Γκεόργκ Ζάκμαν: Μπορεί να σωθεί η Ελλάδα από τον ήλιο της;
Ο Γερμανός υπουργός οικονομίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (Wolfgang Schäuble) πρότεινε την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) ως ένα καλό τρόπο να πετύχει η Ελλάδα την πολυπόθητη οικονομική της ανάκαμψη. Στα χαρτιά μοιάζει πράγματι να είναι η ιδεώδης λύση στα δημοσιονομικά προβλήματα της μεσογειακής χώρας: σύμφωνα με το Σόιμπλε, χάρη στην ηλιακή ενέργεια η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατραπεί σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας προς τη Γερμανία.
Εκ πρώτης απόψεως, η αξιοποίηση μιας άφθονης πηγής ενέργειας (της ηλιακής) ώστε να ενισχυθούν τα δημόσια οικονομικά της χώρας, ακούγεται πολύ λογική, πόσο μάλλον πως ο ηλεκτρισμός, βασικό αγαθό για την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, αναμένεται να λιγοστέψει και να ακριβύνει, μετά την πρόσφατη απόφαση της Γερμανίας να καταργήσει τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Αλλά βρήκε πράγματι ο Σόιμπλε τη λύση να ρίξει «με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια», να φτηνύνει δηλαδή την τιμή του ηλεκτρισμού στη Γερμανία και παράλληλα να αποκαταστήσει την οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα;
Και ναι, και όχι.
Ας αρχίσουμε με τα κακά νέα: σήμερα, ο ηλεκτρισμός που παράγεται από φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις πολύ απέχει από το να έχει ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με την ενέργεια που παράγεται με συμβατικό τρόπο. Η τιμολογιακή ισότητα «πριν τη μεταφορά», η στιγμή δηλαδή που το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που θα παράγεται από το φωτοβολταϊκό στην ταράτσα μας θα είναι ίδιο με εκείνο που θα παίρνουμε από την πρίζα στον τοίχο μας, δεν αναμένεται να επιτευχθεί πριν το μέσο της τρέχουσας δεκαετίας.
Αλλά και τότε ακόμα, η ηλιακή ενέργεια θα εξακολουθήσει να είναι ακριβότερη από τη συμβατική, λόγω της διαφοράς στην τιμή της μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, που πάνω-κάτω αντιπροσωπεύει το μισό της τελικής τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος. Αλλά ακόμα κι αν η ηλιακή ενέργεια ήταν οικονομικά συμφέρουσα, η εξαγωγή της στη Γερμανία δεν θα είχε νόημα: το απαιτούμενο δίκτυο για να γίνει κάτι τέτοιο δεν υφίσταται και οι ενεργειακές απώλειες που συνεπάγεται η μεταφορά ενέργειας σε τόσο μεγάλες αποστάσεις καθιστούν απαγορευτική τη δημιουργία του.
Η αλήθεια είναι πως η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στη Γερμανία δεν είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη στην Ελλάδα, που σήμερα είναι εισαγωγέας ενέργειας. Η ηλιακή ενέργεια της Ελλάδας μόλις που θα ήταν εις θέση να αντικαταστήσει ορισμένους ακριβούς συμβατικούς τρόπους παραγωγής ενέργειας στην ίδια την Ελλάδα.
Ακόμα και η μείωση της ανάγκης για εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου (από τα οποία παράγεται το 1/4 της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα) δε θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στους ελληνικούς εμπορικούς ισολογισμούς. Στο κάτω-κάτω και τα φωτοβολταϊκά θα πρέπει να εισαχθούν, μια που δύσκολα θα μπορούσε να τα παράγει η Ελλάδα.
