιορίστηκαν στην Ευρώπη, η οποία συνιστά σημαντικό προορισμό εισαγωγών, αλλά είχαν διεθνή αντανάκλαση, στο πλαίσιο και των διαδικασιών εναρμόνισης επενδυτικών κανονισμών. Για κάποιους αναλυτές μάλιστα, η θεώρηση του φυσικού αερίου ως δυνητικά «μαύρη επένδυση» συνιστά έναν από τους καταλυτικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην ακύρωση 70 upstream επενδύσεων παγκοσμίως, παράλληλα με τις πολλαπλές αρρυθμίες που δημιούργησε η πανδημία.
Η ασαφής λοιπόν ευρωπαϊκή προσέγγιση αντανακλάται εν μέρει και στην ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης που προκλήθηκε. Διανύουμε άλλωστε μια περίοδο που το φυσικό αέριο αντικαθιστά τον άνθρακα, στο πλαίσιο της σταδιακής απανθρακοποίησης, ενώ συγχρόνως, η παγκόσμια ζήτηση ανακάμπτει μετά από ένα έτος με εκτεταμένες περιόδους lockdown.
Σύνθετο διεθνές τοπίο
Παράλληλα, το 2021 έφερε στην επιφάνεια σύνθετες διεθνείς αλληλεπιδράσεις και ασυμμετρίες. Γεωπολιτικές παράμετροι, όπως η πολιτική της Ρωσίας, ως κυρίαρχου προμηθευτή φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η πιστοποίηση του Nord Stream 2, η ένταση στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία, αλλά και η ευελιξία των ασιατικών χωρών να προσελκύουν LNG σε μια παγκόσμια αγορά και να διαχειρίζονται το υπέρογκο κόστος με διαφορετικούς μηχανισμούς, είχαν άμεση αντανάκλαση στο άλμα τιμών στην Ευρώπη.
Η τάξη των μεγεθών είναι αποκαλυπτική και σημαντική για την κατανόηση του βαθμού επίδρασής τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι εντός του 2021, η Κίνα για πρώτη φορά ξεπέρασε την Ιαπωνία σε εισαγωγές LNG, σημειώνοντας άνοδο 25% συγκριτικά με το 2020, και αξιοποιώντας τις σημαντικές επενδύσεις που υλοποίησε σε τερματικούς σταθμούς. Ειδικότερα, η δυναμικότητα της Κίνας για ημερήσια εισαγωγή LNG υπερδιπλασιάστηκε από το 2013 έως το 2020, αυξήθηκε περαιτέρω το 2021 αγγίζοντας τα 12.9 Bcf/d, ενώ το 2024 θα προσεγγίσει τα 17 Bcf/d. Προστιθέμενη σε πλήθος άλλων παραγόντων, η δυναμική αυτή θεωρείται συχνά ως μια από τις σημαντικές παραμέτρους για την εξέλιξη των τιμών του αερίου στην Ευρώπη.
Στρεβλώσεις ή εύλογη αντίδραση των αγορών;
Επιπρόσθετα, το τελευταίο εξάμηνο αποκάλυψε διαφορετικές ερμηνείες της τροχιάς των ευρωπαϊκών αγορών. Κάποιοι ευρωπαϊκοί φορείς και αναλυτές ισχυρίζονται ότι οι αγορές απλά λειτούργησαν, ανταποκρινόμενες στα δεδομένα προσφοράς και ζήτησης, και δεν εντόπισαν στρεβλώσεις σε προκαταρκτική διερεύνηση. Ωστόσο, βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη ενδελεχείς έρευνες από τον ACER και την ESMA.
Δεν θεωρήθηκε επίσης στρέβλωση ο φαύλος κύκλος που διαφαίνεται ότι διέπει το spiral των ενεργειακών τιμών. Πιο συγκεκριμένα, το «dark spread» (η διαφορά λειτουργικού κόστους μεταξύ μονάδων άνθρακα και φυσικού αερίου) από αρνητικές τιμές εκτινάχθηκε σε αδόκητα επίπεδα, έως και 100 €/MWh, προκαλώντας στροφή προς τη λειτουργία των μονάδων άνθρακα. Ωστόσο, η παράδοξη αυτή εξέλιξη, λόγω των εκλυόμενων εκπομπών CO2 των ανθρακικών μονάδων, εκτίνασσε περαιτέρω τις τιμές CO2, που προσέγγισαν ακόμη και τα 90 €/tn. Εξισορροπώντας εκ νέου την απόκλιση από τις μονάδες φυσικού αερίου, τα επίπεδα αυτά ενίσχυαν περαιτέρω την κατανάλωση αερίου, δημιουργώντας πρόσθετα περιθώρια για νέα άλματα τιμών.
