Αδήριτη ανάγκη άμεσης λήψης μέτρων για τη στήριξη των βιομηχανιών - “Οι καιροί ου μενετοί”
Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, που επιβαρύνουν σήμερα τις βιομηχανίες της χώρας μας, είναι κατά πολύ υψηλότερες σε σύγκριση με τις τιμές που ίσχυαν πριν την κρίση, δηλαδή στο πρώτο εξάμηνο του 2021. Και βέβαια οι αυξημένες τιμές δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των γεωπολιτικών εντάσεων και ανακατατάξεων που συντελούνται, αλλά οφείλονται εν πολλοίς και στους υπερφιλόδοξους στόχους που έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης.
Την ίδια στιγμή οι βιομηχανίες έντασης ενέργειας της χώρας μας με εξαγωγικό προσανατολισμό προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων, μη ανταγωνιστικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην εγχώρια αγορά, παρά την αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ στο μείγμα και τον αυξημένο ανταγωνισμό λόγω της μειωμένης ζήτησης στην Ευρώπη.
Μετά δε τη λήξη των σταθερών συμβολαίων των μεγάλων βιομηχανικών καταναλωτών με τη ΔΕΗ, αυτοί παραμένουν εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της απότομης μεταβολής των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς, καθώς οι καθετοποιημένοι παίκτες και ιδιαίτερα η ΔΕΗ δεν έχουν κίνητρο-υποχρέωση να διαθέσουν στην αγορά προϊόντα κατάλληλα ώστε να μπορέσουν οι υπόλοιποι προμηθευτές ή οι μεγάλες βιομηχανίες να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο αυτό. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι ο κυρίαρχος παίκτης έπαυσε να λειτουργεί ως δημόσια εταιρεία, πλην όμως διατήρησε όλη την προίκα των υδροηλεκτρικών μόνο προς όφελος του.
Παρουσιάζεται δε ως εναλλακτική λύση η σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με σταθερή τιμή με παραγωγούς ΑΠΕ (ΡΡΑ), κύρια με ΦΒ τα οποία εμφανίζονται να έχουν χαμηλότερο κόστος επένδυσης (LCOE) και για τα οποία υπάρχει πληθώρα έργων σε εξέλιξη.
Πλην όμως είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος κανιβαλισμού των τιμών της αγοράς λόγω της βίαιης διείσδυσης των ΦΒ, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από την αντίστοιχη αύξηση του φορτίου στο σύστημα. Ήδη το 2023 το έσοδο ενός ΦΒ είναι κατά 25 ευρώ/MWH μικρότερο ως προς τη μέση τιμή της αγοράς.
Επίσης τόσο η επιδίωξη η πλεονάζουσα παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από τα ΦΒ να εξάγεται, όσο και η πιθανή σταδιακή πτώση των τιμών του φ.α στα προ κρίσης επίπεδα θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη συμπίεση των τιμών της αγοράς τις ώρες ηλιοφάνειας στα επόμενα έτη, ίσως και κάτω από την τιμή που σήμερα συνάπτονται τα ΡΡΑ με ΦΒ.
Εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε κατ’ αρχήν το αίτημα της χώρας μας για έγκριση μηχανισμού επιδότησης της βιομηχανίας για μέρος του κόστους, που προκύπτει από την προσαρμογή της καμπύλης παραγωγής ενός ΦΒ στην καμπύλη λειτουργίας μιας βιομηχανίας (Green Pool), τότε είναι σαφές ότι η λύση των μακροχρόνιων πράσινων ΡΡΑ με ΦΒ εμπεριέχει μεγάλο επιχειρηματικό ρίσκο, όταν μάλιστα το ΡΡΑ καλύπτει μεγάλο μέρος της κατανάλωσης της εν λόγω βιομηχανίας. Θα πρέπει να ασκηθεί μεγαλύτερη πολιτική πίεση στις Βρυξέλλες ώστε τελικά να εγκριθεί το μέτρο, ίσως με κάποιες παραλλαγές.