Κοντολογίς, το πρόβλημα με την ηλιακή ενέργεια είναι πως δεν είναι ακόμα ανταποδοτική. Απαιτεί μεγάλες αρχικές κεφαλαιακές επενδύσεις και συμβάλει ελάχιστα στην τόνωση της απασχόλησης (που αναπτύσσεται κυρίως στον τομέα της εγκατάστασης των φωτοβολταϊκών). Ακόμα κι αν η Ελλάδα κατόρθωνε να αποκτήσει πλεόνασμα ηλιακής ενέργειας, οι εξαγωγές ενέργειας θα της απέφεραν ελάχιστα, καθώς η τυποποίηση της διαθέσιμης τεχνολογίας αποτρέπει τη δυνατότητα ύπαρξης σοβαρών ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Με το που θα γίνει ανταγωνιστική η ηλιακή ενέργεια στην Ελλάδα, μια σειρά από κράτη με ανάλογη ηλιοφάνεια (Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Βουλγαρία κ.λπ) θα σπεύσουν να εμφανιστούν στη σχετική αγορά. Καθώς η παραγωγή ηλιακής ενέργειας θα προσεγγίζει τη ζήτηση, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας θα προσεγγίζουν ταχέως το κόστος παραγωγής της.
Ενώ όμως η Ελλάδα δεν μπορεί λογικά να προσδοκεί πως μια ευρεία εγκατάσταση φωτοβολταϊκών θα τη μετέτρεπε σε ένα είδος Σαουδικής Αραβίας της ηλιακής ενέργειας, ο Σόιμπλε έχει δίκιο να λέει πως είναι λογικότερο να παράγεις ηλιακή ενέργεια στην Ελλάδα, παρά στη Γερμανία.
Οι επιδοτήσεις της ηλιακής ενέργειας από τη Γερμανία αποσκοπούν στη μείωση της τιμής παραγωγής των φωτοβολταϊκών κι εξηγούν γιατί η τιμή για την ηλιακή ενέργεια φτάνει σήμερα στα 200 ευρώ/MWh έναντι μόλις 55 ευρώ/MWh για τη συμβατική ηλεκτρική ενέργεια. Ασφαλώς η μείωση του κόστους παραγωγής των φωτοβολταϊκών δεν εξαρτάται από το πού βρίσκονται οι σχετικές εγκαταστάσεις: ίσα-ίσα, που η χρησιμοποίηση γερμανικών κεφαλαίων για να εγκατασταθούν φωτοβολταϊκά στην Ελλάδα μπορεί να είναι πιο συμφέρουσα από την εγκατάστασή τους στην πολύ πιο ανήλιαγη Γερμανία. Ένα φωτοβολταϊκό στην Ελλάδα μπορεί να είναι πιο αποδοτικό και να χρειάζεται λιγότερες επιδοτήσεις.
Ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλισθεί πως τα γερμανικά κεφάλαια και ο ελληνικός ήλιος θα μπορέσουν από κοινού να συμβάλουν στην ανάπτυξη της τεχνολογίας παραγωγής της ηλιακής ενέργειας είναι η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού «συστήματος πράσινης πιστοποίησης». Με τον τρόπο αυτό, κάθε εταιρεία ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρώπη θα πρέπει να εξασφαλίζει πως ένα μέρος της ηλεκτροπαραγωγής της θα προέρχεται από ΑΠΕ. Αυτό θα οδηγούσε στη διαφοροποίηση των πηγών ηλεκτροπαραγωγής, καθώς οι εταιρείες θα αναζητούσαν σε ποιες χώρες τις συμφέρει να αναπτύξουν ΑΠΕ ή επιχειρήσεις ανάπτυξης της σχετικής τεχνολογίας.
Οι χώρες που διαθέτουν ήδη τη δυνατότητα να αναπτύξουν ΑΠΕ (όπως π.χ. η Ελλάδα) θα μπορούσαν να πωλούν μέρος των «πιστοποιήσεών» τους σε χώρες που θα ήθελαν να συνεργαστούν μαζί τους, σαν τη Γερμανία. Με τον τρόπο αυτό και η Γερμανία θα μπορούσε να κάνει φτηνότερες τις ΑΠΕ και η Ελλάδα να βρει χρηματοδότηση, επ' ωφελεία της ανάπτυξης των ΑΠΕ στην Ευρώπη.
Αλλά αυτό δε σημαίνει πως υπάρχει πουθενά κάποιου είδους «ηλιακό Ελντοράντο».
*Ο Georg Zachmann είναι οικονομολόγος και ερευνητής
(www.project-syndicate.org / www.ppol.gr)