Η αλυσιδωτή αυτή αντίδραση συνεχίζεται, αφού καμία άμεση παρέμβαση δεν κρίθηκε αναγκαία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Έτσι, οι τιμές χονδρεμπορικής στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να σπάσουν το φράγμα των 500 €/MWh και να υπερβούν τα 1000 €/MWh σε ώρες αιχμές. Η επίδραση ενός ψυχρού κύματος και η κατάσταση των πυρηνικών σταθμών της Γαλλίας μπορεί να πυροδοτήσει χαοτικές τροχιές όχι μόνο στα επίπεδα των τιμών αλλά και στην αντίδραση της ζήτησης.
Οι ερμηνείες επομένως, για την τροχιά των ευρωπαϊκών αγορών παραμένουν ανομοιογενείς. Το βέβαιο είναι ότι στις παραπάνω διεθνείς συνθήκες, ο συνδυασμός επενδυτικής ασάφειας και υφιστάμενων ευρωπαϊκών μηχανισμών, με καταλύτη τυχόν αθέμιτες συμπεριφορές (όπως οι εκπεφρασμένες ανησυχίες για τον ρόλο των financial speculators) και στοχαστικά φαινόμενα (όπως καιρικές συνθήκες και βλάβες μονάδων παραγωγής), είναι ικανός να παρατείνει ένα εκρηκτικό μίγμα ανατιμήσεων, όχι μόνο στην ενέργεια αλλά και σε κάθε τομέα της οικονομίας, απειλώντας την κοινωνική συνοχή.
Το κόστος της πράσινης μετάβασης
Είναι επίσης αντιληπτό ότι το 2021 διαλύθηκαν αρκετοί μύθοι αναφορικά με το κόστος της πράσινης μετάβασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων κατά την παρουσίαση των εθνικών τους σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα αναφερόταν στην επίτευξη πιο προσιτών τιμών ενέργειας ή ακόμη και σε «μετάβαση μηδενικού κόστους». Οι επιδοτήσεις των ΑΠΕ μπορεί πράγματι να βαίνουν προς κατάργηση αλλά η πράσινη μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις στην αναβάθμιση, επέκταση και ψηφιοποίηση των δικτύων, καθώς και σχήματα στήριξης για τις τεχνολογίες που εξομαλύνουν την στοχαστικότητα των ΑΠΕ.
Με δεδομένη την υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ, οι τεχνολογίες αυτές συχνά δεν μπορούν να ανακτήσουν το κεφαλαιουχικό τους κόστος από έσοδα των αγορών. Αυτό απορρέει από τις μειωμένες ώρες λειτουργίας τους, τα ανεπαρκή επίπεδα τιμών σε μεγάλους χρονικούς ορίζοντες, ή και τον ελλιπή βαθμό ωρίμανσης, στην περίπτωση νέων τεχνολογιών. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, διαπιστώνουμε έτσι μια «έκρηξη» αιτημάτων από τα κράτη μέλη για μηχανισμούς στήριξης σε όλο το φάσμα τεχνολογιών, από τις μονάδες φυσικού αερίου έως τις μπαταρίες, την αντλησιοταμίευση, και τους ηλεκτρολύτες για την παραγωγή υδρογόνου.
Οι πρόσθετες επενδύσεις που απαιτεί συνολικά η εφαρμογή του νέου Πακέτου «Fit for 55» και η προσαρμογή σε ευρύτερους περιβαλλοντικούς στόχους αγγίζουν ήδη το 1 τρις ευρώ πανευρωπαϊκά. Είναι ωστόσο αποκαλυπτικό ότι για την επίτευξη των στόχων του νέου Πακέτου, η μελέτη της ΕΕ προβλέπει αύξηση του ενεργειακού κόστους κατά 19% έως το 2030, ενώ δεν εμπεριέχει καμία εκτίμηση για την επίπτωση στην ασφάλεια εφοδιασμού.