Επίσης δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή παρουσιάστηκαν σημαντικά εμπόδια, που εμποδίζουν τις βιομηχανίες να συνάψουν ΡΡΑ απ’ ευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ. Συγκεκριμένα το τελευταίο έτος δόθηκαν με προτεραιότητα όροι σύνδεσης στο δίκτυο για 6.000MW ΦΒ. Έργα όμως, τα οποία δεν είναι γνωστό εάν θα υλοποιηθούν, που όμως δεσμεύουν σημαντικό ηλεκτρικό χώρο, χωρίς την παραμικρή υποχρέωση να συνάψουν ΡΡΑ με βιομηχανίες.
Και ενώ από τον Οκτώβριο θα ξεκινούσε η εξέταση των αιτήσεων παραγωγών ΑΠΕ για λήψη όρων σύνδεσης για έργα που έχουν δεσμευτεί ότι θα υπογράψουν ΡΡΑ με βιομηχανίες, επιχειρείται να σταματήσει η όλη διαδικασία με την αιτιολογία της έλλειψης ικανού ηλεκτρικού χώρου. Προτείνεται μάλιστα στο εξής για να πάρουν όρους σύνδεσης τα έργα με ΦΒ θα πρέπει να συνοδεύονται με μπαταρίες. Διαφαίνεται μάλιστα ότι οι νέοι διαγωνισμοί για ΦΒ με μπαταρίες δεν θα θέτουν αντίστοιχη υποχρέωση στους παραγωγούς σύναψης σύμβασης με βιομηχανίες.
Παραμένει το ερώτημα γιατί η διαπίστωση αυτή έγινε μόλις θα έπαιρναν όρους τα ΡΡΑ των βιομηχανιών και όχι 6 μήνες πριν, ώστε να υπάρχει χώρος και για ΡΡΑ με βιομηχανίες;
Εκ των ανωτέρω προκύπτει, ότι για να μπορέσει η εγχώρια βιομηχανία να ανταγωνιστεί με ίσους όρους τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές, είναι αναγκαίο να υιοθετηθούν και στη χώρα μας στο σύνολο τους οι μηχανισμοί επιδότησης, οι οποίοι προβλέπονται από το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο (Κατευθυντήριες Γραμμές) ή εφαρμόζονται στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
Στο ίδιο πλαίσιο η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τροποποίηση του ευρωπαϊκού κανονισμού 2019/943 με σκοπό τη βελτίωση του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίσουν μηχανισμό αποζημίωσης της διαθεσιμότητας ευέλικτης ισχύος ζήτησης (demand response- non fossil flexibility) προς όφελος της ευστάθειας του συστήματος αλλά και την οικονομική στήριξη των ευέλικτων βιομηχανιών.
Σήμερα πολλές βιομηχανίες έντασης ενέργειας (χαλυβουργίες) με ευέλικτο προφίλ λειτουργίας αποφεύγουν συστηματικά να λειτουργούν στις ώρες αιχμής, χωρίς όμως να αποζημιώνονται για την τόσο χρήσιμη για την ευστάθεια του συστήματος μετατόπιση του φορτίου τους σε ώρες μη αιχμής, ενώ θα έπρεπε να δίνονται κίνητρα και να αμείβονται τέτοιες πρακτικές.
Επίσης στην ίδια πρόταση προβλέπεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διαχειρίζονται όπως επιθυμούν τα έσοδα από τα μακροχρόνια συμβόλαια διαφορών που συνάπτουν με παραγωγούς ΑΠΕ, πυρηνικά ή και με Υ/Η. Τα έσοδα αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να διατεθούν για τη στήριξη της τιμής ενέργειας με την οποία επιβαρύνονται οι βιομηχανίες έντασης ενέργειας, όπως ήδη εφαρμόζεται στη Γαλλία ( Arenh).
Τα ανωτέρω ενδεικτικά μέτρα ενίσχυσης αποδεικνύουν ότι εάν υπάρχει η πολιτική βούληση μπορούν να βρεθούν πολλοί τρόποι για τη στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας έντασης ενέργειας.
Ως εκ τούτου βάσει των ανωτέρω, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα που να εξασφαλίζουν ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας για τις βιομηχανίες της χώρας, πολλές από αυτές, ατενίζοντας με αβεβαιότητα το άμεσο μέλλον να εξετάζουν το ενδεχόμενο περαιτέρω μείωσης της παραγωγής τους.
Οι καιροί ου μενετοί.
* Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι Πρόεδρος του ΔΣ της ΕΒΙΚΕΝ.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες στον ενεργειακό τομέα το 2024.