Συγχρόνως, κάποιες μελέτες ανέδειξαν ότι οι λογαριασμοί ενέργειας για τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη είναι πιθανόν να αυξηθούν κατά 400-500 ευρώ ετησίως από το 2025 και εφεξής, λόγω των νέων ρυθμίσεων, όπως η επέκταση του μηχανισμού ETS στα κτίρια. Παρόλα αυτά, η ΕΕ έκρινε επαρκή την θέσπιση ενός Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, που θα λειτουργεί μετά το 2025 με συνολικό προϋπολογισμό 72 δις ευρώ για 8 έτη.
Πρόκειται δηλαδή για ένα ποσό, που στις παρούσες συγκυρίες, θα μπορούσε να εξαντληθεί, πανευρωπαϊκά, εντός τριμήνου για την διαχείριση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης. Στα τέλη Νοεμβρίου, η ευρωπαϊκή συζήτηση για ενίσχυση του παραπάνω Ταμείου δεν είχε θετική έκβαση, γεγονός που αναδεικνύει πόσο ανελαστικές μπορεί να είναι οι ευρωπαϊκές διεργασίες.
Αναγκαία η ομαλότητα της μετάβασης με ρεαλιστικούς όρους
Είναι πλέον σαφές ότι η κλιματική φιλοδοξία είναι αναγκαία αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ένα πλάνο ομαλής μετάβασης. Ειδικά, όταν οι εναλλακτικές τεχνολογίες που απαιτούνται, όπως τα ανανεώσιμα αέρια, δεν υφίστανται ακόμη, ούτε στην κλίμακα ούτε στα επίπεδα κόστους που δύνανται να τις καταστήσουν οικονομικά βιώσιμες άνευ στήριξης.
Αντίστοιχα, ανησυχητικές διαστάσεις για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας εμπεριέχουν κάποιες από τις προτεινόμενες παραμέτρους του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBCA). Ισχυρή είναι η ανησυχία και για την πράσινη μετάβαση της ναυτιλίας, όπου δεν έχουν αναδειχθεί ρεαλιστικές εκδοχές εναλλακτικών καυσίμων σε ευρεία κλίμακα, αλλά το LNG συναντά ακόμη επιφυλάξεις στην ΕΕ, με τα χρονοδιαγράμματα για επίτευξη συναίνεσης συνεχώς να μετατοπίζονται.
Πέρα από τις αντιφάσεις για τον ρόλο του φυσικού αερίου, με αντανάκλαση σε πλήθος επιμέρους τομέων, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο διαπιστώνεται επίσης κάποια ανησυχία για τις διαδικασίες που διέπουν τις δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα operational terms δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί, επιφέροντας καθυστερήσεις υλοποίησης, ενώ αρκετές δράσεις υπόκεινται στην έγκριση της Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η απόκριση της οποίας μπορεί να είναι πολυετής.
Συμπεράσματα
Αν το 2021 διέλυσε κάποιους ευρωπαϊκούς μύθους, το νέο έτος απαιτεί προσγείωση στο ρεαλισμό. Η εξίσωση είναι σύνθετη, με διεθνείς αλλά και ευρωπαϊκές διαστάσεις. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα οφείλουν να αντιληφθούν ότι με γενικές συστάσεις, μη άμεσης εφαρμογής, δεν αντιμετωπίζονται οι δυσανάλογες επιβαρύνσεις καταναλωτών και επιχειρήσεων. Οι παρενέργειες των μηχανισμών πρέπει να διορθώνονται, με υψηλό αίσθημα ευθύνης, και όχι ευχολόγια.
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν πλέον υποχωρήσει αισθητά στις ΗΠΑ και την Ασία, όπως αποτυπώνεται στους δείκτες Henry Hub και JKM, ενώ στην Ευρώπη κινούνται σε ανεξέλεγκτα επίπεδα. Η ανάγκη για μια συγκροτημένη ευρωπαϊκή στρατηγική στην ενεργειακή ασφάλεια είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Είναι ενδεικτικό ότι για την περίοδο 2024-25, η Ευρώπη αναμένεται να χρειαστεί επιπρόσθετα 150 bcm φυσικού αερίου, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΙΕΑ. Είναι κρίσιμο η ποσότητα αυτή να είναι διαθέσιμη με ανταγωνιστικές τιμές.
Συγχρόνως, η επιστροφή στον άνθρακα δεν μπορεί να θεωρείται εύλογη συνέπεια των οικονομικών σημάτων και συμβατή με τους κλιματικούς στόχους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΙΕΑ, η αύξηση ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα στην Ευρώπη θα αγγίξει φέτος το 20%, και διεθνώς το 9%. Είναι ένα αποτέλεσμα που σηματοδοτεί αστοχία της ευρωπαϊκής πολιτικής. Άλλωστε, η εφαρμογή της στρατηγικής μεθανίου μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις περιβαλλοντικές ανησυχίες για την επίδραση του φυσικού αερίου.
Η Γαλλική Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη εντοπίσει κρίσιμα ζητήματα, που θα τεθούν στο προσεχές εξάμηνο. Παραμένει όμως αβέβαιο αν η διενέργεια των γαλλικών εκλογών τον Απρίλιο αφήσει ανεπηρέαστες τις πρωτοβουλίες που έχει δρομολογήσει. Η ανομοιογένεια στην Ευρώπη παραμένει ισχυρή, αλλά η ευελιξία των κρατών μελών να εφαρμόζουν μέτρα προστασίας πρέπει να ενισχυθεί.
Είναι επίσης σημαντικό να αναπτυχθεί και στη χώρα μας κουλτούρα διαχείρισης κινδύνου, που θεωρείται αυτονόητη στην υπόλοιπη Ευρώπη. Παρά τις προκλήσεις που συνεπάγεται η κλίμακα και η δομή της αγοράς μας, τα χρηματιστηριακά προϊόντα υφίστανται, ενώ αυξάνεται σταδιακά η έμφαση στην ενίσχυση της ρευστότητας της προθεσμιακής αγοράς και σε συνέργειες, μέσω της επικείμενης ενεργοποίησης της χονδρεμπορικής αγοράς φυσικού αερίου.
Παράλληλα, πρέπει να επιταχυνθεί η σύναψη πράσινων διμερών συμβολαίων (PPAs), με ένα ρεαλιστικό πρίσμα. Η υψηλή μεταβλητότητα των ενεργειακών τιμών τείνει πλέον να ενσωματώνεται σε κάθε εργαλείο hedging διεθνώς, ως ένα δομικό, μη συγκυριακό, χαρακτηριστικό της πράσινης μετάβασης. Η παραμετροποίηση των συμβολαίων δίνει ευελιξία στον τρόπο κατανομής του ρίσκου μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, με δυνατότητα προσαρμογής του κόστους στη δυναμική των αγορών. Το τελικό όφελος ως προς το επίπεδο τιμών θα αποκαλυφθεί άλλωστε, μόνο σε βάθος χρόνου.
Το βέβαιο είναι ότι ελληνική κυβέρνηση εφαρμόζει μια συνεκτική και πολυδιάσταση πολιτική για να διασφαλίσει μια φιλόδοξη αλλά και ομαλή πράσινη μετάβαση. Αναμφίβολα, επέδειξε άμεσα αντανακλαστικά στη διαχείριση της διεθνούς ενεργειακής κρίσης, απορροφώντας ένα πολύ σημαντικό τμήμα των αυξήσεων, για το σύνολο των καταναλωτών ενέργειας, και με ισχυρή έμφαση στους πιο ευάλωτους. Η συγκρότηση ενός μόνιμου Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης αποτελεί ένα κρίσιμο δίκτυ προστασίας. Εξίσου σημαντικές είναι οι υποδομές και οι διεθνείς συνεργασίες που έχουν αναπτυχθεί, εδραιώνοντας την ενεργειακή ασφάλεια στη χώρα μας. Παράλληλα, η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης που συντελείται, μέσα από τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου και πλήθος χρηματοδοτικών εργαλείων, συνιστά μοχλό ανάπτυξης και πηγή αισιοδοξίας για το 2022.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι αλήθεια ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης απαιτεί «ένα άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά», υιοθετώντας τη γνωστή προτροπή του Ελύτη. Η ευρωπαϊκή πολιτική εν προκειμένω, πρέπει να αποτρέψει ένα άλμα στο κενό, τολμώντας ορθολογικές παρεμβάσεις και υιοθετώντας μηχανισμούς, που θα προστατεύσουν ουσιαστικά την κοινωνική συνοχή και την εμπιστοσύνη των πολιτών στην πράσινη μετάβαση. Η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη προτείνει έναν λειτουργικό μηχανισμό, που θα μπορούσε να εξομαλύνει αισθητά τις συνέπειες ακραίων ενεργειακών τιμών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
---------------------
Η κ. Νεκταρία Καρακατσάνη είναι μαθηματικός, με εξειδίκευση στα οικονομικά της ενέργειας. Το κείμενο εκφράζει προσωπικές σκέψεις.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες ενόψει του 2022.